Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΚΡΩΒΥΛΗΣ, Δ. ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ-ΣΑΠΩΝ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ

Όνομα: Γκουγκουλίδης Μιχαήλ 

Οκτώβριος- Νοέμβριος 2000

 Μ. Γ ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Λαογραφία

Όνομα χωριού: Κρωβύλη Ν. Ροδόπης

 

Είδη ρουχισμού 

Τότες ήτανε βαμβάκι.Έσπερνουμε βαμβάκι όχι για να το πουλήσουμε, όλα τα σπίτια έβαζαν δυο τρία στρέμματα για το κάνουνε ρούχα. Το πουκάμισο ήταν από βαμβάκι. Λίγο πιο λεπτό του έγνεθαν στην ρόκα. Ρόκες όχι τέτοιες του μαλλί, ξύλινες ρόκες. Σ' ένα ξυλάκι του τύλιγανε εκεί την κλωστή και τραβούσι ψιλό μαλλί. Για του πανταλόνι λίγου πιο χοντρό κι κείνου βαμβακιρό δεν είχι ή όταν ήταν χειμωνιάσια ήταν μάλλινο. Πάλι του έγνεθαν σε ρόκα με τρία τσατάλια, στη μεσ την τλουμπα, τλούμπα τ΄νελέγαμι μεις τλούμπα λέγεται. Έγνεθαν μ΄εκείνου. Τα ύφαιναν οι γναίκες , από κείνου έφτιαχναμι τα ρούχα.

Στις αρχές παππούδες μας φορούσαν πουτούρι , πουτουράκι στενό, είχαν του καλπάκι είχε γύρου γύρου ένα σαρίκι αλλά όχι πολύ μιγάλου.Τέτοια ήταν η στολή, όμως είχι άλλοι Θρακιώτοι  μι μεγαλύτερου σάλι , όπως βλέπς ικεί που χορεύουν κάτι παππούδες που πιάνουν τα κομπολόια, σαρίκια κι πιο μιγάλα από κείνα. Αυτοί που ήρθανε απο τη Βουγλαρία ήταν πιο καθυστερημένοι από ιμάς. Αυτοί δεν είχανε παπλώματα , δηλαδή του 1922 ήρθαν εδώ με τσουκμάλια. Βρακί δε φορούσαν οι γυναίκες. Στρώματα έγνεθε, έπλεκε, κιντούσε αυτή η νοικοκυρά. Εκείνα εκεί ήταν δύσκολη η φορεσιά τς να κεντηθούν αλλά έκαναν για μια ζουή ρούχα. Έλιγι η τάδε έχει δέκα αλλαξιές. Πότι θα χαλάσουν ικείνα τα τσουκμάλια; Δεν χαλναν εύκολα. Είχαν τσεμπέρια άλλα. Οι δικές μας από κείνη τη Θράκη , η μάνα μ που ηρθι εικοσιδυο χρονό φορούσι φουστάνια. Ο πατέρας μου που ήταν τριάντα ήρθι μι πενταλόνια.

                                                                                                                         (Νικόλαος Καβακίδης) 

 

Β) Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση και καλλωπισμός

α )   Ένδυμα

Οι άντρες συνήθως τουν περισσότερο καιρό φορούν φορούσαν μάλλινα. Είχε ένα σώβρακο αυτοί που είχαν. Να μη γι΄αυτινούς , αυτοί ήρθαν με ποδοπάνια μέχρι εδώ πάνω, με τσαρούχια, η φορεσιά τς αυτή ήταν.  Κι του Πάσχα ακόμα είχε ένα ζευγάρ καινούρια κι τα βαζε τότε. Οι δικοί μας πήγαιναν στου χωράφι μι τσαρούχια. Όμως όταν έρχονταν κάθουνταν στου σπίτ μπρουστά, έβγαζε τα τσαρούχια, τίναζε τα τσουράπλια ε τις κάλτσες έβαζε παπούτσια. Μα εκείνη την εποχή είχε λάστιχο από κάτου δεν ξέρω τι είχε, είχε παπούτσια. Και τώρα να μην πω για αυτνούς. Μια ράτσα άλλη πάλι απ΄τα ίδια χωριά, δεν είχανε, ένα πουτούρ είχι δηλαδή ένα παντελόνι, σώβρακου δεν είχι. Είχανε μια στρώση, δεν είχανε στρώματα άλλού τα παιδιά να κοιμηθούνε. Σε μια στρώση έβλεπες: ο παππούς, η γιαγιά, ο γιος του, η νύφη του, τα εγγόνια και να κοιμάντε σε μια σειρά. Επιτρέπεται αυτό το πράμα; Εμείς τα παιδία ήταν χώρια, ο μπαμπάς ήταν χώρια και οι παππούδες χώρια. Τέλος πάντων άμα δεν είχαν δωμάτιο ήταν τουλάχιστο χωριστά, σε στρώμα.

