Τελετουργίες από ΠΟΡΠΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
Β. έθιμα λαΪκού εορτολογίου
Α) Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Στην Πόρπη τα παιδιά μέχρι το 1930 και λίγο αργότερα, από εβδομάδες μπροστά και σαν να έμπαινε η Σαρακοστή για τα Χριστούγεννα, άρχιζαν να ετοιμάζονται για τα <<κόλιαντα>>, κάνοντας πρόβες, φωνάζοντας στις γειτονίες κάθε βράδυ σχεδόν. Έτσι το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, πανέτοιμα πλέον, με τις ομάδες τους ξεχύνονταν στα σκοτεινά μονοπάτια του χωριού, κρατώντας στα χέρια τους χοντρά και μακριά ξύλα, τις <<τσουμάκες>>. Τα ξύλα αυτά δεν ήταν μόνο σύμβολο της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου. Ήταν τα προστατευτικά τους μέσα από τις επιθέσεις των σκυλιών. Με αυτές επίσης θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών, για να τους ανοίξουν. Τα <<κόλιντα>> λεγόταν μόνο από αγόρια στα χωριά των προσφύγων από την Ανατολική Θράκη.
Β) Το δωδεκαήμερο-Χριστούγεννα
Όλα τα σπίτια στο χωριό τάιζαν και από ένα γουρούνι. Το είχαν σε ξύλινο σπίτι μέσα στην αυλή του σπιτιού, τον τσάρκο, και Παραμονή Χριστουγέννων το έσφαζαν. Δεν πετούσαν σχεδόν τίποτα. Το κεφάλι το κρατούσαν για πατσά, το τρώγανε την Πρωτοχρονιά ή τα φώτα. Τα έντερα και το στομάχι τα έκαναν μπάμπω και λουκάνικα. Το λίπος και λαρδί το έλιωναν για να γίνει λίγδα, που το χρησιμοποιούσαν σε φαγητά και γλυκά. Το κρέας που έμενε το έκαναν καβουρμά που τον διατηρούσαν μέσα σε τσουκάλια. Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων, οι νοικοκυρές έπιαναν το ζυμάρι και έφτιαχναν μικίκια (λουκουμάδες με τρύπα στη μέση), τα άφηναν στο τζάκι. Τα παλικάρια γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα και οι νοικοκυρές τους κερνούσαν. Όμως, την μεγάλη χαρά την είχαν τα παιδιά. Μαζεύονταν παρέα, έπαιρναν ένα καλάθι, έλεγαν από σπίτι σε σπίτι τα κάλαντα και τους έδιναν ξυλοκέρατα, λαρσί, μιμίκια, μήλα. Που και που και καμιά δεκάρα.
Ανήμερα των Χριστουγέννων κρατώντας τα φανάρια στο χέρι, πήγαιναν στην εκκλησία. Όταν σχολούσε πήγαιναν στα σπίτια των γονιών, έκαναν χρόνια πολλά, έτρωγαν μπάμπω. Το μεσημέρι μαγείρευαν λάχανο τουρσί και το βράδυ γυρνούσαν σε σπίτια φίλων που γιόρταζαν και γλεντούσαν. Τα παλικάρια τραγουδούσαν τα εξής κάλαντα:
<<Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, απόψε Χριστός γεννιέται
απόψε Χριστός θα γεννηθεί, στον Ιορδάνη πέφτει.
Καλός είναι κι άγιος ο Θεός, καλός είναι κι από τα λέει,
όποιος τα λέει χαίρεται, κι όποιος τα ακούει αγιάζει
κι όποιος τα καλοφουγκαστεί παράδεισο γυρεύει
Πόψε βαγγέλια λειτουργούν και δυο πουστόλια ψάλλουν
Ψέλνοντας και διαβάζοντας χρυσό δεντρί φυτρώνει, το δέντρο ήταν του Χριστού,
τα αλώνια τα βαγγέλια και τα αργυροφυλίτσια του ήτανε προφητάδες
προφήτευαν και έλεγαν για του Χριστού του λάθη.
Και συ Χριστέ μου αλήθεια λες στο κόσμο σταυρωμένος
Τον έπιασαν για τον σταυρό σαν πάνε να τον σκιντσέψουν,
Πολλές σκιντσές τον έδωσαν, πάνε να τον κηδέψουν.>>
Τα κάλαντα ενώνονται με το τραγούδι για τα λάθη, του Χριστού και γίνονται ένα.
