Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, ΚΕΧΡΟΚΑΜΠΟΥ
α) Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
«Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα ήταν περίοδος νηστείας, καλοσύνης και
εκκλησιασμού. Όλοι οι πιστοί έκαναν νηστεία και στα σπίτια τρώγαμε μόνο νηστίσιμα
φαγητά. Προσπαθούσαμε να φερόμαστε καλά στους συγχωριανούς μας και να βοηθάμε ο
ένας τον άλλο. Επίσης πηγαίναμε συχνά στην εκκλησία.»
(Μωησιάδης Κώστας,62)
β) Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)
«Αυτές τις μέρες τα σπίτια ήταν γεμάτα χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα που όμως λόγω της
νηστείας δεν τα τρώγαμε ακόμα. Στις 25 Δεκεμβρίου ήταν τα Χριστούγεννα. Ανήμερα το
πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία να μεταλάβουμε και να τελειώσουμε τη νηστεία των 40
ημερών. Μετά την εκκλησία ο καθένας πήγαινε σπίτι του και έτρωγε με την οικογένειά του
για να γιορτάσει τη γέννηση του Χριστού. Εκείνη τη μέρα σφάζαμε αρνιά ή κατσίκια γιατί
όπως λέγαμε ήταν μια ξεχωριστή μέρα και έπρεπε να φάμε κρέας. Επίσης τρώγαμε τα
διάφορα χριστουγεννιάτικα γλυκά που είχαμε, για παράδειγμα κουραμπιέδες,
μελομακάρονα κτλ. Και δεν μπορούσαμε όπως είπα και στην αρχή να φάμε επειδή
νηστεύαμε. Παραμονή Πρωτοχρονιάς τώρα μαζευόμασταν σε σπίτια συγγενών για να
γιορτάσουμε όλοι μαζί. Η γιαγιά μου μάλιστα μας έλεγε και μια ιστορία. Την παραμονή της
Πρωτοχρονιάς, έβαζε πάνω στο τραπέζι καρύδια, κάστανα, φουντούκια, χαρούπια,
πορτοκάλια, μανταρίνια και στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού καρύδια και έλεγε το βράδυ
ότι θα έρθουν η Μαρίτσα και ο Γιαννίτσος και θα τα φάνε. Όταν λοιπόν εμείς κοιμόμασταν,
τα μάζευε αυτή και έλεγε ότι τα έφαγαν. Όταν λοιπόν, όπως ανέφερα πριν, μαζευόμασταν
με συγγενείς για να γιορτάσουμε, τρώγαμε όλοι μαζί και όταν άλλαζε ο χρόνος κόβαμε τη
βασιλόπιτα. Αυτός που θα τύχαινε το φλουρί στην πίτα λέγαμε, όπως και σήμερα, ότι θα
είναι η τυχερή του χρονιά και τον βάζαμε να σπάσει ένα ρόδι έξω από την πόρτα του
σπιτιού που ήμασταν. Το ποδαρικό της καινούριας χρονιάς το θεωρούσαμε πολύ σημαντικό
γι’ αυτό οι γονείς μας όταν ήμασταν παιδιά, όπως βέβαια κάναμε κι εμείς αργότερα στα
παιδιά μας, δε μας άφηναν να κάνουμε ποδαρικό σε ξένο σπίτι γιατί αν συνέβαινε κάτι
κακό κατά τη διάρκεια της χρονιάς σ’ αυτό το σπίτι θα κατηγορούσαν εμάς. Κάθε
οικογένεια έκανε ποδαρικό στο δικό της σπίτι, χωράφι, μαντρί, μαγαζί κτλ.
