Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ
«Ο κόσμος τότες 40 μέρες πριν από τα Χριστούγεννα νήστευε. Στις 4 Δεκεμβρίου είναι της
Αγίας Βαρβάρας. Εκείνη την μέρα κάνανε τα Βάρβαρα, βράζανε σιτάρι μέχρι να χυλώσει και
σε εκείνο το ζουμί βάζανε το σιτάρι που βράσανε, σταφίδες και καρύδια και το μοιράζανε
στη γειτονιά. Αυτές τις μέρες τις φοβότανε πολύ αυτοί που ήτανε άρρωστοι μη τυχόν και
πεθάνουν γιατί λέγανε: Αϊ-Βαρβάρα βαρβαρώνει, Αϊ -Σάββας σαβανώνει και Αϊ-Νικόλας
παραχώνει. Του Αγίου Νικολάου γιόρταζε το Πράβι κάνανε πανηγύρι, κάνανε το κουρμπάνι
και γιόρταζε ο κόσμος. Του Αγίου Σπυρίδωνα λέγανε ότι αρχίζει η μέρα να μεγαλώνει
σπυρί-σπυρί. Του Αγίου Ελευθερίου πάλι γιόρταζε το Πράβι, κάνανε πάλι πανηγύρι και
κουρμπάνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το πρωί, τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα και οι
νοικοκύρηδες δίνανε ό,τι είχανε. Δεν στολίζανε το σπίτι όπως κάνουνε σήμερα και ανήμερα
τρώγανε το γουρουνάκι που είχανε σφάξει από την προηγούμενη μέρα. Εκείνη την μέρα
μεταλαβαίνανε κιόλας αφού πρώτα ζητούσανε συγχώρεση από όλους όσους στεναχώρεσαν
και τελείωνε η νηστεία. Το Δωδεκαήμερο λέγανε ότι βγαίνουν οι καλικάντζαροι και κάνουνε
κακό στους ανθρώπους, γι’ αυτό και αυτές τις μέρες λιβανίζανε συνέχεια. Την παραμονή
της πρωτοχρονιάς τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς. Κάνανε την βασιλόπιτα
σαν τσουρέκι, όπως την κάνουμε σήμερα και βάζανε και μια δεκάρα και το βράδυ που
άλλαζε ο χρόνος την κόβανε και σε όποιον τύχαινε το φλουρί ήτανε ο τυχερός της χρονιάς.
Πριν ακόμα κόψουνε την βασιλόπιτα, σπάζανε ένα ρόδι στο τραπέζι για να γεμίσει το σπίτι
ευτυχία . Ποδαρικό κάνανε τα νεαρά αγόρια με μια άσπρη πέτρα για να είναι οι
νοικοκύρηδες γεροί σαν την πέτρα. Ανήμερα τρώγανε το μπομπάρι που ήτανε έντερο
γεμιστό με συκωτάκια, με κιμά και με ρύζι. Καλούσανε κόσμο στο σπίτι και γλεντούσανε.
Παραμονή Θεοφανίων τα παιδιά λέγανε τα κάλαντα των Θεοφανίων. Νήστευε ο κόσμος για
να πάρει την άλλη μέρα αγιασμό. Ανήμερα ερχότανε ο παπάς στα σπίτια και έκανε
αγιασμό. Μετά του Αγίου Τρύφωνος δεν έπρεπε ο κόσμος να πάει στο χωράφι να
κλαδέψει. Μετά, στις 3 Φεβρουαρίου, του Συμεών, δεν έπρεπε να κάνει δουλειές μία που
ήτανε έγκυος γιατί αλλιώς το παιδί θα έβγαινε σημαδεμένο. Τις Απόκριες κάνανε την πρώτη
Κυριακή κρεατόπιτα και την δεύτερη τυρόπιτα, κάνανε διάφορα γλυκά και ντυνότανε
καρναβάλια. Οι άντρες ντυνότανε γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Άλλοι ντυνότανε γιατροί
ή γριές, άλλοι πάλι μουτζουρώνανε το πρόσωπό τους και βάζανε και ένα κρεμμύδι στο
στόμα και παριστάνανε τους καλικάντζαρους. Μαζευότανε όλοι μαζί παρέα και γυρνούσανε
στα σπίτια, άλλον τον γνωρίζανε, άλλον δεν τον γνωρίζανε και οι νοικοκυρές κερνούσανε
γλυκά και πίτες στα καρναβάλια. Άλλοι ντυνότανε νύφες και παριστάνανε ότι
παντρευότανε, τραγουδούσανε, χορεύανε και γλεντούσανε. Ύστερα την πρώτη Κυριακή
καθότανε όλη η οικογένεια στο τραπέζι και ο πατέρας έδενε ένα αβγό ή ένα μήλο με
σπάγκο και το πασάλειβε με μέλι, το έπαιρνε ύστερα και το γύριζε γύρω γύρω και όποιος το άρπαζε με το στόμα του και το δάγκανε γινότανε δικό του. Την Καθαρά Δευτέρα άρχιζε η Σαρακοστή του Πάσχα. Εμείς τότες δεν πετούσαμε αετό, αυτό ήτανε Μικρασιάτικο έθιμο, αργότερα το πήραμε και εμείς. Την Σαρακοστή του Πάσχα, πάλι νήστευε ο κόσμος μέχρι την
Ανάσταση. Την Κυριακή των Βαΐων πηγαίνανε τα βάγια στην εκκλησία και τρώγανε ψάρι.