Πρωτοχρονιά
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πρωί πρωί, όλα τα παιδιά με τα καλάθια στο χέρι έλεγαν τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι.
Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν φύλλα, για να κάνουν βασιλόπιτα. Τα φύλλα τα ανοίγουν ένα ένα, έβαζαν τυρί, γάλα κι αυγά και στην μέση ένα παρά (κέρμα). Στα γύρω γύρω κομμάτια έβαζαν άχυρο για τα χωράφια, ένα κλαδάκι για τα ζώα, ένα χρυσό χαρτί για το σπίτι. Μετά ετοίμαζαν το ΓκανταΪφ.
Το βράδυ μαζεύονταν στο σπίτι των γονιών και ο νοικοκύρης του σπιτιού έβαζε την βασιλόπιτα στο σουφρά, την σταύρωνε, την θύμιαζε, κάθονταν όλοι γύρω γύρω και έδινε στο καθένα το κομμάτι του.
Η νοικοκυρά έπαιρνε ένα υνί (σίδερο από το αλέτρι), έβαζε κάρβουνα από το τζάκι και θύμιαζε το σπίτι. Πήγαινε στο στάβλο (στο νταμ), θύμιαζε τα ζώα και με το κάρβουνο σβησμένο έκανε ένα σταυρό στη ράχη των ζώων.
Μόλις άλλαζε ο χρόνος ο νοικοκύρης έβαζε μια πέτρα ή ένα σίδερο πίσω από τη πόρτα, πατούσαν όλοι πάνω, για να είναι όλοι γεροί και την κρατούσαν σαράντα μέρες.
Το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, έβαζαν ένα παιδί να καθίσει πάνω στη σκούπα μπροστά στο τζάκι. Του έδιναν μια βέργα, χτυπούσε λίγο τη νοικοκυρά και ανακάτευε τη φωτιά και τραγουδούσαν το εξής τραγούδι.
<<Σούρβα σούρβα για χαρά
για σταφίδα για παρά
γερό κορμί γερό σταυρί
σαν ασήμι σαν κράνια
όσες τρύπες στο δρυμόν
τόσες θημωνιές στο αλών
και του χρόνον όλοι γεροί
Κι καλόκαρδοι>>
Αυτό ήταν το ποδαρικό για το καλό του χρόνου και για μπερεκέτια (αφθονία). Μετά την εκκλησία γύριζαν στο σπίτι, έτρωγαν συνήθως ντολμάδες, πίτες και γλεντούσαν μέχρι αργά την νύχτα.
Φώτα
Ανήμερα τα φώτα, μετά την εκκλησία, ο παπάς έβγαζε σε δημοπρασία τον σταυρό. Όποιος έδινε τα πιο πολλά λεφτά, τον έπαιρνε στο σπίτι και τον κρατούσε 40 ημέρες. Επειδή στη Πορπι δεν υπήρχε ποτάμι, ο σταυρός βυθιζόταν στη κολυμβήθρα και γινόταν κλήρωση για αυτόν που θα έπαιρνε τον σταυρό και θεωρούνταν ο τυχερός της χρονιάς. Το απόγευμα όλοι μαζεύονταν στη πλατεία, όπου γινόταν το γλέντι με γκάιντες, τουμπερλέκια και γραμμόφωνα. Τον πρώτο χορό έπρεπε να τον σύρει ο παπάς, αυτός ο χορός λεγόταν και << χορός του παπά>>, γιατί αυτό το γλέντι ήταν του παπά.
Σε όλη την διάρκεια του 12ημέρου, οι νοικοκυρές δεν άφηναν ρούχα απλωμένα, για να μην τα μαγαρίσουν οι καλικάντζαροι.
Τα κάλαντα που έλεγαν τα Θεοφάνια ήταν τα καλιώρα που λέγονταν και σε άλλες περιοχές της Ανατολικής Θράκης, αλλά με διαφορές ανάλογα με τον τόπο. Τραγουδούσαν τα εξής κάλαντα:
<<καλή σιν’ώρα αφέντη μου κι αρχή καλήν την ώρα, εδώ μας εστείλα κι ήρθαμι, ιδώ στ’αρχοντολόγια.
Εδώ ξαφρίσουν το φλουρί τ’ασήμ’ και το λογάρι και στου φλουριού το ξάφρισμα βαριά κοιμάτ’αφέντης και πως να τον ξυπνήσουμε το θ’κο μας τον αφέντη
Φέρετε μήλα δώδεκα, νεράντζια δεκαπέντε κι ένα καφεροδοστάφιο να πιεί να ξαγρυπνήσει.
