Τελετουργίες από ΝΕΑΣ ΚΕΣΣΑΝΗΣ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ
2. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α. Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα
Μέχρι τα Χριστούγεννα νήστευαμ΄ σαράντα μέρες, δεν ετρωγάνε τίποτα τότε κόσμος, νήστευαν πολύ, όλοι, ούτε χόρευαν- το φαγητό ήταν πρασόρυζο και φασούλια.
β. Το δωδεκαήμερο ( 25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)
Τα Χριστούγεννα τώρα πάγεναμ΄ στην εκκλησία, όπως τώρα. Από δεκαέξι χρονών, μέχρι τριάντα χρονών μεγάλ΄ , με τα ξύλα, με τα κοψά τα ρούχα όχ΄ πιδιά, αρρ΄βωνιασμέν΄ , νιόπαντροι. Ήξεραν ότι όλες οι νοικοκυρές είχαν την λάμπα κατεβασμέν΄ του φυτίλ΄ αρχινούσαν απ΄ την άκρα του χωριού και μόλις έρχονταν εδώ στην πόρτα ακόμα, αρχινούσαν να τραγουδάνε- τ΄ άκ΄γε νοικοκύρ΄ς σήκωνε το φυτίλ΄. Έμπαιναν μέχρ΄ εδώ πέρα, εδώ κοιμόμασταν μεις τότε, τα σπίτια ήταν έτς΄, κοιμόμασταν όλ΄ μαζί σε μια κάμαρα. Έμπαιναν ΄δω μπροστά όλ΄ , εκείν΄ που τραγουδούσαν μπροστά, γιαλλ΄ πίσω. Ποιο ήταν το τραγούδι τώρα- μόλις έρχονταν εδώ στην πόρτα αρχίν΄ζαν: « Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο», τώρα οι άλλ΄ μισοί «Χαρά στον κόσμο, τον κόσμον όλον» δυνατά τραγουδούσαν, οι άλλ΄ πάλι «Μα μη να πάμε, μα μη να φέρουμ΄», οι άλλ΄ «Να παν να φέρουν τη λιού τη μάνα», οι άλλ΄ «Τη λιού τη μάνα τη βλογημένη
τη βλογημένη, τη δοξασμένη»
οι άλλ΄ «Κι όσο να πάνε, κι όσο να ΄ρθούνε»
οι άλλ΄ «Κι όσο να πάμε, κι όσο να ΄ρθούμε, Χριστός Ανέστη». Γιατί το ΄λεγε «Χριστός Ανέστη» όμως. Το Ανέστη αυτό δεσποτάδες το ξέρουν- το Ανέστη και το Γεννήθηκε είναι ένα πράγμα- δεν το λέει γεννήθηκε. Πρέπει να ρωτήσουμ΄ κοντά πολύ γραμματισμένο, κάνα δεσπότ΄ να μας εξηγήσουν. Δεν τα βγάλαμ΄ μεις αυτά, αυτά ήρθαν απ΄ την Κωνσταντινούπολη. Τώρα τελείωσε το τραγούδι. Άμα έχ΄ κουρίτς΄ , θα πουν για το κουρίτς΄, άμα έχ΄ πιδί, θα πουν για το πιδί, άμα το πιδί πάγενε σχολείο, λέγαν για το σχολείο. Ιδώ το συνεχούσαμ΄ για μια χρουνιά και μετά το παράτησαμ΄. Μετά βγήκαν΄ αυτά π΄ λέτε σεις τώρα. Όταν τελειώνουν το τραγούδι νοικοκυρά είχε μια κουλούρα έτοιμ΄, στόλιζε το σπίτ΄, έβανε κάτ΄ πιτσέτες στον τοίχο, δεν υπήρχαν τα μπιμπελά τότες κι εβάναμ΄ πετσέτες στους τοίχους, χαρτιά έβαζαμ΄ τ΄ αράδιαζαμ΄ στα ντουβάρια- ιτοίμαζε και κουλούρα η νοικοκυρά, με του ζυμάρι, πλεξούδα, σαν τσουρέκι· στρογγυλό κι όταν τελείωναν, το τραγούδι αυτοί, είχαν ένα πιδί μαζί, ένα παλλ΄ καρ΄ , κι είχε ένα τσουβαλάκ΄ μαζί τ΄ κι έβανε τις κουλούρες· και μόλις τελείωνε το τραγούδι, κείνο έκανε νιάου σαν γάτα δήθεν να ξέρ΄ η νοικοκυρά ποιος είναι κι έμπαινε εκεί, νιάου έκανε και πάενε η νοικοκυρά το ΄δινε ντ΄ κουλούρα τ΄ . Ύστερα σπιτονοικοκύρ΄ς κερνούσε· έπαιρνε μια ξύλινη μπούκλα, με κείνο, οχ΄ ποτήρ΄ , άντε στην υγειά μας, άντε στην υγειά μας, αράδα όλ΄ κρασί.
