Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΘΑΣΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΑΣ
α) Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
«Πριν από τη σαρακοστή των Χριστουγέννων, όλο το χωριό νήστευε με ελιές και σύκα από
την εορτή του Αγίου Φιλίππου. Για σαράντα ημέρες κανένας δεν έπρεπε να φάει κρέας. Στο
σπίτι συνήθως μαγείρευαν όσπρια και λαχανικά. Την τελευταία βδομάδα πριν τη
σαρακοστή απαγορευόταν το λάδι, τα τυροκομικά και οτιδήποτε είχε μέσα αυγό. Αυτή τη
βδομάδα συνήθως μαγείρευαν νερόβραστα φασόλια ή όσπρια ή πατάτες βραστές. Πάντα
στο τραπέζι βέβαια υπήρχαν οι ελιές και τα σύκα. Και την σαρακοστή πήγαιναν και
κοινωνούσαν».
Προβά Μαρίκα
β) Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)
«Τα Χριστούγεννα φτιάχναμε το χριστόψωμο, γλυκά, κυρίως σαραγλί και
γαλακτομπούρεκο καθώς και πολλά φαγητά. Όταν στρώναμε το τραπέζι τα Χριστούγεννα
για να φάει όλη η οικογένεια, οι νοικοκυρές βάζουν όλα τα φαγητά στο τραπέζι και ο
μεγαλύτερος της οικογένειας που συνήθως είναι ο παππούς θυμιάζει το χριστόψωμο
λέγοντας προσευχές και το κόβει. Μέσα στο χριστόψωμο υπάρχει για φλουρί ένα
κουκούτσι ελιάς. Ο παππούς κόβει ένα ένα τα κομμάτια και τα μοιράζει. Το πρώτο κομμάτι
αντιστοιχεί στο Χριστό, το δεύτερο στο σπίτι και όλα τα άλλα στην οικογένεια. Αφού λοιπόν
θυμιάσουμε το χριστόψωμο και μοιράσουμε τα κομμάτια, τρώμε. Συνήθως το φαγητό
εκείνης της ημέρας είναι κρέας και συγκεκριμένα κοτόπουλο ή γαλοπούλα. Επίσης, το πρωί
των Χριστουγέννων, όλος ο κόσμος πάει στην εκκλησία από τα χαράματα. Η εκκλησία
χτυπάει περίπου στις έξι το πρωί. Καθώς η λειτουργία τελειώνει, ο παπάς μοιράζει
πορτοκάλια.»
Προβά Θεοδώρα
«Όταν ερχόταν η παραμονή της πρωτοχρονιάς το πρωί πάλι όλος ο κόσμος πήγαινε στην
εκκλησία. Αφού γυρνούσαν στο σπίτι, οι νοικοκυρές άρχιζαν να μαγειρεύουν και να
ετοιμάζουν το τραπέζι για το βράδυ. Οι άντρες έσφαζαν το γουρούνι ενώ οι γυναίκες
ετοίμαζαν πίτες, γλυκά και φαγητά. Κατά το βραδάκι, όλη η οικογένεια μαζευόταν σ’ ένα
σπίτι για να γιορτάσει την πρωτοχρονιά. Στο σπίτι ακουγόταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια,
ενώ τα παιδιά περίμεναν τον Αϊ-Βασίλη. Η μητέρα του σπιτιού έστρωνε το τραπέζι. Πάνω
στο τραπέζι έβαζε όλα τα φαγητά, την πίτα που θα θυμιάζαμε και το θυμιατό. Πριν λοιπόν
κάτσουμε στο τραπέζι ο παππούς θύμιαζε την πίτα λέγοντας ευχές. Έπειτα την έκοβε. Το
πρώτο κομμάτι πήγαινε στο σπίτι, το δεύτερο στους φτωχούς και τα υπόλοιπα στην