Κι πατέρας μου πήγε στην Ξυλαγανή, τουν πήρε αυτός ο παππούς Ντουκατζής για κουμπάρο, παρακούμπαρο. Εγώ λέει δεν θα πάρω κανέναν απ΄του σόι μ θα πάρω σένα. Όταν πήγαν κει ο πατέρας μου έξυπνος ήταν δεν ήταν κανένας πισουδρομικός, όταν πήγαν στου σπίτι εκει στο δικό του, του σόι, το βράδυ έστρωσα όμως αυτή τη γυναίκα τη γνώριζε ο πατέρας μου εδώ, τη γνώριζε ο πατέρας μου από πρώτα, μετά χήρεψε η γυναίκα και ξανά παντρεύτηκε στην Ξυλαγανή κι πήρε έναν Πισιλίκι έλεγαν το χωριό της δηλαδή ελληνικά Βαφέικα, για αυτό είναι το χωριό εδώ στην Ξάνθη. Πήγαν εκεί του βράδυ η γυναίκα στρώνει,  ε ξεντύθηκαν, έβγαλαν τα παντελόνια τς, τα πουκάμισα, έμεινα με τη φανέλα, η μάλλινη ήταν ή βαμβακερή, κι με του σώβρακου. Αφού γνώρζε τη γυναίκα λέει μαρή τούτος λέει με του πουτούρ βγήκε. Α λέει αυτός δεν έχει βρακί άλλου, αυτό είναι.

Φορούσαν ακόμα ζουνάρ , του ζουνάρ κοίταξε εδώ ακόμα αυτές που φορούσαν τσουκμάλια είχαν και ζουνάρ άλλου δηλαδή αυτό ήταν καλό. Όπως και οι βλάχες. Έσφιγγε τη μέση για τη γναίκα τώρα βλέπω η μέση την πουνάει. Ου άντρας που πηγαίνει στα ξύλα είχε ζουνάρ κόκκινο ή άσπρο, αλλά μάλλον κόκκινο περισσότερο οι δικοί μας φορούσαν, γιατί ήταν μαύρα τα ρούχα ή γαλάζια, γιατί φορούσαν τη σημαία. Το παντελόνι το πουτούρ ήταν γαλάζιο κι το πουκάμισο άσπρο. Ναι για να δείχνει ότι είναι Έλληνες. Να μην το καταλαβαίνουν οι Τούρκοι δεν μπορούσε να σηκώσει τη σημαία, γι΄αυτά λέν τους Εβρίτοι γαλαζοβράκηδες.

Του βράδυ που πηγαίναμε στου σπίτι είχανε το τζάκι, αργότερα παρουσιάστηκαν κι οι σόμπες αλλά τα πρώτα χρόνια στου τζάκι είχανε μια ψάθα, 2 επί 3, έμπαιναν μέσα έβγαζαν τα τσαρούχια εκεί, είχαν σκαμνάκια μικρά, κάθονταν εκείνα τα τσαρούχια δε μυρζαν; Τώρα αυτά τα χρόνια περάσαν έγιναν πιο εξελιγμένοι.