Η επόμενη γιορτή που ακολουθούσε ήταν τα Φώτα. Ανήμερα των φώτων πηγαίναμε στην
εκκλησία να ακούσουμε τη λειτουργία και μετά συνοδεύαμε τον σταυρό για να τον ρίξει ο
παπάς σε μια γούρνα, γιατί το χωριό μας όπως ξέρεις είναι ορεινό. Μπροστά πήγαινε ο
παπάς με το σταυρό, δίπλα του τα εξαπτέρυγα και από πίσω όλοι οι πιστοί. Έριχνε το
σταυρό στη γούρνα, μάλλον στην κολυμβήθρα, συνεχίζοντας την λειτουργία, και με το
σχοινάκι που τον είχε δεμένο τον τραβούσε πάνω. Έτσι γιορτάζαμε το φωτισμό των υδάτων.
Μετά βέβαια ο παπάς περνούσε από σπίτι σε σπίτι και τα άγιαζε και μετά ο κάθε χωρικός
έπαιρνε αγιασμό και άγιαζε το χωράφι του για να έχει καλή σοδειά την καινούρια χρονιά
και αυτό το ονομάζουμε φωτισμό των χωραφιών, καθώς και το μαντρί του για να είναι
καλά τα ζώα.»
(Θεοδοσιάδου Όλγα, 65)
γ) Απόκριες
«Όταν ήμασταν παιδιά μας άρεζε πάρα πολύ όταν έρχονταν οι απόκριες. Γυρνούσαμε
μασκαράδες από σπίτι σε σπίτι και μαζεύαμε γλυκά, σοκολάτες, καραμέλες, γλειφιτζούρια
κτλ. Εκείνες τις μέρες τα σπίτια ήταν γεμάτα γλυκίσματα από τις νοικοκυρές που μας
περίμεναν για να μας κεράσουν. Μια μέρα από τον καιρό που διαρκούσαν οι απόκριες μια
οικογένεια καλούσε άλλες δύο-τρεις οικογένειες συνήθως συγγενείς μεταξύ τους για να
γιορτάσουν τις απόκριες. Οι καλεσμένοι φτιάχνανε φαγητό συνήθως κάθε είδους κρεατικό
γιατί σε λίγες μέρες θα άρχιζε η νηστεία, η σαρακοστή, και το πήγαιναν στο σπίτι της
οικογένειας που τους κάλεσε. Όποιος ήθελε πήγαινε ντυμένος μασκαράς, όμως συνήθως
φορούσαμε τα κανονικά μας ρούχα. Τρώγαμε, γλεντούσαμε, τραγουδούσαμε για να
γιορτάσουμε τις απόκριες και να καλωσορίσουμε τη νηστεία που θα ξεκινούσε την Καθαρά
Δευτέρα. Παίζαμε κι ένα παιχνίδι που το λέγαμε αυγό. Τώρα θα σου πω πως παιζόταν. Όταν
καθόμασταν στο τραπέζι για φαγητό ο νοικοκύρης κρεμούσε από ένα χαλκά που υπήρχε
πάνω από το τραπέζι μια κλωστή με ένα αυγό κρεμασμένο. Όλοι καθισμένοι στο τραπέζι
έβαζαν τα χέρια πίσω στη μέση τους και ο νοικοκύρης γυρνούσε την κλωστή με το αυγό
κυκλικά. Τότε όλοι προσπαθούσαν να πιάσουν το αυγό με το στόμα. Όμως καθώς
προσπαθούσαν να πιάσουν το αυγό αυτό σιγά σιγά κοβόταν και στο τέλος δεν πήγαινε στο
στόμα κανενός. Την Κυριακή των απόκριων γυρνούσαμε όλοι μικροί και μεγάλοι ντυμένοι
μασκαράδες στο χωριό και γλεντούσαμε στην πλατεία.»
(Θεοδοσιάδου Όλγα, 65)
δ) Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή
«Το Πάσχα το γιορτάζαμε με την ίδια ευλάβεια όπως κάθε άλλη γιορτή. Όλη τη Μ.