οικογένεια. Αμέσως μετά καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε και να πιούμε περιμένοντας το
ρολόι να χτυπήσει 12 η ώρα. Μόλις λοιπόν έμπαινε η νέα χρονιά, όλη η οικογένεια σηκωνόταν και έκαναν χρόνια πολλά κι αντάλλασσαν ευχές ο ένας για τον άλλο. Τα παιδιά έτρεχαν κάτω από το δέντρο για να βρουν τα δώρα. Όμως ο μπαμπάς του σπιτιού επειδή δεν προλάβαινε να τα βάλει κάτω από το δέντρο, τους έλεγε «πηγαίνετε μέσα στο δωμάτιό
σας να παίξετε και όταν έρθει ο Αϊ-Βασίλης θα σας φωνάξω γρήγορα για να τον δείτε». Τα
παιδιά ανυποψίαστα πήγαιναν στο δωμάτιο και όταν ο μπαμπάς έβαζε τα δώρα κάτω από
το δέντρο φώναζε τα παιδιά να έρθουν. Όταν αυτά ερχόταν ρωτούσαν για τον Αϊ-Βασίλη
και ο μπαμπάς εύκολα έβρισκε κάποια δικαιολογία να τους πει για να τα ξεγελάσει. Έπειτα
τα παιδιά άνοιγαν τα δώρα και συνεχιζόταν το γλέντι ως το πρωί. Μερικές φορές όταν
έμπαινε ο καινούριος χρόνος, οι άντρες του σπιτιού έβγαιναν στο μπαλκόνι με τα όπλα τους
κα έριχναν τουφεκιές. Ακόμα, την πρωτοχρονιά γινόταν και το ποδαρικό. Το ποδαρικό
γινόταν για γούρι. Σύμφωνα με το ποδαρικό, έπρεπε όποιος έρθει πρώτος στο σπίτι μετά τις
12 η ώρα έπρεπε να φέρει μαζί του μια πέτρα και έλεγαν ότι όσο πιο μεγάλη είναι η πέτρα
τόσο πιο βαριά η σακούλα. Ακόμα, σπάγαμε το ρόδι πίσω από την πόρτα για να πάει καλά
η χρονιά».
Μανδενιώτη Θωμαή
«Την παραμονή των Θεοφανίων, 5 Ιανουαρίου, χτυπάει η εκκλησία τα χαράματα. Ο παπάς
εκείνη την μέρα κάνει λειτουργία και μοιράζει αγιασμό. Όλος ο λόσμος λοιπόν παίρνει τα
φλιτζανάκια του να πάει στην εκκλησία να πάρει αγιασμό. Αυτή η μέρα είναι μέρα νηστείας
και ο αγιασμός λέγεται κρυφός αγιασμός. Την μέρα αυτή δεν πρέπει να φας λάδι,
τυροκομικά, κρέας, μόνο νερόβραστα φασόλια και πατάτες για να πάρουμε αγιασμό. Την
παραμονή των Θεοφανίων όλα τα σπίτια θυμιάζουν την πίτα όπως ακριβώς όπως ακριβώς
τα Χριστούγεννα και την πρωτοχρονιά. Αφού θυμιάσουμε την πίτα, καίμε τον καλικάντζαρο.
Δηλαδή παίρνουμε ένα ποτήρι κρασί και ένα κερί αναμμένο και πάμε πίσω από την πόρτα.
Κρατάμε λοιπόν το κερί κα το ποτήρι με το κρασί και λέμε 3 φορές πίσω από την πόρτα «θα
φύγεις καλικάντζαρε ή θα σε κάψω» και μετά σβήνουμε το κερί μέσα στο ποτήρι με το
κρασί. Ακόμα, όσες οικογένειες είχαν τζάκι, δε βγάζανε τη στάχτη γιατί την θεωρούσαν
καλικαντζαρίτκια, τη βγάζανε τα Θεοφάνια που φωτιζόταν τα νερά. Άλλοι πάλι έπαιρναν
στάχτη και την σκορπούσαν σε όλες τις γωνίες του σπιτιού».
