Τελετουργίες από Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ, ΚΑΛΗΣ ΒΡΥΣΗΣ, Δ. ΠΡΟΣΟΤΣΑΝΗΣ
Παραμονή Χριστουγέννων
Με το χτύπημα της καμπάνας στις 4μ.μ. τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους του χωριού παρέες –παρέες ψάλλοντας το:
Καλήν Εσπέραν άρχοντες
Κ αν είναι ορισμός σας
Χριστού τη θεία γέννηση
Να μπω στ΄ αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον
Εν Βηθλεέμ την πόλη
Οι ουρανοί αγάλλονται
Χαίρε η φύσης όλη
Εν τω σπηλαίο τίκτεται
Εν φάτνη των αλόγων
Ο βασιλεύς των ουρανών
Και ποιητής των όλων
Σ΄ αυτό το σπίτι που ΄ρθαμε
Πέτρα να μην ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
Χίλια χρόνια να ζήσει.
Και του χρόνου
Οι θείες σηκώνονταν άφηναν το πλάστη και με τα αλευρωμένα χέρια έδιναν τα ξυλοκέρατα ή τα καρύδια, αργότερα τις δεκαρίτσες , τις δραχμούλες στα παιδιά. Έπρεπε ως το βράδυ το αργότερο στις 7 το τραπέζι να είναι έτοιμο. Όλοι η οικογένεια περίμενε με ανυπομονησία και αγωνία αυτή την ευλογημένη ώρα. Την δεσποτική θέση την είχε ο παππούς μετά η γιαγιά, ο πατέρας , η μητέρα και τέλος τα παιδιά. Ήταν εκείνο το δείπνο μία ιεροτελεστία . Όλα τα μέλη της οικογένειας , από τον μεγαλύτερο ως τον μικρότερο με σεβασμό και θρησκευτική κατάνυξη έκανα το σταυρό τους. Ο πατέρας κρατώντας το θυμιατό στο χέρι( να μοσχοβολάει όλο το σπίτι θυμίαμα κ λιβάνι και τις πίτες της νοικοκυράς μπερδεμένες ευωδιές και ωραίες) έλεγε την προσευχή των Χριστουγέννων.
Η Γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως· εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν, τον Ήλιον της δικαιοσύνης, και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν, Κύριε δόξα Σοι.
Κατόπιν έναν έναν ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο ο πατέρας έβαζε το θυμιατό μπρος του και αυτός με την κίνηση του χεριού προς το πρόσωπο του θυμιατίζονταν. Μετά η μητέρα μου που ήταν κ η μικρότερη της οικογένειας έπαιρνε το κερί από το τραπέζι το οποίο το τοποθετούσαν μέσα σε ένα ποτήρι με σιτάρι ωμό το οποίο ήταν το αγαθό που έπρεπε να έχει κάθε σπιτικό για να εξασφαλίσει το ψωμί της χρονιάς και το έβαζαν στο τραπέζι για να ευλογηθεί και μαζί με τον πατέρα της αυτός κρατώντας το θυμιατό και εκείνη το αναμμένο κερί πήγαιναν σε όλα τα δωμάτια να τα θυμιατίσουν για να φύγει το κακό να μπει ευλογία στο σπίτι. Μετα κατέβαιναν κάτω στην αποθήκη εκεί που έβαζαν τα καπνά, στο στάβλο τα ζώα έπρεπε και εκείνα να τα θυμιατίσει αφού αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη του σπιτιού εξασφάλιζαν την τροφή και αναπλήρωναν τα μηχανήματα που δεν υπήρχαν. Ενώ η υπόλοιπη οικογένεια περίμενε να επιστρέψουν . Καθόταν στο τραπέζι και βουτούσαν όλοι με την σειρά μια βούκα ψωμί μέσα στο κρασί ή ένα κομμάτι πίτα με σκέτα φύλλα. Το φαγητό ήταν φασολάδα γιατι έπρεπε την νύχτα της γέννησης να πάνε στην εκκλησία να μεταλάβουν . Φυσικά ακολουθούσε η κολοκυθόπιτα που γινόταν από κίτρινη γλυκιά κολοκύθα ( μπαλκα) . Αυτό το δείπνο που γίνεται τρεις φορές κατά την διάρκεια του δωδεκαημέρου Παραμονή Πρωτοχρονιάς και Φώτων λέγετε καντήλκα, έτσι το ονομάζουν οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο τελούσαν και το δείπνο αυτό μόνο που το φαγητό ήταν κόκορας στιφάδο. Το νόμισμα το έβαζε η μητέρα μέσα σε ένα στρογγυλό ζυμαρένιο σαν μια βουκιτσα έφτιαχνε αρκετά τέτοια και έπαιρνε ο καθένας το δικό του το βουτούσε στο κρασί και όποιος τύχαινε το νόμισμα πρωί πρωί την άλλη μέρα πριν ακόμη ξημερώσει πήγαινε στην βρύση του χωριού και έφερνε νερό. Το ίδιο βράδυ της Παραμονής ντυνόταν τα παιδιά παππούδες ( παπλιόκια) μασκαρεύονταν, φορούσαν γεροντίστικα παντελόνια και σακάκια , τραγιάσκες , κάπελα, φουστάνια μακριά , ποδιές , μαντίλες (τσεμπέρια) και τα πρόσωπα τα είχαν σκεπασμένα με μαύρη κάλτσα. Στο χέρι κρατούσαν μπαστούνι και έμπαιναν αιφνιδιαστικά σε συγγενικά σπίτια τρομάζοντας τους νοικοκυραίους και ακόμη περισσότερο τα παιδιά. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς οι γονείς ξυπνούσαν τα παιδιά τους πριν ακόμη ξημερώσει τα έντυναν καλά για να αντέξουν στην παγωνιά και το χιόνι και αφού τα έδιναν από ένα κλαδί ελιάς να κρατούν , τα έστελναν στα σπίτια να ευχηθούν για το καλό του χρόνου. Να σουρβίσουν να κάνουν ( σούρβα- ζράβα) δηλαδή γυρνούσαν για υγεία. Χτυπούσαν τις εξώπορτες με το κλαδί δυνατά μέχρι να σηκωθούν από το κρεβάτι να τους δώσουν το φιλοδώρημα. Τις περισσότερες φορές βέβαια τα περίμεναν τα παιδιά αυτά μόλις άνοιγε ο νοικοκύρης ακουμπούσαν το κλαδί πάνω του και του λέγαν σούβα-ζράβα και φεύγαν χαρούμενα. Στις δυο του Γενάρη αυτός που θα έμπαινε πρωί σε κάποιο σπίτι που συνήθως ήταν παιδί το έβαζαν να ρίξει στη φωτιά αλάτι. Πολύ παλιά στο τζάκι αργότερα στις σόμπες. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που το έκανε αυτό η μητέρα μου όντας παιδί με μεγάλη της ευχαρίστηση. Καθώς λοιπόν έριχνε το αλάτι αυτός που έκανε το ποδαρικό έλεγε και τις κατάλληλες ευχές όπως: πρώτα για τους ανθρώπους ¨να έχετε υγεία, χρόνια πολλά , ο Θεός να σας δίνει πολλά παιδιά , εγγόνια και λεφτά. Για τα ζώα να σας δίνει πολλά αρνιά , κατσίκια, κότες , μοσχάρια και για τα χωράφια να κάνουν πολύ σιτάρι πολύ κριθάρι, καπνό και δώστου η νοικοκυρά να του δίνει κι άλλο αλάτι να ρίχνει στην φωτιά για να μην τελειώνουν οι ευχές.
