Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΖΥΓΟΥ
α) «Πριν απ’ τα Χριστούγεννα αυτό που κάναμαν ήταν ότι κάνουμε και σήμερα. Όποιος
μπορούσε ν’ αντέξει, νήστευε για σαράντα μέρες. Όποιος δε μπορούσε, δε νήστευε για
σαράντα μέρες αλλά για όσες μπορούσε. Δεν τρώγαμαν λάδι, κρέας, τέτοια πράματα. Μετά
απ’ την νηστεία πηγαίναμαν στην εκκλησία για να κοινωνήσουμε όπως και σήμερα. Αυτά τα
πράματα κάναμαν, δεν κάναμαν τίποτα διαφορετικό.»
β) «Την παραμονή των Χριστουγέννων και της πρωτοχρονιάς τα παιδιά έβγαιναν και
λέγαναν τα κάλαντα. Περνούσαν απ’ όλο το χωριό και καλαντούσανε για το καλό του
χρόνου. Τότες δεν δίναμαν λεφτά στα παιδιά όπως σήμερα, δίναμαν γλυκίσματα,
καραμέλες, ψωμί, ό,τι ήθελε και μπορούσε ο καθένας. Τότες δεν είχαμαν λεφτά και γιατί
δεν είχαμαν αλλά και τα παιδιά δεν καλάντιζαν για να μαζέψουν λεφτά αλλά για το καλό
του χρόνου. Εξάλλου τί να τα κάναν τα λεφτά; Πολλά πράγματα για ν’ αγοράσουν δεν είχε.
Την πρωτοχρονιά επίσης είχαμαν ένα έθιμο, που το κάνουν και σήμερα, το λεγόμενο
σπάσιμο του ροδιού. Την πρώτη μέρα του χρόνου σπάγαμαν ένα ρόδι στο κεφαλόσκαλο για
το γούρι, για να πάει καλά η χρονιά. Άλλο ένα έθιμο που είχαμαν είναι την πρώτη μέρα του
χρόνου όταν πηγαίναμαν σ’ ένα σπίτι ή ερχόταν κάποιος στο σπίτι μου πατούσαμαν με το
δεξί πόδι, κι αυτό το θεωρούσαμαν γούρι. Έτσ’ λέμ’ ακόμα καμιά φορά «με το δεξί». Αλλά
το ποδαρικό ήταν καλό να το κάνει ένα μικρό παιδί γιατί πίστευαν ότι έτσι η χρονιά θα είναι
ευτυχισμένη και πλούσια χωρίς γκρίνια και κακίες.»
γ) «Τις απόκριες ντυνόντουσαν καρναβάλια, όποιος ήθελε, πιο πολύ ήταν οι νέοι, και
γυρνούσαν σ’ όλο το χωριό. Πήγαιναν από σπίτ’ σε σπίτ’, χόρευαν, πηδούσαν και η
νοικοκυρά συνήθως τους κερνούσε κάτι. Έτσ’ χόρευαν, τραγουδούσαν, διασκέδαζαν μέχρι
αργά.»
δ) «Όπως και τα Χριστούγεννα, έτσ’ και το Πάσχα, σαράντα μέρες πριν όποιος μπορεί κάνει
νηστεία. Είν’ αυτό που λέμ’ σαρακοστή. Τότες πολύς κόσμος άντεχε σαράντα μέρες νηστεία
αν και δουλεύαμαν πολύ, ήμασταν καλοί χριστιανοί και νηστεύαμαν. Πριν το Πάσχα μια
μέρα βάφαμαν τ’ αυγά τότες τα βάφαμαν μόνο κόκκινα. Την επόμενη μέρα πηγαίναμαν
στην εκκλησία, είχαμαν όλ’ κεριά ή αυτό που λέμ’ λαμπάδες και όταν ερχόταν η ώρα παίρναμαν το «άγιο φως» και τσουγκρίζαμαν τ’ αυγά. Μετά την εκκλησία πηγαίναμαν στο σπίτ’ και πριν μπούμε ο πατέρας κάν’ με το ν καπνό που έβγαζ’ το κερί ένα σταυρό στην κάσα της εξώπορτας. Μετά την εκκλησία τρώγαμαν ένα φαγητό που τρώγαμαν μετά την
Ανάσταση και το κάνουν ακόμα και σήμερα και λέγεται μαγειρίτσα. Την επόμεν’ μέρα
κάναμαν τραπέζι. Μαζευόμασταν όλη η οικογένεια και τρώγαμαν, γλεντούσαμαν,
τραγουδούσαμαν. Ήμασταν όλ’ η οικογένεια και καμιά φορά παππούδες, γιαγιάδες, ήταν
πολύ οικογενειακές μέρες.»
ε) «Εμείς στο χωριό το δεκαπενταύγουστο είχαμαν πανηγύρι. Τότες, κάθε καλοκαίρι,
καθαρίζαμαν τα σπίτια μας, τα σοβατίζαμαν για να ‘ρθούν οι μουσαφιραίοι. Ερχόντουσαν
για να δουν το πανηγύρι για. Μαζευόταν όλο το χωριό στο μέρος που γινόταν το πανηγύρι
και γλεντούσαμαν, χορεύαμαν, τραγουδούσαμαν. Ήτανε πολλοί που πουλούσαν και
διάφορα πράγματα. Στόλιζαν το χωριό και πηγαίναμαν και στην εκκλησία και ανάβαμαν
ένα κερί στον Αϊ-Θωμά. Ήταν μεγάλο πανηγύρι όπως γίνεται και τώρα και στο χωριό και
στην πόλη. Επίσης κατ’ άλλο που είχαμαν ως έθιμο ήταν ανήμερα του αγίου Θωμά γινόταν
ένα πανηγύρι. Στο πανηγύρι αυτό γινόταν ένας ψεύτικος ποντιακός γάμος, επειδής στο
χωριό ήτανε πολλοί πόντιοι. Ανήμερα λέγαν ότι αύριο έχουμε γιορτή και θα γίνει
αναπαράσταση ποντιακού γάμου. Η εκκλησία του χωριού είναι του Αγίου Θωμά οπότ’
ανήμερα γιόρταζε όλο το χωριό. Πάει πολύς κόσμος εκεί και σεργιανάει. Εκεί έχουν
ποντιακά όργανα, νταούλια, ζουρνάδες και χορεύουν και γλεντάνε. Στολίζεται κάποιος νύφ’
και γαμπρός, πήγαιναν στο μέρος που γίνετ’ το πανηγύρι και διασκεδάζουν μέχρι αργά.
Αυτό το έθιμο γίνεται ακόμη και σήμερα στο χωριό μας.»
Λεμονάκη Ζαχαρούλα, ετών 72