Οι γυναίκες αυτές φορούσα τσουκβάλια, οι δικές μας φορούσαν φουστάνια. Είχαν μόνο οι γριές βράκες και ρουσάκι. Ρουσάκι το έλεγαν πουκάμισο. Δηλαδή είχε μια φανέλα, αυτό που ήταν απου πάνου του έλεγε ρουσάκι. Αυτή ήταν η βράκα. Αλλά φορούσαν οι γεραι μονάχα. Εδώ όταν ήρθαμι οι νέες να σε λέω, η μάνα μ ήρθι εικοσιδυό χρονό φορούσι φουστάνια. Μάλλον να σι πω χειμώνα καλουκαίρι τα ίδια φορούσαν, γιατί οι φτωχοί δεν είχαν κι πολλά. Μπορεί ένας φτωχός να είχι βαμπακιρό του καλοκαίρ κι βαμβακιρό το χειμώνα. Δεν είχε πρόβατα, δεν είχε μαλλί μπορεί κι με κείνα να περνούσι. Αλλά όποιους είχε είπαμε, το χειμώνα φορούσι μάλλινα του καλοκαίρι άλλαζε, έβαζε βαμβακερό. Το χειμώνα είχανε σιμβούνα δηλαδή το παλτό. Απάνω απ΄του γιλέκι που είχι τα πουτούρια η στολή, έμπαινε σαν παλτό. Αυτοί του έλεγαν σικούδι, εμείς το ελέγαμε σιμβούνα.

                                                                                                                    (Νικόλαος Καβακίδης) 

 

Β) Υποδήματα

Οι γυναίκες, οι δικές μας είχανε πιο ψηλά παπούτσια. Στου χωράφι, στη δουλειά κι οι δικές μας γυναίκες πήγαιναν με τσαρούχια, να θερίσουν και ξυπόλτες.

Οι άντροι είχαν επί του πλείστον, γυμνιά κάτι παπούτσια κλειστά, δεν έχουν ούτι κορδόνια, ούτε κουμπιά απου δω και ήταν χονδρά παπούτσια, καλά οι δικοί μας τέτοια φορούσαν. Όταν ήθελε να πάει μακρύ δρόμο τραβούσε με το κόταλο εκείνο, πως το λένε εκείνο, ένα κοκαλάρι που βάζουν στο παπούτσι, κι ακόμα έχομι εμείς, μπορεί κι εδώ μέσα να είναι. Τραβούσι τα γκιμινιά εκείνα μέχρι απάνου, πήγαινε. Όταν ήθελε να πάει πο δω στο καφενείο, ή σε μικρή απόσταση πατούσι εκείνα απου δω  του πισινό μέρος κι το κανε παντόφλα, κι είναι πιο ελεύθερο του ποδ. Αλλά για μακρινό δρόμο το άλλο. Κι τα έλεγαν εκείνα τλούμπες.

                                                                                                                              (Νικόλαος Καβακίδης) 

Γ) καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση

Οι γυναίκες έβαζαν στου κεφάλι τους τσεμπέρια. Κοίταξε δω, πρώτα έβαζαν ένα πιο ψηλό μαγνάδ ένα άσπρου κι είχι γύρου γύρου χαντράκια για να είναι σα λούσο κι τα έλεγαν πούλιες. Εκείνα όταν κουνιένταν  γυάλιζαν. Μετά απου κει που παν έβαζε ένα άλλου τσεμπέρ. Όταν ήταν για την δουλεία έβαζαν άλλου άσπρο πιο χουντρό αλλά να μη είναι μαύρο, γιατί το μαύρο τραβάει περισσότερη ζέστα. Έβαζαν άσπρη μαντίλα, τη δίπλωνε γωνία δια γωνία και την έβαζε για να κρατάει λίγου δροσιά.

Οι άντρες όταν φορούσανε πουτούρι αυτοί που φορούσανε είχανε σαρίκι, δηλαδή είχανε ένα καλπακάκι μικρό, άλλος δε φορούσε και καθόλου είχε ένα μεγάλου όπως ένα σάλι τόσο φαρδύ, μια υφανσιά ολόκληρη. Του τύλιγε εδώ, άφηνε σα κασκόλ, έβαζε πρώτα ένα κομμάτι με τα κρόσια. Ο παππούς τώρα εκείνος κρεμούσι από δω τα πρώτα κρόσια, ύστερα άρχισε να του τυλίγει, τη δεύτερη άκρη με τα κρόσια, δεν την κρεμούσι. Την έχωνε εδώ μέσα στου άλλου κι σταματούσι εκείνο πάνου στο κεφάλι. Αλλά ορισμένοι είχαν ένα καλπακάκι, στρόγγυλο καπελάκι. Κι θυμάμαι τον παππού τον Μαρίνη, ήταν και πολύ οργισμένους εκείνος. Εκείνος έβριζε, έκαμνε, ήταν και μαύρος, κι όταν θύμωνε αυτό το σάλι το δάγκωνε στο στόμα.