Παραμονή φώτων
Το βράδυ γίνετε το τελευταίο θυμιάτισμα (καντήλκα), τρώνε την πατροπαράδοτη φασολάδα λόγο νηστείας και ανήμερα των φώτων ξεκινούν όλοι για την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Αρχίζει ένα τριήμερο τοπικών εκδηλώσεων που οι ρίζες του βρίσκονται πολύ βαθιά και που κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να δώσει έναν ορισμό ότι άρχισε από τότε το έθιμο αυτό. Πχ οι παππούδες μας έλεγαν ότι το βρήκαν από τους δικούς του παππούδες κ πάει λέγοντας. Κάποιοι άλλοι νεώτεροι είπαν ότι έχει σχέση με τον θεό Διόνυσο, μία που βρέθηκε στο χωριό ύστερα από ανασκαφές τα απομεινάρια Διονυσιακής λατρείας. Αφού τελεστεί η θεία λειτουργία και γίνει ο Αγιασμός των υδάτων στο προαύλιο της εκκλησίας γίνετε δημοπρασία της εικόνας των Θεοφανείων . Όποιος προσφέρει τα περισσότερα χρήματα παίρνει την εικόνα ως κουμπάρος και αφού περάσουν όλοι οι κάτοικοι και την ασπαστούν κατόπιν με συνοδεία του παπά, του ψάλτη, του προέδρου και άλλων χωριανών πηγαίνουν στο σπίτι του , αυτός μπροστά με την εικόνα κ η συνοδεία ακολουθεί. Είναι μεγάλη τιμή και ευλογία για το σπίτι αυτό να μπει η εικόνα της βαπτίσεως. Ακολουθούν τα απαραίτητα κεράσματα – εδέσματα από την νοικοκυρά και οι ευχές πάνε και έρχονται. Εν το μεταξύ σε όλο το χωριό αντηχούν τα κουδούνια των μπαμπούγερων. Καθώς φεύγει ο κόσμος από την εκκλησία αυτοί περιμένουν απ’ έξω για να τους σταχτιάσουν . Δεν λείπουν τα διάφορα πειράγματα και κυνηγητά μεταξύ τους . Τώρα τι είναι οι Μπαμπούγεροι; Καρναβάλια ή στην ντόπια λαλιά Μπαμπούγεροι. Τρεις μέρες περιφέρονται ντυμένοι με βαριά κουδούνια γύρο από την μέση στους δρόμους του χωριού πειράζοντας τον κόσμο. Η στολή τους είναι ιδιαίτερη και χρειάζεται κάποιος να του ντύσει ,απαιτεί χρόνο και γνώση στο αντικείμενο.
Καταρχήν ήταν αντρικό προνόμιο δεν τολμούσε γυναίκα ούτε για αστείο να ντυθεί, τα τελευταία χρόνια κάποιες τολμούν.
Το παλληκάρι πρέπει να φοράει άσπρο πουκάμισο, άσπρη καλτσοβράκα, μαύρη (γκούνια) φτιαγμένη από δέρματα ζώων συνήθως τράγου, κουμπούρα τα κουδούνια γύρω από την μέση, καλά δεμένα με γερά σχοινιά, χιαστί μπρος και πίσω στην πλάτη και την μάσκα.
Τα κουδούνια είναι μεγάλα και κάνουν έναν ήχο που σε ξετρελαίνει ,αυτό μόνο όσοι είναι από εκεί μπορούν να το αισθανθούν. Πίσω κρέμεται το (μπαντάλι), το μεγαλύτερο κουδούνι.