Εβδομάδα κάναμε νηστεία και πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τα 12
Ευαγγέλια. Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας επίσης βάζαμε σ’ ένα πιάτο μερικά φασόλια,
λίγο αλάτι και τα αυγά της οικογένειας που είχαμε στο καλάθι και τα πηγαίναμε στην
εκκλησία να διαβαστούν. Μετά τα φασόλια τα σπέρναμε στα χωράφια και το αλάτι το
βάζαμε στις τροφές των ζώων. Τώρα να σου πω συγκεκριμένα.
Τη Μ. Τετάρτη πηγαίναμε από νωρίς στο ευχέλαιο για να πάρουμε το αγιασμένο λαδάκι
στο σπίτι μας και να το αλείψουμε στα μέρη του σώματός μας, μέτωπο, παλάμες κτλ.
Τη Μ. Πέμπτη σηκωνόμασταν νωρίς το πρωί για να βάψουμε τα αυγά. Όλη τη μέρα είχαμε
κρεμασμένο στα παράθυρα και στα μπαλκόνια μας ένα κόκκινο πανί που συμβόλιζε τη σημερινή μέρα. Τα αυγά τα βάφαμε κόκκινα όπως το αίμα του Χριστού, όχι όπως σήμεραπου τα βάφουν πράσινα, κίτρινα , μπλε, και καμιά φορά και με φύλλα κρεμμυδιού. Τυλίγαμε το αυγό με το φύλλο του κρεμμυδιού, το βάζαμε μέσα σε μια κάλτσα, γυναικεία
λεπτή, όχι αντρική, και το ρίχναμε στην κατσαρόλα που ήταν γεμάτη με νερό να βράσει.
Όταν βράζαμε τα αυγά τα βάζαμε σ’ ένα καλάθι στο τραπέζι. Στο καλάθι όμως βάζαμε τόσα
αυγά όσα τα άτομα της οικογένειας, στη δικιά μου οικογένεια π.χ. ήμασταν πέντε άτομα,
δύο γονείς και τρία παιδιά. Επίσης εκείνη τη μέρα κάναμε και πίτες. Το βράδυ πηγαίναμε
στην εκκλησία για να ακούσουμε συγκεντρωμένα τα 12 Ευαγγέλια και να προσκυνήσουμε
τον σταυρωμένο προτού μπει στον τάφο και όταν τελείωνε η λειτουργία σχεδόν όλες οι
γυναίκες του χωριού μέναμε για να στολίσουμε τον επιτάφιο. Τον στολίζαμε με κισσούς
γιατί στα ορεινά χωριά δεν υπάρχουν πολλά είδη λουλουδιών και τον κισσό μπορούσαμε
να τον βρούμε πιο εύκολα.
Τη Μ. Παρασκευή το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία να προσκυνήσουμε τον επιτάφιο.
Μόλις τελείωνε η λειτουργία γυρνούσαμε όλοι μαζί με τον επιτάφιο όλο το χωριό.
Μπροστά πήγαιναν τα εξαπτέρυγα, μετά οι μυροφόρες που έριχναν λουλούδια για να
περάσει ο επιτάφιος, από πίσω ο επιτάφιος που τον κουβαλούσαν τέσσερις άντρες, πιο
πίσω ο παπάς και μετά οι πιστοί. Μόλις τελείωνε η περιφορά, γυρνούσαμε πίσω στην
εκκλησία. Αυτοί που κουβαλούσαν τον επιτάφιο τον σήκωναν ψηλά έξω από την είσοδο της
εκκλησίας και οι πιστοί περνούσαν από κάτω και έμπαιναν στην εκκλησία για να συνεχιστεί
η λειτουργία.