Τα Χριστούγεννα δεν έφταχναμ΄ μπάμπες. Μετά την εκκλησία που άρχιζε και τελείωνε πολύ νωρίς, έφτιαχναν κεμπάπ· αυτό ήταν τηγανιτά κομματάκια κρέας χοιρινό, οι δικοί σας το λέν΄ τζιζ-μπίζ· έμενε ένας σπίτ΄ , η γιαγιά, ο παππούς και τα ΄τοίμαζε· έκαναν και κρασάκ΄ και για να μη μας πειράζ΄ έστιβαμ΄ λεμόν΄. Κοτόσουπα δεν έτρωγαμ΄, έφτιαχναμ΄ λουκάνικα, μεζέδες, τουρσιά, πίτες γλυκές με το ρύζ΄ το μπλιγούρ΄, το κολοκύθ΄, τυρόπιτες εφτιάχναμ΄ , χαλβά με τ΄ αλεύρι, φρούτα, ξηρούς καρπούς. Και μετά στο γλέντι, τρεις μέρες και τρεις νύχτες στα σπίτια δεν πήγαιναν, ολ΄ στο καφενείο γλεντούσαν. Το ίδιο και τα Θεοφάνια.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν τη βασιλόπιτα που ήταν ψωμί σφραγισμένο με τη σφραγίδα της λειτουργιάς και έβαζαμ΄ ένα τυχερό φλουρί. Μαγείρευαμ΄ κοτόπουλο, λάχανο, τουρσί έβγαζαμ΄ αλλά πριν φάν΄ ο πατέρας θυμιάτ΄ιζε όλους, όλο του σπίτ΄ , την αποθήκη, το κοτέτς΄ , το ντάμ΄. Τη βασιλόπιτα την έκοβαμ΄ από βραδύς κι έτρωγαμ΄ κι μιτά πήγαιναμ΄ στο μαγαζί κι γλεντούσαμ΄ . Ο πατέρας θυμιάτ΄ιζε πάνω σ΄ ένα κεραμίδ΄, όχ΄ στο θυμιατό και άφηναμ΄ τα κάρβουνα να κάψουν να σβήσουν, άμα έκαναν στάχτη θα είχαμ΄ μπερεκέτ΄ , άμα μαύριζαν δεν θα είχαμ΄. Τα Θεοφάνια κάλαντα δεν έλεγαμ΄, γιορτή μιγάλ΄. Τον Άη Βασίλη πάλ΄ δεν τον τραγουδούσαμι, δεν μας έμαθι κανένας «Άη Βασίλης έρχεται…» το μάθαμ΄ εδώ στην Ελλάδα. Ικεί είχαμ΄ άλλο όμως. Η ακρανιά ανθίζ΄ τον Γενάρ΄. Τρία πιδιά μαζί τ΄ Άη Βασιλιού τ΄ς έφερναν πατεράδες από ΄να ντάλ΄ κρανιά ανθισμένο και πάγαιναμ΄ αυτό σπίτ΄ στ΄ σπίτ΄ κι δεν έλεγαμ «Να τα πούμι», όπως τώρα, αλλά μόλις μας έβλεπαν αρχινούσαμ΄ «Βούρβα, βούρβα, βούρβα, γειά χαρά και καλημέρα· πολλά στάρια, πολλά κριθάρια, γεμάτα τ΄ αμπάρια, πολλά πουλάκια, πολλά μπρουβατάκια, πουλλά κατς΄κάκια», ό,τι έχ΄ κάθε νοικοκύρ΄ς. Ύστερα έλεγαμ΄ «γερά κόκαλα» κι χτυπούσαμ΄ μι τη βουρβάκα τ΄ς γιαγιάδες και τ΄ς παππούδες.