Κι αν ήπιε και ξαγρύπνησε γυρεύει να καβαλικέψει γυρεύει τι, σέλα μάλαμα, τσουλτάρι ασημένιο.
Και τα σκαλοπατήματα να’ναι μαργαριτάρια εάν έκανε και κίνησε τον Άγιο Γιάννη μοιάζει>>
Μετά τα κάλαντα, αυτά στο τέλος των γιορτών του 12ήμερου προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν συμβολικά καλοτυχία και ευτυχία, για τον χρόνο που έρχεται, άγνωστος και απειλητικός. Στην Πόρπη ακόμη και σήμερα, καθώς επίσης και σε άλλα γειτονικά χωριά τα κάλαντα ‘’καλιώρα’’ τραγουδιούνται από τους νέους.
Γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου
Αγίων Θεοδώρων
Η παρασκευή των πρώτων Χαιρετισμών της Παναγίας είναι η παραμονή της γιορτής των Αγίων Θεοδώρων. Αυτή την βραδιά τα παλικάρια του χωριού έκλεβαν τα αμάξια από τις αυλές των σπιτιών και τα συγκέντρωναν στη πλατεία του χωριού. Την άλλη μέρα οι γονείς των κοριτσιών τα έπαιρναν πίσω και τα κορίτσια προσπαθούσαν να μάθουν ποιος πρωτοστατούσε στο κλέψιμο του δικού τους αμαξιού.
Δ. Απόκριες
Τις Απόκριες μεταμφιεζόταν κάποιος άντρας παριστάνοντας τον αράπη και την αρκούδα ή έκαναν διάφορες κατασκευές, όπως αυτοσχέδια ελικόπτερα, διπλούς ανθρώπους από άχυρο, αρκούδα, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, τρώγοντας, πίνοντας και γλεντώντας. Το βράδυ της Αποκριάς υπήρχε το έθιμο της συγχώρεσης που ζητούσαν οι νεότεροι από τους ηλικιωμένους, σε κάθε, ανεξαιρέτως, χριστιανική οικογένεια του χωριού και το κέρασμα του λουκουμιού. Το βράδυ της Αποκριάς γίνονταν μεγάλα νυχτέρια στο σπίτι των γηραιότερων μελών των ευρύτερων οικογενειών. Μαζεύονταν όλοι στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς: παιδιά, νύφες, αδέρφια, ξαδέρφια και εγγόνια. Κρεμούσαν σε χαλκά που υπήρχε τότε σε όλα τα ξύλινα ταβάνια ένα λουκούμι -έλλειψη αυτού- ή ένα καθαρισμένο αυγό, δεμένο σε σχοινί. Τα παιδιά έκαναν κύκλο γύρω από το κρεμασμένο λουκούμι ή αυγό, με τα χέρια πίσω, προσπαθώντας να το δαγκώσουν χωρίς την βοήθεια των χεριών, ενώ αυτό αιωρούνταν.
Ήταν ένα πολύ διασκεδαστικό έθιμο που γλύκαινε την ατμόσφαιρα και δημιουργούσε συνθήκες χαράς και γέλιου. Στο τέλος, αποχωρώντας όλοι ζητούσαν συγχώρεση για πιθανές παρεξηγήσεις ή λάθος συμπεριφορές, ώστε η Σαρακοστή να ξεκινήσει χωρίς το βάρος της αμαρτίας.
Αυτό ήταν έθιμο συγχώρεσης. Σήμερα, το ωραίο αυτό χριστιανικό έθιμο δεν υπάρχει πια, αφού <<τώρα όλοι έχουνε πέτρα στην καρδιά και δεν χαίρονται>>.