Μανδενιώτη Θωμαή
«Ανήμερα των Θεοφανίων, 6 Ιανουαρίου, η καμπάνα της εκκλησίας χτυπάει τη νύχτα και
σχολάει στις 10 η ώρα. Όταν χτυπάει η καμπάνα το πρωί για να πάει στην εκκλησία ο
κόσμος και να γίνει ο αγιασμός, οι νοικοκυρές που βρίσκονται στο σπίτι χώνανε μια κανάτα
γεμάτη με νερό κι έλεγαν «όπως τρέχει το νερό έτσι να τρέχει και του σπιτιού μου το
τυχερό». Έτσι λοιπόν πρωί-πρωί αφού ψαλεί η θεία λειτουργία και τελειώσει, μέσα στον
ιερό ναό και από έναν παπά γίνεται ένα είδος πλειστηριασμού ή διαγωνισμού. Ο παπάς
λοιπόν κρατώντας στα χέρια του την μεγάλη γαλανόλευκη σημαία της εκκλησίας με τον
ασημένιο σταυρό, την προσφέρει λέγοντας μια τιμή. Όποιος δώσει το μεγαλύτερο ποσό
γίνεται ο νουνός. Ο νουνός πρέπει να είναι ανύπαντρο παλικάρι. Όταν τελειώσει ο
διαγωνισμός, ο παπάς τον ραίνει με κολόνια και αυτός ρίχνει τα χρήματα μέσα σ’ ένα
δίσκο. Έπειτα ο νουνός παίρνει την παντέρα (σημαία) μαζί με τον ιερέα και τους ψάλτες και
βγαίνουν έξω στις τρεις πηγές του χωριού. Εκεί λέγονται οι ευχές για τον αγιασμό. Τότε ο
νουνός κρατώντας την παντέρα την βουτάει μέσα στις πηγές λέγοντας ευχές όπως ευτυχία,
ευημερία, τουρισμός, ελιές, οι ανύπαντροι να παντρευτούν, παιδιά, φώτιση και άλλα.
Συγχρόνως, ο κόσμος παίρνοντας νερό από τις πηγές καταβρέχει τον νουνό. Έπειτα, η
παντέρα κατεβαίνει στη θάλασσα. Ο ιερέας, ο νουνός και αρκετοί χωριανοί κατεβαίνουν με
τα πόδια, ενώ οι υπόλοιποι με τα αυτοκίνητα. Εκεί ο ιερέας ρίχνει το σταυρό στη θάλασσα και ορισμένα παλικάρια βουτάνε στα παγωμένα νερά του χειμώνα για να πιάσουν το σταυρό. Αφού βρεθεί ο σταυρός , η πομπή ξαναγυρίζει στο χωριό με τα πόδια. Επιστρέφοντας ο ιερέας αγιάζει τα κοπάδια, τα χωράφια και τα σπίτια που υπάρχουν στη
θάλασσα και στο δρόμο για το χωριό. Όταν η παντέρα φτάσει στο χωριό αρχίζουν να
χτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα και να ρίχνονται τουφεκιές. Όλος ο κόσμος μαζί με
ψαλμωδίες ανεβάζει την παντέρα στην εκκλησία. Ο νουνός είναι υποχρεωμένος να την πάει
και στα σπίτια αρρώστων για να την ασπαστούν. Ακόμα κι ο κόσμος που περιμένει στα
μπαλκόνια των σπιτιών τους είναι υποχρεωμένος ο νουνός να σηκώσει την παντέρα για να
την ασπαστούν. Στο ναό ψάλλεται ο εσπερινός και η εκκλησία τελειώνει 1 ή 2 το μεσημέρι.
Τα παλικάρια που βούτηξαν (οι φώτηδες) στη θάλασσα παίρνουν το σταυρό στολισμένο
μέσα σ’ ένα δίσκο και γυρνούν σε όλα τα σπίτια του χωριού ψάλλοντας το «εν Ιορδάνη». Οι
χωριανοί προσφέρουν χρήματα τα οποία διατίθενται κυρίως πάλι για την εκκλησία. Ακόμα,
το παλικάρι που έπιασε το σταυρό, παίρνει από τον παπά ένα σταυρουδάκι που πρέπει να
το φοράει όλο το χρόνο στο λαιμό. Τον επόμενο χρόνο το δίνει στο επόμενο παλικάρι που
θα πιάσει το σταυρό».