(Πληροφορητής : Εκμεκτσής Αθανάσιος)
Την παραμονή τα Χριστούγεννα έσφαζαν το γ΄ρουν΄ και ανήμερα πήγαιναμ΄ πρωί πρωί στην εκκλησία. Το βράδ΄ παραμονή έπαιρνε νοικοκυρά το φαρδύ το έντερο του γουρουνιού και το γέμιζε με ρύζι, μπαχάρια, σκοτάκια, καρδιά. Το πρωί μετά την εκκλησία το ΄ψηνε, έφτιαχνε και κρέας κοκκινιστό και έτρωγαμ΄ , μοίραζαμ΄ και στους φτωχούς και στους φίλους, τους συγγενείς, τους γείτονες, γιατί πολλές οικογένειες ήταν φτωχές και δεν είχαν γουρούνια. Έτρωγαμ΄ το μες΄μερ΄ έπιναμ΄ ρακί και κρασί και γλεντούσαμ΄. Γεμιστή κότα έτρωγαμ΄. Η καρκάτζαροι έρχονταν, μας έλεγαν μάνες μας, απ΄ τα βουνά και την έρημη γη, κει που δεν έχ΄ ανθρώπους. Κατεβαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων και έχουν σκοπό να κλέψουν το γ΄ρουν΄ απ΄ τους νοικοκυραίους· φεύγουν όμως τα φώτα που αγιάζ΄ παπάς τα νερά. Αρπάζουν όλ΄ τη νύχτα απ΄ τα σπίτια κι τα πιδιά τ΄ς γυρνάνε ξυπόλ΄τα και κακομοιριασμένα. Τη νύχτα στις 12 που καλεί κόκορας λέν΄ «Ποιος κόκορας λαλεί; Ο κόκκινος κόκορας· όλ΄ λαλεί και όλ΄ χαίρεται» γιατί έχουν ακόμα καιρό μέχρι το πρωί. Λίγο μετά λαλάει άλλος κόκορας ο μαύρος, πάλι «Ποιος κόκορας λαλεί; Ο μαύρος· όλ΄ λαλεί και όλ΄ χαίρεται». Τα ξημερώματα, «Ποιος κόκορας λαλεί; Ο άσπρος· αχ, γρήγορα ξημερωθήκαμε, θα μας πιάσουνε!» Βάζουν οι μάνες τα πιδιά στη ράχη και τα γαϊδουράκια τ΄ς να γυρίσουν στο βουνό για να ξανάρθουν το βράδ΄ .
(Πληροφορητής: Μουσικάκης Αθανάσιος)
Τον Άη Γιάννη πάλ΄ ήταν μεγάλη γιορτή. Έβγαζαν μάνες τα πιδιά τ΄ς έξω το πρωί μές΄ και τα ΄βρεχαν για να είναι γερά. Όσες πάλι ήταν νιόπαντρες ή αρ΄βωνιασμένες, γυρνούσαν στα σπίτια και τ΄ς έβρεχαν κι εκείνες κερνούσαν. Οι άντρες τι έκαναν τώρα. Έταζα εγώ πες στον άλλο κρασί να πάει να βρέξ΄ έναν φίλο μ΄. Κείνος πάλι έταζε παραπάνω να βρέξουν ΄μένα. Έτς΄ όλ΄ βρέχονταν κι έβλεπαν ποιος έταξε παραπάνω κρασί, ποιος έβρεξε τους πολλούς. Μια φορά ο Τάσος κι ο Νικόλας πήγαν με το κάρο το γιατρό και τον έριξαν στην λίμν΄ για 12 κιλά κρασί. Κι μετά έκαναμ΄ γλέντι μεγάλο. Έφερνε καθένας ότι ήθελε, άλλος τυρί, άλλος μπαστουρμά, άλλος λουκάνικα, άλλος πίτα κι χόρευαμ΄ . Μεις καλικάτζαρους δεν πίστευαμ΄ .
(Πληροφορητής: Εκμεκτσής Αθανάσιος)
γ. Γιορτές του Φεβρουαρίου
Την Υπαπαντή, τον Άγιο Τρύφωνα και τ΄ Άη Συμεών δεν δούλευαν οι έγκυες, ούτε έκοβαν τίποτα ούτε αν είχαν έγκυα ζώα για να μην βγουν τα πιδιά τ΄ς σημαδεμένα. Θεός φανέρωνε σημάδια.