Η μάσκα ραμμένη από ντόπιους ράφτες που μόνο αυτό ξέρουν να τις φτιάχνουν φοβερή με δύο τρύπες για μάτια , μεγάλη μύτη, φασόλια κολλημένα γύρω από το στόμα, στο μέτωπο μαύρο τρίχωμα από ζώα καθώς και γύρω από το στόμα και το σαγόνι κρέμεται μαύρη γενειάδα. Δυο κέρατα ψηλά στο κεφάλι αποτελούν την μάσκα. Στα χέρια κρατούν ένα μικρό τσουβαλάκι σαν πουγκί γεμάτο στάχτη και «χτυπούν» τους περαστικούς, τους ενοχλούν , τους πειράζουν κάτι σαν καλικάντζαροι που γυρνούν τρεις ημέρες κάνοντας διάφορες ζαβολιές. Φυσικά αυτό το τριήμερο τα τοπικά όργανα όπως ο ντααρές και η γκάιντα έχουν την τιμητική τους. Είναι κάποιες οικογένειες οι οποίες από πάππου προς πάππου συνεχίζουν ως και τις μέρες μας την μουσική παράδοση. Κατασκευασμένα τα όργανα αυτά από δέρματα ζώων εδώ και αιώνες αποτελούσαν το κομμάτι της ψυχαγωγίας των ντόπιων κατοίκων. Αφού περάσει η πρώτη μέρα των Φώτων και ξημερώσει η επομένη του Αη Γιαννιού (Ιβάν ντεν) μέρα των Γιάννηδων, οι μπαμπούγεροι ξαναντύνονται και βγαίνουν και πάλι στους δρόμους .
Όλα τα σπίτια των Γιάννηδων είναι ανοιχτά αυτήν την ημέρα και οι μπαμπούγεροι γυρνούν από Γιάννη σε γιάννη για τα χρόνια πολλά. Την Τρίτη και τελευταία μέρα των εθίμων, μέρα της μπάμπως (μπάμπι-ντεν), γίνεται ο γάμος. Σατυρικός με πολλά ευτράπελα, ένα αγόρι γίνεται νύφη και η πομπή αφού διασχίσει το χωριό καταλήγει στην πλατεία. Εκεί οι μπαμπούγεροι σε κάποια ανύποπτη στιγμή αρπάζουν την νύφη και αφού την επιστρέψουν ακολουθεί χορός και γλέντι. Οι παππούδες ντυμένοι με τοπική ενδυμασία (τραγιάσκα, άσπρο πουκάμισο, γιλέκο μαύρο,(πατούρια) μαύρα φαρδιά παντελόνια και ζωνάρι.) Οι γιαγιάδες το τσεμπέρι στα μαλλιά, άσπρη πουκαμίσα, μαύρο φουστάνι μακρύ ,ποδιά με παρδαλές κάλτσες. Άλλοι ντύνονται παππούδες και γιαγιάδες μουντζουρώνουν με μαύρη μπογιά τα πρόσωπα τους και τους περαστικούς. Στα πολύ παλιά χρόνια ο γάμος αυτός γινόταν στα αλώνια , εκεί γινόταν οι χοροί και όλα τέλοσπάντων τα ανταμώματα. Εκεί τελειώνει το δωδεκαήμερο με την αποκορύφωση του σατυρικού γάμου.
Απόκριες
Κατά την διάρκεια του Τριωδίου τα παιδιά του χωριού μαζεύουν από το δάσος κέδρα ή χόικες όπως τα λένε οι ντόπιοι. Από κάθε γειτονιά φροντίζουν τα παιδιά να συγκεντρώσουν όσες περισσότερες γίνεται ,τις κρύβουν για να μην τους της κλέψουν και την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς μόλις βραδιάσει ανάβει κάθε μαχαλάς την δική του φωτιά (κούπα) και όποια φωτιά κρατήσει τελευταία θεωρείται μεγάλος άθλος. Γύρω από την κούπα γίνονταν χορός και όλοι μικροί μεγάλοι γινόταν ένα σε αυτό το