Μανδενιώτη Θωμαή
γ) Γιορτές του Φεβρουαρίου
«Στις γιορτές του Φεβρουαρίου στο χωριό μας γιορτάζουμε τον Άγιο-Χαράλαμπο. Ο Άγιος-
Χαράλαμπος είναι ο γιατρός, ο θεραπευτής. Πάρα πολλές φορές ο κόσμος που είχε κάποιο
άρρωστο στο σπίτι έκανε τάμα στον Άγιο-Χαράλαμπο για να γίνει καλά. Συνήθως ο κόσμος
πρόσφερε αλυσίδες που πάνω ήταν κρεμασμένο ζωγραφισμένο σε μέταλλο το μέλος του
σώματος του άρρωστου ανθρώπου. Την παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους όλος ο κόσμος
πήγαινε στην εκκλησία, αφού γινόταν ο εσπερινός, ο ιερέας κι ο κόσμος έπαιρναν την
εικόνα και την πήγαιναν με τα πόδια στο εξωκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους. Την εικόνα
συνήθως την κρατούσαν οι ανύπαντρες κοπέλες. Μόλις η εικόνα έφτανε στο εξωκλήσι ο
κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος εκεί χαιρετούσε την εικόνα. Η εικόνα έμπαινε στην
εκκλησία και άρχιζε η λειτουργία. Έπειτα, ο κόσμος έκανε νυχτέρι, δηλαδή ξενυχτούσε την
εικόνα ψάλλοντας. Στις 12 η ώρα το ψαλτήρι σταματούσε και ο κόσμος περίμενε το θαύμα.
Την άλλη μέρα ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους γινόταν το πανηγύρι. Πολλές γυναίκες
έκαναν άρτο και τον πήγαιναν στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους για να τον
θυμιάσουν και να τον ευλογήσουν. Μετά το τέλος της εκκλησίας τον έκοβαν και τον
μοίραζαν σε όλο τον κόσμο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας η εικόνα του Αγίου
Χαραλάμπους βρισκόταν έξω στο εξωκλήσι ανθοστολισμένη για να την ασπαστεί όλος ο
κόσμος».
Μανδενιώτη Θωμαή
δ) Απόκριες
«Το έθιμο του καρναβαλιού στο χωριό μας αναβιώνει κάθε χρόνο. Ο Θεός του χωριού μας
είναι ο βάκχος. Το καρναβάλι μας έχει καθαρά διονυσιακό χαρακτήρα. Το καρναβάλι μας
γίνεται τον Μάρτιο και συγκεκριμένα την Καθαρά Δευτέρα. Όλη η νεολαία του χωριού μας
από τον Ιανουάριο συγκεντρώνεται στο εργαστήριο για να φτιάξει τα άρματα. Τα άρματα
είναι φτιαγμένα από σίδερο και γύψο. Όσοι από τους χωριανούς μπορούν να βοηθήσουν
ανεβαίνουν στο εργαστήριο και κάνουν δουλειές, άλλοι βάφουν, άλλοι αλείφουν τον γύψο
και άλλοι κολλάνε τα σίδερα. Αυτό γίνεται κάθε βράδυ μέχρι την ημέρα του καρναβαλιού.
Κάθε βράδυ αφού τελειώσουν το άρμα της ημέρας και τις δουλειές που είχαν,
συμμαζεύουν τον χώρο και στρώνουν το τραπέζι για να φάνε. Ανάβουν φωτιά και ψήνουν κρέατα και πατάτες και τρώνε. Βέβαια, το φαγητό τους πάντα συνοδεύεται με ντόπιο κρασί και ούζο. Αυτή η διαδικασία γίνεται κάθε χρόνο. Όταν φτάνει η μέρα του καρναβαλιού όλο το χωριό είναι στολισμένο με άρματα. Στην πλατεία του χωριού στήνεται μια μεγάλη
εξέδρα όπου από εκεί θα γίνει η παρουσίαση του καρναβαλιού. Εκείνη την ημέρα όλος ο
κόσμος του χωριού που έχει αγροτικά αυτοκίνητα, τα πάνε πάνω στο εργαστήριο για να
φορτώσουν τα άρματα που θα κάνουν παρέλαση. Κάθε άρμα αποτελείται από μία παρέα
χωριανών που ντύνονται καρναβάλια σύμφωνα με το θέμα του άρματος. Όλα τα άρματα
σατιρίζουν τα γεγονότα του χρόνου που μας πέρασε. Την ημέρα του καρναβαλιού λοιπόν
όλα τα άρματα, πεζοπόρα και μη, έχουν μπει σε μια σειρά και περιμένουν την έναρξη του
καρναβαλιού. Όταν αρχίζει το καρναβάλι, πρώτα κατεβαίνει το παραδοσιακό χορευτικό της
Παναγίας, έπειτα ακολουθεί ο αργαλειός και η θασίτισα γυναίκα. Μετά από αυτά
ακολουθούν όλα τα άλλα άρματα. Το καρναβάλι διαρκεί περίπου 3 ώρες. Κατά τη διάρκεια
του καρναβαλιού υπάρχει άφθονο δωρεάν κρασί για όλο τον κόσμο που το παρακολουθεί.