(Πληροφορητής: Εκμεκτσής Αθανάσιος)
δ. Απόκριες
Τις απόκριες δεν γιόρταζαν όπως τώρα. Στην μπλατεία έγβαιναμ΄ όλ΄ κι έκουγαμ΄ τα κοφ΄κα, έκαναμ΄ φωτιά μες΄ στην μπλατεία. Μάζωναν καλάθια παλιά, κοφίκα το βράδ΄ κι τα ΄βάνουν φωτιά κι τα ΄καίγαν. Κι μας έβαναν κι πηδούσαμ΄ τ΄ς φωτιές κι κάτ΄ το το νοτιά να πηδάμε όχ΄ κατά πάν΄ , κατ΄ το βοριά κι έλεγαμ΄ «Όλ΄ υγόρ΄ στο γιαλό» · (κείν΄ ήτανι μές΄ στου σπίτ΄ να έτσι΄) κι άλλοι έπεφταν μές΄ στην φωτιά κι καίγονταν τα φουστάνια τ΄ς, σου να κάνουν το αντέτ΄. Χουρό δεν έχ΄· το Πάσχα ύστερα χόρευαν. Τ΄ς απόκριες δε χόρευαμ΄, έπαιζαμ΄ τσαπαλάκ΄, καγίτσα το έλεγατ΄ σεις θρακιώτ΄· δυο-δυο, δυο-δυο ένα κουρίτς΄, ένα πιδί, ένα κουρίτς΄ ένα πιδί πιανούμασταν στη σειρά έτς΄, κι έναν μπροστά χτυπούσε τα χέρια τ΄ να βγούνε τα τελευταία, τ΄ να έφευγε κατά κει, τ΄ άλλο κατά δω κι τώρα έτριχε γι΄ άλλους να πιάς΄ του κουρίτς΄ δεν έτριχε να πιάς΄ του πιδί, το ΄πιρνε ύστερα του κουρίτς΄ πάγενε μπροστά στην σειρά, ύστερα τ΄ άλλο κι έτσι΄ έπαιζαμ΄. Ύστερα τόπια δεν είχ΄· μιτά πανιά έφταχναμ΄ τόπια κι έπαιζαμ΄. Γυναίκες κάθουνταν γύρου γύρου στην πλατεία και κοίταζαν ποιο κουρίτς΄ ήταν καλό ποιο δεν ήταν, ποιο είχι γκόμενο, ποιο πήγαινε με τον γκόμενο τ΄ στο τσαπαζάκ΄. Κι έτς΄ διάλεγαν. *
(πληροφορητής: Εκμεκτσή Δήμητρα)
* Τ’ς Αποκριές έκαναμ’ πίτες, έσφαζαμ’ κοτόπουλο μαγείρευαμ’, έψηναμ’ πίτες, μαζευόμασταν σ’ ένα σπίτ’ κι έκαναμ’ έθιμο για τα πιδιά· κρεμούσαμ’ ένα αυγό απ’ το ταβάν’, βραστό, και από τα πιδιά με τα χέρια πίσω στην πλάτ’ πολεμούσαν να το δαγκάσουν. Το τριήμερο πάλι μιτά τ’ς απόκριες μερικές γυναίκες νήστευαν κι από ψωμί και από νερό· τίποτα δεν έβαζαν στο στόμα τ’ς κι πστεύαμ’ ότι άμα κρατήσεις τριήμερο θα σ’ έχ’ καλά Θεός – μεις είχαμ’ πίστη καλέ.
ε. Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά μέχρι την Πεντηκοστή.
Σαράντα μέρες πριν το Πάσχα νήστευαμ’ όλ’ μικροί μιγάλοι και το φαΐ μας ήταν φασούλια και σαλάτα. Οι νοικοκυρές πετούσαν τ’ αρτημένα και έτριβαν καλά τις κατσαρόλες για να μη μείν’ λίπος καθόλου. Τη Μ. Εβδομάδα πάλι νήστευαμ’ κι από λάδι και νήστευαμ’ κάθε βράδυ στην εκκλησία· γιόρταζαμ’ όπως τώρα. Είχαμ’ το έθιμο του Λαζάρου. Την Κυριακή των Βαΐων πήγαιναν τα πιδιά και τα κορίτσια στην βρύση κι έβρεχαν τα βάγια. Άμα είχε ποτάμ’ κοντά πήγαιναν τα κουρίτσια κι έριχναν τα βάγια κι οποιανής το βάι πάενε πιο μπροστά, κείν’ θα ‘λα γίν’ ζντεγκιούνισσα, θα γίν’ κουμπάρα, δηλαδή θα τ’ς κάν’ τ’ς άλλες το τραπέζι κι τραγουδούσαν:
Όποιο βάι πάει μπροστά
Θα γίνει ζντεγκιούν’σσα.