Καθαρά Δευτέρα
Α) Το έθιμο της εκυλοδευτέρας
Οι πιο χωρατατζήδες χωριανοί έπιαναν ένα σκύλο, κατά προτίμηση καλοθρεμμένο και μεγάλο, τον κρεμούσαν ανάμεσα σε δύο σχοινιά δεμένα σε στύλους ή δύο δέντρα. Τύλιγαν τα σχοινιά γύρω από το σκυλί, τα περιέστρεφαν και μετά τα άφηναν να ξετυλιχτούν με οργή. Πολλές φορές μαζί με τον σκύλο έβαζαν και μια γάτα. Όπως ξετυλιγόταν το σχοινί περιστρέφονταν και ο κακομοίρης ο σκύλος στο τέλος εκσφενδονίζοντας ψηλά. Ήταν ένα <<βάρβαρο>> μεν αλλά θεαματικό έθιμο. Το έθιμο είναι αρχαίο και επεδίωκε με το ουρλιαχτό -που έβγαζε ο σκύλος- το διώξιμο των δαιμόνων (και να μην ξεχνάμε ότι και οι καλικάντζαροι εμφανίζονται με την μορφή σκύλου), τον εξαγνισμό, ένα έθιμο ευγενικό και γονιμικό, γνωστό ευρύτερα στο βαλκανικό χώρο. Το έθιμο μέχρι το 1965 διατηρήθηκε και μετά απαγορεύτηκε.
Β) Μουντζούρωμα
Η προετοιμασία ξεκινούσε από το προηγούμενο βράδυ με την παρασκευή των εδεσμάτων, το βράσιμο της παραδοσιακής φασολάδας και το ζύμωμα των λουκουμάδων, έτσι ώστε το επόμενο πρωί να καταναλωθούν. Την κάπνια την έπαιρναν από τα καζάνια που έψηναν τα φαγητά, έτσι ώστε όλοι όσοι συμμετέχουν στη γιορτή να είναι μασκαρεμένοι. Προς το τέλος οι κάτοικοι καλύπτουν το σώμα τους με δέρματα ζώων και κουδούνια και γυρίζουν όλο το χωριό κάνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο θόρυβο, για να ξορκίσουν το κακό. Οι νοικοκυρές βρίσκονταν στο πόδι, καθώς ξημέρωνε Δευτέρα: καθάριζαν τα τσουκάλια από τα λίπη, που το κυριακάτικο φαγοπότι άφησε. Τα έπλεναν με ζεστό σταχτόνερο και έτσι καθαρά (εξού και καθαρά Δευτέρα) τα είχαν έτοιμα να δεχτούν για βράσιμο τα νηστίσιμα.
Ε. Κινητές Εορτές
Άγιος Γεώργιος
Το κεντρικό πανηγύρι του χωριού είναι στην εορτή του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου και κατά τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα), στο όνομα του οποίου τιμάται ο ενοριακός ναός της Πόρπης. Στο πανηγύρι αυτό κάνουν κουρμάνια, μαγειρεύουν το κρέας και το διανέμουν αμέσως μετά την λειτουργία στους χωριανούς. Τώρα πια και με την βοήθεια του συλλόγου των γυναικών, που δραστηριοποιείται εδώ στο χωριό. Η συμμετοχή του κόσμου είναι πάνδημη. Κάθε χρόνο γίνεται λαχειοφόρος αγορά με έπαθλο ένα αρνί, προσφορά συγχωριανών μας κτηνοτρόφων.
Την Κυριακή του Πάσχα τελείται δύο φορές εσπερινός. Αν την επόμενη μέρα γιορτάζει ο πολιούχος του χωριού, το πρωί ως εσπερινός της αγάπης και το απόγευμα ως εσπερινός της παραμονής του πανηγυριού. Οπότε περιφέρεται η εικόνα του αγίου στο χωριό, με μουσική και με συμμετοχή του κόσμου από τα γειτονικά χωριά. Δηλαδή από τη Νέα Καλλίστη, την Μέση, την Γλυφάδα καθώς επίσης και την Αίγεφο.
Σαρακοστή
Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει και η Σαρακοστή και τελείωνε το Σάββατο του Λαζάρου. Η Σαρακοστή είχε διάρκεια 40 ημέρες. Ήταν μια περίοδος νηστείας και προσευχής. Κάθ’ όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή τελούνταν από τον ιερέα του χωριού, η Προηγιασμένη Ακολουθία. Σε αυτή, οι χωριανοί λάμβαναν θεία κοινωνία, η οποία είχε προηγηθεί την προηγούμενη Κυριακή. Την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Σαρακοστής ήταν η Κυριακή των βαΪων.
Όλη την περίοδο από την καθαρά Δευτέρα μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο, δεν έτρωγαν κανένα ζωικό κρέας. Εξαίρεση αποτελούσαν η ημέρα του Ευαγγελισμού στις 25 Μαρτίου και η Κυριακή των βαΪων, όπου επιτρεπόταν η βρώση ψαριών. Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή νήστευαν το λάδι.