Όταν τελειώσει το καρναβάλι αρχίζει το μεγάλο γλέντι. Παντού υπάρχουν σερπαντίνες και
κομφετί. Όλος ο κόσμος που είναι μαζεμένος αρχίζει να χορεύει και να πίνει μέχρι αργά το
βράδυ. Ακόμα, όταν άρχιζε το τριώδιο, όλες οι γυναίκες του χωριού ντυνόταν καρναβάλια
και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι χορεύοντας και τραγουδώντας. Όταν έμπαιναν στο σπίτι
τραγουδούσαν και χόρευαν αποκριάτικα τραγούδια. Οι νοικοκυρές συνήθως κερνούσαν
τους καρνάβαλους γλυκά και καραμέλες.»
Μανδενιώτη Θωμαή
ε) Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
«Την σαρακοστή του Πάσχα όλος ο κόσμος νηστεύει, για σαράντα ημέρες δεν πρέπει να
φάμε κρέας ενώ την τελευταία εβδομάδα πριν να κοινωνήσουμε δεν πρέπει να φάμε
τυροκομικά προϊόντα και λάδι. Όταν φτάνει η μεγάλη εβδομάδα, η εβδομάδα των παθών,
κάθε απόγευμα ο κόσμος πάει στους χαιρετισμούς. Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπάει 5 η
ώρα το απόγευμα. Μόλις χτυπήσει η καμπάνα όλοι ντύνονται και πάνε στην εκκλησία. Όλοι
περίμεναν το Μεγάλο Σάββατο και την Ανάσταση. Για να γίνει όμως αυτό οι γυναίκες
τηρούν κάθε χρόνο κάποια έθιμα. Μόλις έρθει η Μεγάλη Πέμπτη και τελειώσει η εκκλησία
της ημέρας όλες οι γυναίκες κάθονται στην εκκλησία για να στολίσουν τον επιτάφιο. Ο
στολισμός του επιταφίου διαρκεί όλη τη νύχτα. Οι γυναίκες λοιπόν κόβουν τα γαρύφαλλα
και αρχίζουν να στολίζουν τον επιτάφιο ψάλλοντας τροπάρια. Τα γαρύφαλλα συνήθως
έχουν χρώμα κόκκινο και άσπρο. Από τον επιτάφιο, πρώτα στολίζεται ο τρούλος και έπειτα
ο υπόλοιπος επιτάφιος. Ο τρούλος πάντα είναι στολισμένος επιβλητικά. Έπειτα παίρνουμε
γαρύφαλλα και με μια βελόνα τα περνάμε σε μια κλωστή σχηματίζοντας «χ» και τα δένουμε
πάνω στον εσταυρωμένο. Μόλις τελειώσει ο στολισμός του επιταφίου όλες οι γυναίκες
παίρνουν καρέκλες και κάθονται γύρω-γύρω από τον εσταυρωμένο και αρχίζουν να
ψέλνουν. Τα ψαλτήρια διαρκούν μέχρι το πρωί που θα αρχίσει η εκκλησία. Την επόμενη
μέρα λοιπόν ο επιτάφιος είναι στολισμένος και έχει τοποθετηθεί στο κέντρο της εκκλησίας.