ξεφάντωμα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν (και μερικές ακόμη πιστές στις παραδόσεις των προγόνων τους το τηρούν) στα σπίτια που κουμπάρευαν με πορτοκάλια για να πάρουν συγχώρεση μιας που άρχιζε την άλλη ημέρα η Σαρακοστή. Η οποία ήταν μια περίοδος που για τους κατοίκους της Κ. Βρύσης σήμαινε αυστηρή νηστεία ως το Πάσχα. Και αφού έφτανε με το καλό το Πάσχα την εβδομάδα της διακαινησίμου την Πέμπτη δεν αλλάζει αυτή η μέρα ότι κι αν συμβεί δεν μετακινείται η εορτή άλλη μέρα θεωρείται ασέβεια στον Θεό. Ημέρα Πέμπτη λοιπόν εκείνη την εβδομάδα οι Καληβρυσιώτες την είχαν αφιερωμένη στον Θεό και μόνο στον Θεό. Άφηναν τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες τους και μόλις ξημέρωνε γινόταν λειτουργία στην εκκλησία του χωριού. Από εκεί όλο το εκκλησίασμα με τον ιερέα μπροστά τον ψάλτη , τον καντηλανάφτη ο οποίος κρατούσε ένα σφυράκι που το χτυπούσε καθώς προχωρούσαν σε ένα σίδερο πεταλούδες με ρυθμό ταλάντου. Όπως οι καλόγεροι στο Άγιον Όρος . Η πομπή κατευθυνόταν από εκκλησάκι σε εκκλησάκι πήγαιναν ακόμη και σε αυτά που ήταν έξω από το χωριό. Όπως στον κάμπο και στους λόφους, παρακαλώντας και ικετεύοντας τον Κύριο και Θεό τους να τους δώσει καλή και γερή σοδειά καθώς έφτανε ο καιρός να βγουν στα χωράφια για να ξεκινήσουν την δουλειά. Υπομονετικά και σιωπηλά οδοιπορούσαν κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο λέγοντας τρεμουλιαστά στα χείλη τους (Κύριε μου) γι’ αυτό και ονομάστηκε η λιτανεία αυτή στην ντοπιολαλιά (κυριάμου). Όταν λοιπόν τελείωνε κατευθυνόταν όλοι ψηλά σε ένα πανέμορφο οροπέδιο που βρισκόταν το εκκλησάκι του Αη –Γιώργη. Εκεί τους περίμενε το υπόλοιπο χωριό που ήταν από το πρωί μαζεμένο, ο παπάς έψελνε τις τελευταίες παρακλήσεις και ευχές για τους κατοίκους και αφού έλεγε το δι’ ευχών ακολουθούσε κατόπιν γλέντι μέχρι τις απογευματινές ώρες. Η γκάιντα και ο ντααρές είχαν την τιμητική τους . Όλο το χωριό ενωμένο και αγαπημένο γλεντούσε με την ψυχή του στα καταπράσινα λιβάδια του Μενοικίου (Μπόσντα) για να πάρει δύναμη για τους κουραστικούς μήνες που θα ακολουθήσουν. Αυτή η γιορτή βέβαια συνεχίζεται και γιορτάζεται με τον ίδιο σεβασμό μέχρι και τις ημέρες μας.
Βέβαια πολλά πράγματα από τότε έχουν αλλάξει και είναι φυσιολογικό, όλα προοδεύουν ,προχωρούν ,έτσι και στην Κ. Βρύση. Όπως για παράδειγμα η αρχιτεκτονική των σπιτιών , να σας περιγράψω πως ήταν τα σπίτια από τα οποία λίγα έχουν μείνει στην αρχική τους μορφή και άλλα έχουν μεν διατηρήσει τον παραδοσιακό τους τύπο αλλά τα έχουν συντηρημένα οι ιδιοκτήτες τους.
