Τοπικές ενδυμασίες από ΛΙΜΕΝΑΡΙΩΝ, Δ. ΘΑΣΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ: ΛΙΜΕΝΑΡΙΑ ΘΑΣΟΥ, ΝΟΜΟΥ ΚΑΒΑΛΑΣ
(ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΗΓΕΝΕΙΣ)
ΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ: ΤΑΣΧΟΥΝΙΔΟΥ ΕΛΕΝΗ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΜΗΤΡΩΟΥ: 148
ΓΛΩΣΣΑ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΩΝ ΧΩΡΩΝ.
Α’ ΕΞΑΜΗΝΟ
ΣΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΉ: Μ.Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
ΚΟΜΟΤΗΝΗ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2001-2002
Ένδυμα,υπόδημα
-Πέρναμ’ υφάσματα. Κανονικά, είχε υφασματοπωλεία, περναμ’ ύφασμα και τα πηγαίναμ’ τσι ράφτες. Όσα μπορούσαν κάναν καλά, οι άλλοι κάναν πιο φθηνά. Για τα παπούτσια είχε τσαγκάρηδες. Κάναν παραγγελίες.
Καλύμματα του κεφαλιού
Οι γυναίκες φορούσαν πάντα τσεβρέδες (μαντήλες), οι άνδρες φορούσαν καπέλα. Με τη χειμωνιάτικη ενδυμασία φορούσαν ραγιάσκα ή το χειμώνα στα πολλά τα κρύα όταν πηγαίναν στη δουλειά φορούσαν χουχούλες, οι γυναίκες τις έφτιαχναν ήταν σαν αυτές που ‘χναι σήμερα, φαινόταν μόνο τα μάτια. Πιο καλά ήταν το ριμπουμπλίκι και τα καψαλάκια.
Κόμμωση
Είχε κουρέα. Μακρυμάλλης δεν είχε. Δεν είχε ν΄αφήσουν αλογοουρά. Ούτε καλλωπισμό είχε.
Ενδυμασία
Τα κοριτσάκια είχα τα φουστανάκια τους, οι γυναίκες φορούσαν μακρύ φουστάνι και πόδια. Κανονικά τα αγοράκια όπως σήμερα.
Ένδυμα
Η μαμά έκοβε σεντόνια κι έφτιαχνε εσώρουχα και για μας και για τον εαυτό της. Στην αρχή όταν ακόμα ο πόλεμος βαστούσε, όταν ήταν 6,7,8 χρονών, οι ποδιές που πηγαίναμε σχολείο ήταν από τσουβάλι, το έφτασα αυτό εγώ, όλη η τάξη μας, όσοι δεν είχαν να φτιάξουν κανονικά. Οι τσάντες μας ήταν από παλιά ρούχα. Σαν τραβάς, όχι δεν ήταν, με χερούλι ήταν αλλά ήταν πανίνο. Τ΄ αγόρια είχαν με σκοινί, στον σάκο.Έτσι σταυρωτά περασμένο και κρεμόταν από πίσω, εμείς τη βαστάσαμ΄στο χέρι. Κι άλλη οτι λιό έφτιαχνε κι οι τσάντες ήταν παλιά πανιά. Ό,τι παλιό ρούχο έλιωνε, έφτιαχναν και μία τσανούλα αν χρειαζόταν για τα παιδιά. Τα ρούχα ήταν,... ακόμα απ΄την προίκα η μαμά μ΄ έκοβε κι έφτιαχνε. Θυμάμαι και για τον θείο μου έφτιαξε που ήταν τότε 12-13 χρονών, φορούσε απ΄ την προίκα υφαντά, ένα υφαντό πλεκτό, που έφτιαχνα ντορβάδες τότε, τέτοια, μαξιλάρια, φτιάχναν