Τα βάγια τα πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και τα ‘παιρναν μετά οι γυναίκες. Τη Μεγάλ’ Βδομάδα δουλειές έκαναμ’ μόνο τις πρώτες μέρες κι εκείνο για το Πάσχα μόνο. Τη Μ. Πέμπτ’ δεν δουλεύαμ’ καθόλου, την Μ. Παρασκευή μέχρι το μεσημέρι τις 12 που χτυπούσε καμπάνα, το Μ. Σάββατο δούλευαμ’ μέχρι το απόγευμα, αλλά όχι πολύ δουλειά. Μερικές γυναίκες κρατούσαν τριήμερο, Μ. Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο κι από νερό κι από φαί. Την Μ. Τετάρτ’ έκαναμ’ ευχέλαιο, όχι στα σπίτια, στην εκκλησία. Την Μ. Πέμπτ’ έβαφαμ’ τ’ αυγά με βαφές αγοραστές, όλα τα χρώματα τ’ ουράνιου τόξου και το νερό που το ‘βάφαμ’ το κρατούσαμ’ 7 Πέμπτες, κι εφτά Πέμπτες πάλι έβαφαμ’ αυγά κι εφτά Πέμπτες οι αγρότες δεν πάγαιναν στα χουράφια. Έφκιαν’ η νοικοκυρά μια κουλούρα μ’ ένα αυγό κόκκινο στη μέσ’ κι την έσπαζαν στ’ αμπέλ’. Κι οι μάνες ζύμωναν μια κούκλα ή ένα καλαθάκ’ ή κουλούρα κι έκαναν σχέδια κι έβαζαν πέντ’ έξ’ αυγά χρουματιστά. Το βράδ’ πάλ’ ξημέρωναμ’ το Χριστό κι τα κουρίτσια έφτιαχναν του επιτάφιο· έκοβαν δακράκια (=ζουμπούλια) ‘πο κει από το πουτάμ’ και μοσχοβόλαγε η εκκλησία. Αυτά λεν’ είναι τα δάκρυα της Παναγίας. Έδιναν και δώρα στον Επιτάφιο, πιτσέτες, κάλτσες, μαντήλια, κεντήματα ό,τ’ ήθελε καθένας και τα έβγαζαν ύστερα στη δημοπρασία και τα λεφτά τα ‘διναν στην εκκλησία κι στους φτωχούς. Τη Μ. Παρασκευή έκαναμ’ ό,τ’ και τώρα. Τα λουλούδια τα μοίραζαν στον κόσμο για να ξεματιάζ’νε. Τα πιδιά τα παιρναν νουνές λαμπάδα και κοίταζαν ποια είναι πιο όμορφη. Του Μ. Σάββατου γίνονταν η Ανάσταση, έλεγαμ’ «σχωρεμένα», φιλιόμασταν, κοινωνούσαμ’ ύστερα και αργά πάγαιναμ’ στου σπίτ’ κι έτρωγαμ’ μαγειρίτσα. Αρνιά πουλύ πουλύ δεν έσφαζαμ’ το Πάσχα· τον Άη Γιώργη έσφαζαμ’ κι έκαναμ’ κουρμπάν’. Το Πάσχα έτρωγαμ’ αυγά, τσουρέκια, κουλούρες, λουκάν’κα, λίγα κριάστα, χαλβάδες, διάφορα. Την Πεντηκοστή δεν άνοιγαμ’ τα μπαούλα για να μην τα φάει σκόρος.
στ. Ακίνητες εορτές Άνοιξης
Το Μάρτ’ έβαζαμ’ ένα κόκκινο πανί στην πόρτα για να μην μας πιάσ’ η Μπαμπωμάρτα (= κακιά γυναίκα, κακός μήνας)· όχ’ άσπρο γιατί θα ρίξ’ χαλάζ’.
Τον Άη Γιώργη έκαναμ’ κουρμπάν’ κι ζιαζόμασταν (= ζυγίζονταν)· κι πήγαιναν τα κουρίτσια κι τα παλ’κάρια κι έκαναν κούνια.