Το σπίτι ήταν μακρόστενο με μια τεράστια μακρινή σάλα (τσερντάκι χαγιάτι) ξύλινη. Το χαγιάτι δεν είχε ταβάνι και φαινόταν τα χοντρά ξύλα που στήριζαν την σκεπή. Διώροφα συνήθως είχαν δύο και τρεις ξύλινες σκάλες γιατί ζούσαν αρκετές οικογένειες σε κάθε σπίτι. Ο κάθε νοικοκύρης είχε επάνω δύο δωμάτια, το ένα ήταν για όλες τις χρήσεις, ύπνο, φαγητό, κουβέντα, εργασία, το οποίο αποτελούνταν από το σιδερένιο κρεβάτι, την κούνια του μωρού η οποία κρεμόταν από το ταβάνι με δύο σχοινιά και ήταν φτιαγμένη από ξύλα και τσουβάλια. Τα ράφια ψηλά και γύρω- γύρω από το δωμάτιο το τζάκι, το χαμηλό ξύλινο τραπέζι (σοφράς) και τα σκαμνάκια. Το άλλο λεγόταν δωμάτιο της υποδοχής. Ήταν το μπαούλο σεντούκι με τα προικιά, η σιφονιέρα με τα γυαλικά, η ντουλάπα( καρνταρόμπα) και ο καναπές. Έξω στα σκάλα ήταν ο νεροχύτης με έναν νιπτήρα κρεμασμένο σε ένα καρφί και μια σαπουνοθήκη. Ένας καθρέφτης και μια πετσέτα (προσόψι) ήταν απαραίτητα αξεσουάρ. Τα παράθυρα ήταν στενά με σιδερένια κάγκελα και αφθονούσαν στο σπίτι. Οι τοίχοι του επάνω πατώματος ήταν κατασκευασμένοι από ξύλα και λάσπη. Σε αντίθεση με το κάτω πάτωμα που ήταν χτισμένο με πέτρα για να είναι γερό και να βαστάει το πάνω. Στον κάτω όροφο υπήρχε ένα δωμάτιο συνήθως στο οποίο κάθονταν οι γέροι του σπιτιού (πάππος και μπάμπου). Ο στάβλος (αχούρι) βρισκόταν απαραιτήτως στον κάτω όροφο. Σπιτικό χωρίς ζώα δεν υπήρχε. Το άλογο, η αγελάδα, το γαϊδουράκι το μουλάρι, τα βόδια ήταν οικόσιτα ζώα και οι νοικοκυραίοι τα πρόσεχαν και τα φρόντιζαν καλύτερα και από τα παιδιά τους γιατί από αυτά περίμεναν να φέρουν εις πέρας τις γεωργικές τους ασχολίες . επίσης στο σπίτι πρωταρχική θέση είχε και το αμπάρι (χαμπάρ) όπου εκεί φύλαγαν το σιτάρι το καλαμπόκι, το αλέυρι της χρονιάς και συνήθως σε πολλά σπίτια βρισκόταν πάνω στην σάλα –χαγιάτι (τσερντάκ) . Ξύλινα κάγκελα υπήρχαν σε όλο το μήκος του χαγιατού και κάθε άνοιξη γέμιζε από τις φωλιές των χελιδονιών. Η αυλή ήταν πολύ μεγάλη από πέτρες και χώμα. Μάζευαν ένα χόρτο και έφτιαχναν οι νοικοκυρές τις σκούπες οι ίδιες τους και σκούπιζαν τις αυλές.
Ο φούρνος απαραίτητος στην αυλή άσπρος , ασβεστωμένος πάντα εκεί οι πινακωτές, οι ξύλινη σκάφη όπου ζύμωναν το ψωμί και το τοποθετούσαν στις πινακωτές για να φουσκώσει, το φτυάρι που τις βοηθούσε να βάλουν και να βγάλουν το ψωμί από τον φούρνο και οι πετσέτες (μισάλια) για να τα σκεπάσουν. Μοσχοβολούσε η γειτονιά με ζεστό αφράτο ζυμωτό ψωμάκι κάθε φορά που άναβαν τον φούρνο με πουρνάρια, τα μάζευαν οι άντρες και συνήθως μια φορά την εβδομάδα φούρνιζαν και είχαν ψωμί για 6-7 ημέρες. Βρύση στο σπίτι δεν υπήρχε, οι γυναίκες έφερναν νερό σε πήλινες στάμνες από την βρύση που είχε κάθε γειτονιά. Εκεί γινόταν και ένα είδος μάζωξης των γυναικών, κουτσομπολιό, νέα , χαρούμενα , θλιβερά, κρυφοκοιτάγματα των κοριτσιών, καυγάδες μαλλιοτραβήγματα και ότι άλλο απασχολούσε την μικρή κοινωνία του χωριού. Η αυλή του σπιτιού τριγύρω ήταν