Κάθε άνθρωπος μπορεί μέχρι το απόγευμα που θα αρχίσει η εκκλησία να πάει να περάσει
κάτω από τον επιτάφιο 3 φορές σχηματίζοντας το σταυρό. Η καμπάνα της εκκλησίας
χτυπάει πάλι το απόγευμα στις 5 η ώρα. Τέσσερις ανύπαντρες κοπέλες ντύνονται
μυροφόρες και πάνε πρώτες στην εκκλησία. Η κάθε μία από αυτές έπαιρνε ή ένα καλαθάκι
με πέταλα λουλουδιών ή ένα μπουκαλάκι με κολόνια. Οι μυροφόρες κάθονται σε όλη τη
διάρκεια της εκκλησίας στις τέσσερις πλευρές του επιταφίου. Η χορωδία των παιδιών του
σχολείου άρχιζαν να ψέλνουν τα εγκώμια και όταν έφταναν στο σημείο που έλεγε «έραναν τον τάφο οι μυροφόρες μύρα…» οι τέσσερις κοπέλες γύριζαν γύρω-γύρω από τον επιτάφιο ρίχνοντας λουλούδια και κολόνια. Αυτό γινόταν 3 φορές. Μετά από αυτό ο επιτάφιος έβγαινε στο χωριό. Τέσσερα παλικάρια σήκωναν τον επιτάφιο και τον έβγαζαν έξω από την
εκκλησία μαζί με τις μυροφόρες και όλο τον κόσμο που ήταν στην εκκλησία. Ο επιτάφιος
κάνει το γύρο του χωριού ενώ η καμπάνα χτυπάει πένθιμα και η χορωδία ψέλνει τα
εγκώμια. Μόλις γίνει η περιφορά του επιταφίου και φτάσει στην εκκλησία ο κόσμος
περιμένει στο προαύλιο ενώ ο επιτάφιος πάει στο κοιμητήριο. Αφού τελειώσει ο παπάς
από το κοιμητήριο τα παλικάρια πάνε τον επιτάφιο στην είσοδο της εκκλησίας και το
σηκώνουν ψηλά ώστε να περάσει όλος ο κόσμος από κάτω. Αφού περάσει και το τελευταίο
άτομο ο επιτάφιος μπαίνει στην εκκλησία και τελειώνει η λειτουργία. Την επόμενη μέρα
όλος ο κόσμος περιμένει το βράδυ της Ανάστασης. Στις 11:50 η ώρα αφού χτυπήσει η
καμπάνα τα παιδιά παίρνουν τις λαμπάδες που τους έφεραν οι νονές τους και πάνε στην
εκκλησία. Ακόμα μαζί τους παίρνουν και κόκκινα αυγά για να τσουγκρίσουν. Αφού πάμε
στην εκκλησία ο παπάς βγαίνει στο προαύλιο της εκκλησίας συνεχίζοντας τη λειτουργία.
Όλος ο κόσμος περιμένει το «Χριστός Ανέστη». Μόλις πάει 12 η ώρα όλοι ανάβουν τις
λαμπάδες τους, η καμπάνα χτυπάει χαρμόσυνα, όλος ο κόσμος χαίρεται και αγκαλιάζεται
ενώ σπάνε και τα αυγά. Επιστρέφοντας στο σπίτι η μαμά παίρνει τη λαμπάδα και
σχηματίζει με τον καπνό ένα σταυρό στην είσοδο της πόρτας. Το φως της λαμπάδας λέγεται
Άγιο Φως. Με αυτό έπειτα ανάβουμε το καντήλι και το κρατάμε για 40 μέρες. Έπειτα
στρώνουμε το τραπέζι για να φάμε τη μαγειρίτσα. Η μαγειρίτσα είναι σούπα από εντόσθια
αρνιού. Την επόμενη μέρα, το Πάσχα, πάμε στην εκκλησία για να κάψουμε τον Ιούδα. Αφού
τελειώσει η λειτουργία βγαίνουμε στο προαύλιο της εκκλησίας και καίμε τον Ιούδα. Δηλαδή
κρεμάμε μία κούκλα από μια συκιά και έπειτα βάζουμε φωτιά και τον καίμε.»
