Τελετουργίες από Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ, ΑΥΛΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ
«Σαρακοστή: Συνηθίζουν να τρων ψάρια.»
«Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου): εκείνα τα χρόνια ούτε λούζονταν
δώδεκα μέρες, ούτε έπλεναν, ούτε τα ρούχα δεν έβγαζαν να τινάξουν.»
«Των Φώτων: Επειδή το χωριό είναι ορεινό, φράζαμε το ρέμα και μπαίναμε στο ρέμα.
Κλείναν το ρέμα και βάφτιζαν το σταυρό εκεί μέσα στο Παλιό Χωριό (Δηλ. Παλιά Αυλή).
Τώρα έχουμε τη δεξαμενή, εδώ σαν πισίνα. Φράζουμε το ρέμα. Κάθε παιδί που θα μπει,
τρία χρόνια πρέπει να μπει για να πιάσει το σταυρό. Ένας τα πρώτα χρόνια πάγωσε, «το
Τσαγκάρι», και το έβαλαν στην κοπριά για να συνέλθει, γιατί δεν έχει ζέστα αμέσως, θέλει
σιγά-σιγά να ζεσταίνεται… και έτσι γίνεται καλά. Α! ξέχασα να πω ότι όποιος ήταν
άρρωστος το βάζαν τρία χρόνια να πιάσει το σταυρό και γινόταν καλά.»
Χατζηγιάννης Γεώργιος
«Τις απόκριες ντυνόμασταν καρναβάλια. Γυρίζαμε όλο το χωριό. Έπειτα, το βράδυ
μαζευόμασταν οικογένειες, γειτονιά, όλοι, σόγια και τρώγαμε. Στο τέλος βράζαμε ένα αυγό.
Το περνούσαν σε μια κλωστή, το κρεμούσαν στο ταβάνι και το γύριζαν γύρω-γύρω.
Προσπαθούσαμε με το στόμα να το χάψουμε. Όποιος το έχαβε ήταν τυχερός.»
Χατζηγιάννη Σουλτάνα
«Την Μεγάλη Δευτέρα πάλι γυρίζαμε από πόρτα σε πόρτα. Μας δίναν φρούτα, αυγά, ό,τι
είχαν, πίτες… ξέρω ‘γω. Το βράδυ κάναμε μια μεγάλη φωτιά, ντιρίμι την λέγανε. Σ’ αυτή τη
φωτιά γύρω-γύρω χόρευαν όλοι οι νέοι και όλες οι νέες. Όταν η φωτιά χαμήλωνε και έμενε
λίγη φλόγα πηδούσαμε. Σταυρώναμε τη φωτιά μια έτσι μια αλλιώς και χορεύαμε μέχρι να
σβήσει.»
Χατζηγιάννη Σουλτάνα
«Ο μπαμπάς μου, μου έλεγε ότι τα πρώτα χρόνια στήναν παγίδες για να πιάσουν πουλιά.
Τότε ήταν εδώ οι Τούρκοι. Τα πουλιά αυτά που έπιαναν δεν τα έτρωγαν. Τα μάζευαν και τα
κρεμούσαν έξω απ’ τα σπίτια για τα Χριστούγεννα.»
Χατζηγιάννης Γεώργιος