καλά οχυρωμένη με ψηλό τείχος και μεγάλη ξύλινη πόρτα με δύο φύλλα, πίσω από την πόρτα είχε δύο σίδερα για να κλείνει το βράδυ ο νοικοκύρης και να μην μπορεί κανείς να εισβάλει στην αυλή του. Το πρωί μόλις ξυπνούσαν έβγαζαν το σίδερο από την θέση του και άνοιγαν την πόρτα για να έρθουν οι γείτονες, οι συγγενείς, να περάσουν τα ζώα για το χωράφι, να βγάλουν την κοπριά να πάνε να την πετάξουν στον μπαξέ, να ανοίξουν τις κότες. Αυτή η πόρτα λοιπόν η τεράστια και ψηλή τους ένωνε με την ανατολή του ηλίου με την κοινωνία και με την δύση τους χώριζε ως το άλλο πρωί. Για την σωματική τους ανάγκη τον καμπινέ ή αποχωρητήριο έφτιαχναν στο τέλος της αυλής ένα πρόχειρο το οποίο μετά βίας σε κάλυπτα αφού φαινόσουν από παντού. Για την υγιεινή τους δεν έδιναν και πολύ μεγάλη σημασία. Οι άνδρες όμως κάθε Σάββατο μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι και εκεί πήγαινε ο κουρέας, τους ξύριζε και τους κούρευε. Ήταν μια ιεροτελεστία θα έλεγε κανείς, οι γυναίκες δεν έκοβαν τα μαλλιά τους ,ούτε καν μπορούσαν να το διανοηθούν αντιθέτως τα μάκραιναν και τα έπλεκαν δυο πλεξούδες .οι πιο σκανταλιάρες έβαζαν στο αυτί και κανένα λουλουδάκι. Τις άρεσαν πολύ τα χρυσά στολίδια γύρω από τον λαιμό και στο στήθος δεν έλειπαν τα φλουριά και οι λίρες (ντούμπλες). Υπόδηση και ένδυση είχαν δύο ζευγάρια ένα για τις Κυριακές και ένα καθημερινό. Οι περισσότερες γυναίκες τα ρούχα τους τα έρβαν-έπλεκαν-ύφαιναν μόνες γιατί κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του στο χαγιάτι , την ρόκα και το αδράχτι που έξυναν μαλλί από τα πρόβατα.
Τα παπούτσια τους ήταν φτιαγμένα από δέρματα ζώων συνήθως από του γουρούνι που είχε κάθε σπίτι από το δέρμα του κατασκεύαζαν παπούτσια ( γουρουνοπάπουτσα). Οι γυναίκες τον χειμώνα έπλεκαν (ταρλίκια) και φορούσαν στα πόδια τους τα οποία ήταν πολύ ζεστά΄. Οι τροφές τους ήταν πλούσιες σε άμυλο, έτρωγαν πολύ ψωμί, το αλεύρι ήταν το πρώτο αγαθό που έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι. Όταν τελείωνε το αλεύρι από σιτάρι, έφτιαχναν από καλαμπόκι ,πήγαιναν στο μύλο του χωριού και εκεί το άλεθαν ήταν νερόμυλος. Έτρωγαν επίσης πολλά γαλακτοκομικά προϊόντα μιας που κάθε σπίτι είχε τα ζώα του όπως γάλα, παρασκεύαζαν τυρί( μπουσμά), γιαούρτι έφτιαχναν αριάνι (μπαρκανίτσα) δροσιστική στο χωράφι και έπιναν, επίσης ζυμαρικά δικά τους όπως τραχανά κουσκούς μιας που αφθονούσε το γάλα και τα αυγά, πίτες πολλές πίτες σχεδόν καθημερινά κάθε νοικοκυρά έπιανε τον πλάστη (τουτσίλκα) και άνοιγε με μεγάλη τέχνη και μεράκι δεκατρία φύλλα την οποία έψηνε σε ένα μεγάλο στρόγγυλο ταψί (σινί), όταν ψηνόταν από την μια πλευρά την γυρνούσε από την άλλη με ξεχωριστό ταλέντο και μαεστρία έβαζε μέσα πότε πότε τυρί , πότε σπανάκι, πράσα ή χόρτα που τα μάζευε η ίδια της από τα χωράφια και μόλις μαζευόταν η οικογένεια το μεσημέρι ήτο βράδυ όλοι καθόταν κάτω οκλαδόν την έβαζε στο σοφρά πάνω και όλοι μαζί τρώγανε ευτυχισμένοι.