από κάτι μακριές μαξιλάρες. Τέτοια έκοβε κι έφτιαχνε. Η γιαγιά μ’ φορούσε παραδοσιακά φουστάνια, η μαμά φορούσε τέτοια υφάσματα. Ύστερα άρχισα, λίγο όταν πέρασε ο πόλεμος, μετά το ‘48, άρχισα οι μικροπωλητές, κυκλοφορούσα μπουλακτζήδες που λέγαμ΄, με τον μπουγτζά στον ώμο, ένα μεγάλο πανί και μέσα έβαζαν υφάσματα, έδεναν ένα σεντονάκι, μπουχτζά, μέσα έβαναν υφάσματα διάφορα κάτι τσετάκια, καμποτάκια και τα πέρναν στον ώμο και γυρνούσαν στις αυλές, στους δρόμους και φώναζα «έχω υφάσματα, έχω καμποτάκια..». Τα ‘ραβε όλα η γιαγιά, άντε σε μοδίστρες, μοδιστρούλες, απλά έραβαν. Μέχρι το γόνατο εμείς, μέχρι τη γάμπα η μαμά, όχι πολύ μακριά, σα ρομπίτσες. Όταν μεγάλωσα λίγο, μετά το δημοτικό πήγα έμαθα ράψιμο και έραβα εγώ την οικογένεια και όλες οι άλλες οι αδερφές μου έμαθα κι αυτές, γιατί σχολείο δεν είχε μόνο το δημοτικό.
(Κορδέλη Ελένη)
Υποδήματα
Το΄40 τα παπούτσια ήταν από δέρματα, που τα σφάζαν. Τότε ήμαν θυμάμαι μια φωτογραφία που μας ήβγαλαν οι Βουλγάροι στο Παλατάκι, ήμαν γύρω στα 4 χρονών, τα παπούτσια μ’ είναι από δερμάτινο, σαν τσαυρβούλια, έτσι τα λέγαν τότε, σαν πέδιλα αλλά ραμένα μ’ ένα σύρμα τριγύρω. Είχε, απ’ κάτ΄ έβαζαν δέρμα, πολλοί έβαζα και ξύλο, σανίδα κι από τριγύρω το κοβε ο παππούς μου ο Καρτάλης το φτιαξε έτσι λουριά και τα έδεσε, κι έβαλε θηλύκι, αλλά τα βλέπω που είναι τσαυρβούλια τα παπούτσια. Μετά άρχισα να παίρνουν οτιδήποτε έβρισκα, δεν είχε να διαλέξεις. Είχε τσαγκάρηδες από το ‘51 και μετά, είχε παπούτσια. Οι τσαγκάρηδες έφτιαχναν παπούτσια με παραγγελία. Έλεγες τι ήθελες και στα φτιάχναν. Εμείς στο χωριό είχαμ’ δύο. Αλλά ήταν από δερμάτια χοντρά.
(Κορδέλη Ελένη)
Καλύμματα κεφαλιού και κόμμωση
Τα ψάθινα τα καπέλα τα φορούσαμ’. Η μαμά μ’ είχε φτιάξει με σίκαλη . Είχε μακρύ το ξύλο τσ’ η σίκαλη το έπλεκαν όταν ήταν φρέσκο ακόμη, μαλακό, και το έφτιαχναν ψάθινο καπέλο και το χειμώνα η μαμά μ’ φορούσε μαντήλα άσπρη, τσεβρέ το λέγαν. Όλες οι παντρεμένες φορούσα άσπρη. Οι χήρες, οι γριές φορούσαν μαύρο. Οι ανύπαντρες δεν φορούσαν. Τα μαλλιά τα σήκωναν απ’ τα πλάγια, απ’ τα αφτιά, και τα πιάνα με πιαστράκια, τα τσιμπιδάκια τα μαύρα τα απλά και τα ρίχναν πίσω. Η αλογοουρά με κορδόνι. Εμένα η μαμά μ’ όλο μου τα κοβε. Μου τα κοβε χαμηλά χαμηλά όσο π ακουμπούσαν στο ώμο.
(Κορδέλη Ελένη)