Το Μ. Σάββατο πηγαίναμε πάλι από νωρίς στην εκκλησία και περιμέναμε την Ανάσταση με
τις λαμπάδες μας. Μόλις ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη» όλοι αγκαλιαζόμασταν,
φιλιόμασταν και ευχόμασταν χρόνια πολλά ο ένας στον άλλο. Ανάβαμε τις λαμπάδες μόλις
ακούγαμε από τον παπά το «Δεύτε λάβετε φως» και τσουγκρίζαμε τα αυγά. Όχι όμως τα
αυγά που είχαμε στο καλάθι του σπιτιού και ήταν διαβασμένα γιατί το θεωρούσαμε
αμαρτία. Αυτά τα αυγά τα σπάγαμε μόνοι μας, ο καθένας το δικό του χωρίς να τα
τσουγκρίσουμε και τα τρώγαμε. Τα τσόφλια από τα διαβασμένα αυγά τα μαζεύαμε και τα
καίγαμε. Ένα από τα διαβασμένα αυγά ήταν της Παναγίας και το βάζαμε στο εικονοστάσι.
Το αφήναμε εκεί ένα χρόνο μέχρι το επόμενο Πάσχα, και επειδή ήταν διαβασμένο δε
μύριζε. Μόλις ερχόταν το επόμενο Πάσχα και θα το αλλάζαμε, αυτό που υπήρχε από πριν
το καίγαμε.
Ανήμερα το Πάσχα η κάθε οικογένεια έτρωγε στο σπίτι της κρέας συνήθως όπως άλλωστε
και τα Χριστούγεννα. Μετά το φαγητό πήγαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου, στη γειτονιά για
το «Χριστός Ανέστη» και τα «Χρόνια πολλά». Κερνούσαν ο ένας τον άλλο και το βράδυ
μαζευόμασταν όλο το χωριό και γλεντούσαμε την Ανάσταση του Χριστού για τρεις μέρες.»
ε) Γιορτές του καλοκαιριού
«Το καλοκαίρι δύο είναι οι γιορτές στις οποίες γλεντούσαμε πολύ. Η μία είναι στις 24
Ιουνίου που είναι η γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου. Το βράδυ εκείνης της μέρας
μαζευόμασταν όλο το χωριό στην πλατεία για γλέντι. Ανάβαμε φωτιές και ένας ένας
ανεξάρτητα από την ηλικία του πηδούσε από πάνω. Συνήθως όμως και περισσότερο
πηδούσαν οι ανύπαντροι γιατί έλεγαν πως όσες πιο πολλές φορές περάσουν πάνω από τη
φωτιά τόσο πιο γρήγορα θα παντρευτούν.
Η δεύτερη μεγάλη γιορτή είναι τον 15 Αύγουστο που γιορτάζει η εκκλησία του χωριού που
ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Παραμονή – Ανήμερα και την επόμενη μέρα
το χωριό ήταν γεμάτο κόσμο. Άτομα από άλλα χωριά αλλά και από τις τριγύρω (περιοχές;) ερχόταν να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας αλλά και για να γλεντήσουν στο χωριό. Στην πλατεία του χωριού είχαμε όργανα, λύρες, νταούλια, καθώς επίσης και ψησταριές με φαγητό για τον κόσμο. Γινόταν κανονικό πανηγύρι στο χωριό. Ερχόταν πλανόδιοι πωλητές
που στήνανε τους πάγκους τους που ήταν γεμάτοι ρούχα, παιχνίδια, εργόχειρα, παπούτσια,
κασέτες και οτιδήποτε μπορείς να φανταστείς στην πλατεία. Θυμάμαι μάλιστα όταν
ήμασταν μικρά όλο ζητούσαμε λεφτά από γονείς και συγγενείς και παίρναμε παιχνίδια.
Τρεις μέρες γλεντούσαμε ασταμάτητα. Το καλοκαίρι άλλες γιορτές που να γιορτάζονται με
τέτοιο τρόπο δεν είχαμε. Όμως πηγαίναμε σε διπλανά χωριά για να γιορτάσουμε όπως π.χ.
στις 20 Ιουλίου που είναι του Προφήτη Ηλία και γιορτάζουν οι κτηνοτρόφοι. Τότε
μαζεύονταν όλοι οι κτηνοτρόφοι από τα χωριά του δήμου και πηγαίνανε για γλέντι με τις
οικογένειες τους στο χωριό που γιόρταζε τότε.»
(Θεοδοσιάδου Όλγα, 65)