Λέγανε μάλιστα «Βάγια βάγια των βαγιώ(ν) τρώνε ψάρια και κολιό. Ύστερα, την Μεγάλη
Πέμπτη, βάφανε τα αβγά. Τότες δεν υπήρχανε μπογιές, τα αβγά τα βάφανε ή με παντζάρι ή
με κρεμμύδι. Βράζανε το παντζάρι ή το κρεμμύδι και με εκείνο το ζουμί βάφανε τα αβγά. Τα
αλείφανε ύστερα με λαδάκι για να γυαλίσουνε και δεν τα πειράζανε μέχρι την Ανάσταση.
Για να μην τα πειράξουνε τα παιδιά, τα λέγανε ότι πριν από το Πάσχα αυτά έχουνε μέσα
σκουλήκια και το Πάσχα γίνονται αβγά. Ύστερα για να μην βγούνε τα παιδιά έξω να παίξουν
αυτές τις μέρες, γιατί ήτανε μέρες πένθιμες, λέγανε ότι άμα βγείτε έξω θα σας κλέψουνε οι
Εβραίοι ή λέγανε ότι έχει καλικάντζαρους. Επίσης βάζανε στο παράθυρο ένα κόκκινο ρούχο
ή τσεμπέρι ή ζωνάρι ή οτιδήποτε άλλο. Από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στολίζανε τον
επιτάφιο τα κορίτσια. Την Μεγάλη Παρασκευή χτυπούσε όλη μέρα η καμπάνα πένθιμα,
πήγαινε ο κόσμος και χαιρετούσε τον επιτάφιο και το βράδυ γινότανε η περιφορά. Ύστερα,
το βράδυ το Μεγάλο Σάββατο, πηγαίνανε στην εκκλησία με τις λαμπάδες και με τα αβγά
και στις δώδεκα η ώρα, χτυπούσε η καμπάνα χαρούμενα, λέγανε ο κόσμος ευχές και
τσουγκρίζανε τα αβγά. Τότες δεν είχε αυτά τα μπαμ μπουμ που έχει σήμερα, αν είχε
κανένας όπλο έριχνε κάνα δυο φορές και αυτό ήτανε. Τότες παρακολουθούσανε όλη τη
λειτουργία μέχρι τις δύο τη νύχτα. Μετά πηγαίνανε σπίτι, τρώγανε τη μαγειρίτσα και την
άλλη μέρα σουβλίζανε το αρνί, τραγουδούσανε, γλεντούσανε και γιορτάζανε. Μετά της
Ζωοδόχου πηγής γλεντούσανε πάλι, τραγουδούσανε και χορεύανε και του Αγίου Γεωργίου
πάλι γλεντούσανε και χορεύανε. Την Πρωτομαγιά πήγαινε ο κόσμος στο Παγγαίο και
μάζευε τα τριαντάφυλλα τα μαΐσια και κάνανε στεφάνι και το κρεμούσανε έξω από την
πόρτα και εκείνο το καίγανε στον κλήδονα. Ύστερα, την Πεντηκοστή, πηγαίνανε στην
εκκλησία καρυδόφυλλα και τα διάβαζε ο παπάς και γονατίζανε τρεις φορές. Του Αγίου
Θεοδώρου, μετά τους πρώτους χαιρετισμούς, κάνανε κόλλυβα και τα πηγαίνανε στην
εκκλησία. Του Ευαγγελισμού τρώγανε τον μπακαλιάρο και γιορτάζανε την εθνική εορτή.
Την Αγία Παρασκευή, κάνανε πανηγύρι και κουρμπάνι. Δεκαπέντε μέρες πριν από τον
Δεκαπενταύγουστο νήστευε ο κόσμος και εκείνη τη μέρα πήγαινε να μεταλάβει. Κάνανε
πάλι πανηγύρια, γιορτάζανε, γλεντούσανε, τέτοια πράγματα. Στις 29 Αυγούστου, που είναι
η αποκεφάλιση του Αϊ-Γιάννη, καίγανε τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς και πηδούσανε πάνω
από τις φωτιές για καλή υγεία και κάνανε τον κλήδονα. Του Τιμίου Σταυρού, πήγαινε ο
κόσμος να μεταλάβει και στην εκκλησία πηγαίνανε βασιλικό και ο παπάς τον διάβαζε. Του
Αγίου Δημητρίου, σφάζανε και τρώγανε αρνί και γλεντούσανε. Του Αγίου Μηνά, πάλι
γιορτάζανε, κάνανε κουρμπάνι και έτσι έκανε τις γιορτές τότες ο κόσμος.»
(Ευδοξία Ζαπώνη – Διττοπούλου)