ζ) Γιορτές του καλοκαιριού
« Στο χωριό μας έχουμε μεγάλο πανηγύρι το καλοκαίρι. Την 1 η Αυγούστου το βράδυ οι
χωριανοί μαζευόταν στα σοκάκια του χωριού. Όταν άρχιζε να νυχτώνει άναβαν στη σειρά
πολλές φωτιές και πηδούσαν από πάνω λέγοντας «Αύγουστος παραύγουστος με σύκα με
καρύδια με κόκκινα σταφύλια» ευχαριστώντας και παρακαλώντας το μήνα να έχει και να
τους δώσει πολλές και καλές σοδιές. Επίσης, έκαιγαν και τα μαγιάτικα στεφάνια που είχαν
κρεμασμένα στις πόρτες. Ακόμα, στις 15 Αυγούστου που γιορτάζει η εκκλησία της Παναγίας
γιορτάζει και όλο το χωριό. Το 15-αύγουστο κάνουμε το κουλμπάνι. Το έθιμο αυτό είναι
συνδεδεμένο με την γιορτή της Μεγαλόχαρης. Την παραμονή της γιορτής γίνεται η
αγρυπνία και η περιφορά της εικόνας της κοιμήσεως γύρω από την εκκλησία ενώ η
καμπάνα χτυπά πένθιμα. Μαζεύεται πολύς κόσμος όχι μόνο από όλο το νησί αλλά και από
άλλα μέρη του νομού και της Ελλάδας. Ανήμερα της γιορτής γίνεται η Θεία λειτουργία που
την παρακολουθεί πάρα πολύς κόσμος. Μετά το τέλος της λειτουργίας ακολουθεί η
περιφορά της εικόνας σ΄ όλο το χωριό με τη συνοδεία μπάντας. Αφού τελειώσει η
περιφορά, ο παπάς πηγαίνει και διαβάζει ευχές στα καζάνια του φαγητού που η ετοιμασία
του έχει αρχίσει από βραδύς. Από την προηγούμενη μέρα όλοι οι κάτοικοι προσφέρουν
τρόφιμα για την Παρασκευή του φαγητού. Οι γυναίκες που μαζεύονται επίσης το απόγευμα
της παραμονής φροντίζουν να ετοιμάσουν τα φαγητά αυτά. Ύστερα κάποιος χωριανός
εκτελεί χρέη μάγειρα, βράζει το κρέας και την άλλη μέρα πρωί-πρωί το φαγητό είναι
έτοιμο. Αφού τα διαβάσει ο παπάς μοιράζεται στον κόσμο που περιμένει στη σειρά
κρατώντας ένα πιάτο. Όλοι πρέπει να φάνε από το φαγητό αυτό, το κουλμπάνι, για να
έχουν τη χάρη της παναγίας. Το έθιμο αυτό προήλθε: «Έξω από την εκκλησία υπάρχουν
τρεις πηγές νερού οι οποίες υδροδοτούν το χωριό και τον κάμπο. Η μία από τις πηγές αυτές
ονομάζεται κρανούδα. Κάποτε η πηγή αυτή στέρεψε από νερό και μέσα σ’ αυτή
κυκλοφορούσαν ζωύφια που ζουν σε μέρη με υγρασία. Τότε σύμφωνα με την παράδοση η
παναγία εμφανίστηκε στο όνειρο κάποιου χωριανού και τον είπε πως για να ξεκινήσει το νερό να τρέχει έπρεπε οι χωριανοί να θυσιάσουν ένα ζώο προς τιμή της Μεγαλόχαρης. Έτσι μετά την ανακοίνωση του ονείρου, όσοι είχαν ζώα έδωσαν για το σκοπό αυτό. Μεταξύ δε των προσφορών εμφανίστηκε και ένα δαμάλι, δώρο της Θεοτόκου σαν σημάδι συμμετοχής
και ευχαρίστησης. Το νερό άρχισε πάλι να τρέχει και να ζωογονεί τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά.»
Ζήσης Ιωάννης