Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΝΕΑΣ ΚΑΡΒΑΛΗΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ
Λογαριάζοντας ότι είχαμε μεγάλη πίστη στο Θεό κρατούσαμε νηστεία όλη τη σαρακοστή.
Όσοι ειδικά ήταν του κατηχητικού σαν τις καλόγριες ήταν αυτές που κρατούσαν
περισσότερο. Πριν την σαρακοστή τρώγαμε ένα βουτυρωμένο καλό κρέας. Μετά από τα
Χριστούγεννα τίποτα. Τις ημέρες των χριστουγεννιάτικων γιορτών κερνούσαμε στραγάλια,
σύκα ξερά, φρούτα. Παίρναμε κουτάκια με μικρά σοκολατάκια που πάνω είχαν αριθμούς
και τραβάγαμε να δούμε ποιος θα ήταν ο τυχερός να έχει τραβήξει τον μεγαλύτερο αριθμό
από τα σοκολατάκια. Μετά ξανά στα χωράφια. Οι γιορτινές μέρες δεν κρατούσαν πολύ.
Τις απόκριες μαγειρεύαμε καλά φαγητά που δεν κάναμε κάθε μέρα. Κάναμε γλυκά με
πετιμέζι. Χαλβά κάναμε και τρώγαμε.
Το Πάσχα αυτοί που κάναν νηστεία κρατούσαν πενήντα ημέρες. Οι άλλοι εμείς δηλαδή
που δεν κάναμε για τόσες μέρες νηστεία Δευτέρα και Τετάρτη δεν τρώγαμε κρέας με το
φαγητό. Οι πιο πολλοί στην αρχή κάναμε νηστεία, τώρα η νεολαία δεν κάνει και οι
μεγαλύτεροι δεν αντέχουν τόσες μέρες. Ο παππούς και η πεθερά μου τις Κυριακάδες, όπως
και άλλοι στο χωριό, μέχρι να σχολάσει η εκκλησία δεν έτρωγαν τίποτα.
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Συνήθως παρ’ όλο που οι γυναίκες δούλευαν συνεχώς στα χωράφια και έκαναν
κοπιαστική εργασία κρατούσαν τη νηστεία. Κυρίως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.
Το Δωδεκαήμερο δεν είχαμε καμιά ιδιαίτερη εκδήλωση, γιορτή, εδώ στον τόπο μας. Σαν
παιδί που θυμάμαι άναβαν φωτιές και πηδούσαν από πάνω. Καθώς επίσης χόρευαν και τον
μικρασιάτικο χορό τον αντικριστό, ο οποίος είχε έρθει από την Καππαδοκία και λεγόταν
Λεϊλαλούν.
Γιορτές του Φεβρουαρίου δεν είχαμε.
Περιμέναμε τις αποκριές. Μετά ερχόταν οι αποκριές. Μικροί και μεγάλοι ντύνονταν και
επισκέπτονταν φιλικά σπίτια στο χωριό για να περάσουν ευχάριστα αυτές τις λίγες ημέρες.
Μετά, την Σαρακοστή του Πάσχα νήστευαν και πάλι όλοι.
Η εκκλησία μας γιόρταζε ακόμα μια φορά το καλοκαίρι του Αγίου Παντελεήμωνος γιατί
ήταν ο κτήτορας της εκκλησίας και στις 14 του Σεπτέμβρη την ύψωση του τιμίου σταυρού.
Γιόρταζε τρεις φορές τον χρόνο δηλαδή η εκκλησία μας.
β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Σε όλες τις γιορτές πρώτα όλοι νήστευαν. Προπάντων την σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα.
Σαράντα μέρες οπωσδήποτε έπρεπε και τις άλλες μέρες Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή
κρέας δεν ετρώγανε. Μερικοί μια την εβδομάδα την πρώτη νηστεύουν και μια την
τελευταία και μερικοί όλη την νηστεία και λάδι δεν τρώνε. Όπως μπορεί ο καθένας και ό,τι
πίστη και δύναμη έχει μέσα του.
Τις απόκριες φυσικά θυμάμαι που πολλοί ντυνόντουσαν καρναβάλια το βράδυ και στα
σπίτια πηγαίναν. Μαζευόντανε πολλοί και γλεντούσαν. Ό,τι ρούχο είχε ο καθένας παράξενο
φορούσε και πήγαινε στους δρόμους. Οι νοικοκυρές κερνούσαν φρούτα, ξηρούς καρπούς,
κανένα γλύκισμα, λουκούμι ή τίποτα άλλο. Είχαμε και τα Σάγια. Νηστεία ήταν, δεν τρώγεται
το κρέας εκείνη την μέρα, ούτε λάδι δεν τρώγεται. Βραστά φασόλια, βραστές πατάτες.
Ανάβανε την φωτιά και πηδούσαν από πάνω. Επίσης, στην νηστεία των Χριστουγέννων
αλλά και στις άλλες τρώγαμε και κομπόστα, χοσάφι, ελιές, χαλβά και τέτοια ίδια.
Μετά το Πάσχα πάλι νηστεία κάμναμε. Πάλι τα ίδια φαγητά τρώγαμε. Αλλά του Πάσχα η
νηστεία πενήντα μέρες έπρεπε να γίνει. Πιο πολλές από τις άλλες.
Το καλοκαίρι γιορτάζαμε στις δεκαπέντε του Αυγούστου την Παναγία. Και εκεί πάλι
νηστεία γινόταν αλλά λίγες μέρες.
Άλλες γιορτές δεν θυμάμαι να κάμναμε.
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Νηστεία; Νήστευα μα τί νήστεμα! Νηστεύαμε κάθε γιορτή. Τα Χριστούγεννα σαράντα
μέρες. Ώσπου να τελειώσουν κάμναμε.
Και το Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο. Και ένα είχαμε μπριτζάκ νηστεία για τον Άγιο
Παύλο μια νηστεία. Όλες τις νηστείες τις φτιάναμε. Όλη η οικογένεια, πατέρας , μητέρα,
παιδιά, όλοι. Όταν η μητέρα βράζει πατάτες, βράζει μακαρόνια, φασόλια, φακή, όλοι μαζί
θα νηστέψουμε. Όταν όμως όχι ο γιος μου δεν τα τρώει αυτά… τί να κάνεις έτσι.
Τα Σάγια είχαμε. Σάγια είναι παραμονή των Φώτων. Ανάβουμε φωτιές για να φύγουνε οι
καλικάντζαροι. Και αυτήν την βραδιά, το Σάγια τραγουδάμε και χορεύουμε. Τραγουδάμε
«Άγιατα βάγιατα γιελάν ο τιρκάγιατα ανακουμουτίρου γιεντιλ σάγιατα.». Αυτό είναι
καλάντισμα που είπα. Είναι συνήθεια της παραμονής των Φώτων, δεν είναι από την πείνα
μας.
Την άλλη μέρα θα ανάψουμε φωτιά θα βάλουμε σ’ ένα μαγκάλι σ’ ένα πιάτο, σ’ ένα ταψί
ή σιτάρι ή αλεύρι. Θ΄ ανάψουμε κεριά. Από κάθε γειτονιά έρχονται πέντε, δέκα κεριά. Τα
ανάβουμε όλα. Α! κατά την παράδοση οι ψυχές δώδεκα μέρες είναι έξω. Εκείνη την ημέρα
που θ’ ανάψουμε τα κεριά θα μπούνε οι ψυχές στους πεθαμένους και θα φύγουν.