Αρκετά όσπρια έτρωγαν όπως φασόλια, κόκκινα φασόλια ,μαυρομάτικα, φακές , ρεβίθια, έριχναν και ένα κομμάτι χοιρινό λίπος που το φύλαγαν για κάθε φαγητό για μέρος λαδιού και μπορώ να πω ότι τα όσπρια υπήρχαν στο τραπέζι σχεδόν σε καθημερινή βάση. Κρέας έτρωγαν τις Κυριακές συνήθως έκοβαν κανένα κοτόπουλο ή κόκορα και τον μαγείρευαν στιφάδο με κρεμμύδια ή με πλιγούρι (σπασμένο σιτάρι) .Τα Χριστούγεννα έσφαζαν το γουρούνι, έφτιαχναν από το κρέας του λουκάνικα, πάστωναν το λίπος του , έψηναν στο τζάκι ή το μαγείρευαν με διάφορα χόρτα όπως λάχανο πράσα, σέλινο, και για το Πάσχα και τον Δεκαπενταύγουστο κρατούσαν τα κατσικάκια ή τα αρνάκια. Παρασκεύαζαν οι νοικοκυρές δικές τους σάλτσες που τις φύλαγαν σε πήλινα δοχεία (λάτκες) αποξήραναν φρούτα όπως σύκα, δαμάσκηνα, σταφίδες για τον χειμώνα να φτιάχνουν κομπόστα (χουσιαφ). Μάζευαν καρύδια, φουντούκια (λεφτόκαρα) για τα γλυκά τους. Έφτιαχναν το δωδεκαήμερο μπακλαβάδες ,σαραγλί, κολοκυθόπιτες με κίτρινο γλυκό κολοκύθι (μπάλκα). Γλυκά του κουταλιού όπως το φθινόπωρο κυδώνι έβαζαν μέσα και αρμπαρόριζα (μίσττσιτσι) και μοσχοβολούσε σταφύλι, την άνοιξη όταν πρωτοέβγαιναν σύκα και το καλοκαίρι όταν ωρίμαζαν τα έφτιαχναν μαρμελάδα.
Οι πιο άξιες νοικοκυρές όταν τελείωνε κάποια γεωργική εργασία έφτιαχναν χαλβά σιμιγδαλένιο για το καλό (κρτσμα). Το σουσάμι το χρησιμοποιούσαν στα γλυκίσματα ,έπαιρναν από αυτό και το σουσαμόλαδο, το κριθάρι, το άλεθαν και έπιναν κριθαρίσιο καφέ. Από ρόδια που τα κρεμούσαν σε κάθε σπίτι και κράνα που τα μάζευαν από το βουνό έφτιαχνα λικέρ. Οι περισσότεροι από το χωριό είχαν και το αμπελάκι τους και φτιάχναν το κρασί τους. Από τις κίτρινες κολοκύθες έφτιαχναν τα ρετσέλια. Ωραιότατο χειμωνιάτικο έδεσμα. Τα χρόνια ήταν φτωχά και δύσκολα αλλά οι άνθρωποι φρόντιζαν να παρέχουν στην οικογένεια τους τα βασικά αγαθά. Και το κατόρθωναν με την εργατικότητα, την εξυπνάδα και την εφευρετικότητα τους.