Το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας γιόρταζαν τη μνήμη των Αγίων Θεοδώρων. Κατά το Σάββατο συνηθιζόταν να φτιάχνονται κόλλυβα σε ανάμνηση του θαύματος των κόλλυβων του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Την τρίτη Κυριακή των νηστειών, η εκκλησία πρόβαλλε την προσκύνηση του Τίμιου Σταυρού. Την τέταρτη Κυριακή των νηστειών, τιμούσαν τη μνήμη του Αγίου Ιωάννη. Η πέμπτη Κυριακή των νηστειών ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας.
Το απόγευμα όλων των Κυριακών της Σαρακοστής, μέχρι και την πέμπτη Κυριακή των νηστειών, τελείται ο Κατανυκτικός Εσπερινός. Κάθε απόγευμα από Δευτέρα μέχρι και την Πέμπτη τελούνταν το Μεγάλο Απόδειπνο. Στη Πόρπη το Μεγάλο Απόδειπνο το ψάλλουν γυναίκες και άντρες, όχι παιδιά.
Κάθε Τετάρτη και Παρασκευή της Μεγάλης Σαρακοστής τελείται η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων, λειτουργία κατανυκτική. Τις άλλες μέρες της εβδομάδας τελούνταν μόνο όρθρος. Τα Σάββατα τελείται η Λειτουργία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ενώ τις Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Τις πρώτες 4 εβδομάδες ψέλνουν τον Ακάθιστο ύμνο.
Πάσχα
Η Μεγάλη Εβδομάδα άρχιζε το βράδυ της Κυριακής των ΒαΪων, οπού τελούνταν η Ακολουθία του Νυμφαίου και τελείωνε το Μεγάλο Σάββατο. Παλαιότερα την εβδομάδα αυτή παράλληλα με την αυστηρή νηστεία συνηθιζόταν και η πλήρης αποχή των χωριανών από κάθε εργασία.
Το απόγευμα προς το βράδυ της Κυριακής των ΒαΪων ψαλλόταν ο όρθρος της επόμενης μέρας της Μεγάλης Δευτέρας, ομοίως και με τις υπόλοιπες μέρες της Μεγάλης εβδομάδας. Έτσι, το απόγευμα κάθε ημέρας τελείται ο όρθρος της επόμενης. Την Μεγάλη Τετάρτη στην εκκλησία ψαλλόταν το Τρόπαιο της Κασσιανής.
Την Μεγάλη Παρασκευή αναγιγνώσκονταν τα 12 Ευαγγέλια. Ανάμεσα στο 5ο και στο 6ο Ευαγγέλιο γινόταν η έξοδος του Τίμιου Σταυρού με τον Εσταυρωμένο από την Αγία Τράπεζα, γινόταν η περιφορά Του σε όλο το ναό και ψαλλόταν το <<Σήμερον κρεμάται επί ξύλου. Το πρωί της Μεγάλης
Σελ.96-97
Τελευταία χρονιά οι πανηγυρικές εκδηλώσεις του Προφήτη Ηλία πήραν μεγάλες διαστάσεις, επισκίασαν το παραδοσιακό μεγάλο πανηγύρι των παγουριών, έχουν μεγάλη επιτυχία και συμμετέχουν πολλοί χορευτές, κόσμος και συγκροτήματα. Το σημαντικότερο από όλα όμως, είναι πως το πανηγύρι καθιερώθηκε ως μέρας συνάντησης των απανταχού Προπιωτών, σημείο αναφοράς για τους πολλούς ξενιτεμένους συγχωριανούς μας. Όπου επιλέγουν ως περίοδο διακοπών ή χρόνο επίσκεψης στη γενέτειρα τους τις 19-20 Ιουλίου. Βέβαια, τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Για την επιτυχία των εκδηλώσεων σημαντική ήταν και είναι η προσπάθεια και οι εμπνεύσεις της διοίκησης του δραστήριου Συλλόγου Γυναικών Πόρπης.
Γ. Μαγεία και σχετικές δεισιδαιμονίες
Α. Βασκανία
Οι κάτοικοι του χωριού πίστευαν στη Βασκανία, δηλαδή στο κακό μάτι. Όταν κάποιος είχε πονοκέφαλο, του έλεγαν <<ματιασμένος είσαι>>. Έπειτα, κάποια γυναίκα αναλάμβανε να τον ξεματιάσει, λέγοντας μια προσευχή προς το Θεό, ζητώντας του βοήθεια. Όλες οι γυναίκες του χωριού ήξεραν να ξεματιάζουν.