Τότε είχε κουρείς. Οι γυναίκες είχαν πλεξούδες. Αυτή που είχε πολλά μαλλιά μέχρι τα νύχια της έφταναν. Ε, όταν έπεφταν τα μαλλιά της κι ήταν λιγότερα μέχρι τη μέση. Όταν ήθελα καμία φορά, όταν άρχιζαν να κόψουνε μαλλιά, στης μάνας μου τα χρόνια, αφού μεγάλωναν πολύ οι αρμαθιές έφταναν μέχρι κατ, έκοβε τα μαλλιά. Τα άφηνε όμως πάλι να μεγαλώσουν κι κείνα τα κρατούσι. Όταν ήθελε τα εμβόλιαζι από πίσου όσπου να μεγαλώσου τα άλλα κι τα φορούσι. Κι έλεγε αυτή την κρατάω γω ακόμα, να την βάνουν και τα αγγόνια μου ακόμα. 

                                                                                                                    (Νικόλαος Καβακίδης) 

Δ) καλλωπισμός

   Κοίταξε οι άντροι μπορώ να σε πω δεν έβαζαν τίποτα. Οι γυναίκες για να πάρουν καλλυντικά, που θα τα βρουν; Ξέρς τι έκαναν; Μάζευαν λουλούδια, φύλλα απ΄τα τριαντάφυλλα, έβαζαν σ΄ένα μπουκάλι μέσα , έβαναν και νερό κι από κεί γίνονταν το άρωμα και μύριζε τριαντάφυλλο. Είχανε κι ένα άλλο πούδρα, μια σκόνη. Ε, αργότερα βγήκε κι καμία κρέμα, αλλά τα πρώτα χρόνια δεν είχε τίποτα άλλο. Και μάλλον αυτές που είναι απ΄το Αρσάκιο , αυτές ξέρεις τι έκαναν κι άντροι κι γυναίκες, τα παλικάρια τουλάχιστον κι τα κορίτσια, πλένονταν μι γάλα. Γιατί εγώ έκανα ένα φεγγάρι κανα δυο μήνες σε έναν τσομπανάκο εκεί μι πήρε κι όλα τα τσαμουρλιοτάκια φορούσαν μαντίλα τέτοια, οι άντρες φορούσαν καπέλο έβαζαν κι αυτή τη μαντίλα την άσπρη από πάνου να μη τους καίει ο ήλιος. Εγώ πήγα καημένος μι ένα καπέλο εκεί, κι λέω γιατί φοράτε τέτοια κι μι λεν θα μαυρίσεις. Λέω γω μαύρος είμαι τι θα μαυρίσω κι άλλο. Αυτοί πλένονταν και με γάλα την ώρα που άρμεγαν για να είναι φρέσκο το πρόσωπο τους κι άσπρο. Εμείς δεν το εκάναμε αυτό. Και ήτανε οι πιο στραβοί θρακιώτοι αυτοί: Τσαμουρλιώτοι,  --- κι μια άλλη ράτσα ακόμα ένα χωριό θμυκιώτοι. Αυτοί του μαχαίρι του είχε όλο στο ζωνάρι. Περνούσες τώρα εσύ, παλικάρι έκανες βόλτα. Την κοπέλα την έβλεπες από μπροστά, όταν περνούσαν πίσω απου σένα δεν είχες δικαίωμα να γυρίσεις να τις ξαναδείς όπως τώρα. Μόλις γυρνούσες πίσω σε πλάκωναν στο ξύλο. 

                                                                                                                (Νικόλαος Καβακίδης) 

Τοπική ονομασία ενδύματος

Υλικά κατασκευής

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
800
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Γκουγκουλίδης
Όνομα
Μιχαήλ