(πληροφορητής: Εκμεκτσή Δήμητρα)
Τ’ Άη Γιώργη την παραμονή το βράδυ κάθε νοικορύρ’ς έσφαζ’ ένα αρνάκ’ και το ‘ψηνε την άλλ’ μέρα και μοίραζαν, κι γιόρταζαν. Είχαμ’ κι ένα έθιμο πήγαινε ένα κουρίτσ’ χωρίς να μιλάει κι έπαιρνε απ’ το πηγάδ’ αμίλητο νερό και το ‘ριχναν σ’ ένα τσουκαλάκι χωματένιο, τ’ άφηναν όλ’ νύχτα έξω, αλλά πρώτα έριχναν τα κουρίτσια τα βραχιόλια τ’ς τα δαχτυλίδια τ’ς μέσα κι το πρωί τα ‘βγαζαν κι έλεγαν στιχάκια.
(πληροφορητής: Φυλαχτάκη Δέσποινα)
ζ. Γιορτές του καλοκαιριού
Στις 26 Ιούλη γιορτάζει η Αγία Παρασκευή· μαζεύιται απάν΄ στην εκκλησιά το βράδ’ την παραμονή κι κάνουν εσπερινό κι μοιράζουν τα κουρίτσια άρτο· κάνουν κι κουρμπάν’ κι του μοιράζουν κι μιτά παν’ στην πλατέγια κι γλιντάν’.
Στις 29 Αυγούστου πάλ’ είναι του Ιωάνν’ του Πρόδρομου γι’ αυτό δεν κόβαμ’ ούτε καρπούζ’, ούτε ντομάτες, ούτε τίποτα· αποκεφαλίστηκε για.
η. Γιορτές του φθινοπώρου
Στις 14 του Σεπτέμβρη γιορτάζ’ η εκκλησία μας κι κάναμ’ γλέντ’ μεγάλο στην πλατεία. Κι οι νοικοκυρές φτιάχναν ψωμί που φουσκών’ όχ’ μι μαγιά, μι τα σταυρολούλουδα. Τον Άη Δημήτρη πάλ’ κάνουμ’ τη τζαμάλα. Ντύνονται κάτι άντρες περίεργα σαν καμήλα κι γυρνάν το χωριό κι κάνουν μουρά να γιλάει κόσμος.
(πληροφορητής: Εκμεκτσή Δήμητρα)
3. Μαγεία και σχετικές δεισιδαίμονες αντιλήψεις και συνήθειες.
α. Βασκανία
Για να μη σε βασκάνουν να φοράς μπλε χάντρα ή φυλαχτό και για να μη βασκάν’ς κανένα να λες «φτου σκόρδα» ή «ο Θεός να σ’ ευλογεί». Για το ξεμάτιασμα βάναμ’ νερό ή ένα ποτήρ’ το σταυρώναμ’ κι λέμ’ «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά» και ρίχναμ’ τρεις σταγόν’ς λάδ’· άμα διαλυθεί είναι ματιαγμένος· μετά πίν’ ‘πο τρεις μεριές και κάν’ το σταυρό και γιάν’. Ή τον καπνίζεις με σταυρολούλουδα ή λουλούδια από τον Επιτάφιο.
(πληροφορητής: Φυλαχτάκη Δέσποινα)
β. Λιτανείες και μαγικές ενέργειες σε περίπτωση ανομβρίας
Επειδή υπήρχε ξηρασία έκαναμ’ δέηση στο Θεό για να βρέξ’. Έντυναν ένα κουρτσάκ’ ορφανό, φτωχό μι φύλλα, λάπατα έτσ’ απάν’ απάν’ ως κάτ’ κι του γύρ’ζαν στα σπίτια κι έριχναν οι νοικοκυραίοι νερό με το κόσκινο κιφάλι τ’ κι έλεγαν «Έτσ’ να βρέξουν και τα σύννεφα». Έδιναν και δώρα στην παρέα, βούτυρα, τυριά, αυγά, αλεύρ’ κι τραγουδούσαν:
«Περπερίτσα περπατεί το Θεό παρακαλεί
Για να βρέξει μια βροχή, μια βροχή, καλή βροχή
Για να γίνουν τα σταράκια, τα κριθαράκια
Κι όλα του θεού τα μπερεκέτια».
Έφτιαχναν κι οι νοικοκυρές τυρόπιτες κι μοίραζαν κι έδιναν το μισό εισόδημα στ’ς φτωχοί, έδιναν μισά και στου κουρίτσ’ να ζήσ’ λίγες μέρες. Τύχαινε να κάν’ μια ευχούλα, άντε το πίστευαν «Μας άνθισε Θεός» έλεγαν.
(πληροφορητής: Μουσικάκης Αθανάσιος)