Τελετουργίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Την Σαρακοστή όλοι νήστευαν από κρέας, τυρί, αυγά και τις τελευταίες μέρες και από το λάδι. Δεν είχαμε τίποτα ιδιαίτερα έθιμα.
Το βράδυ ξημερώματα των Χριστουγέννων έβγαιναν πάλι για κάλαντα. Όλη την ημέρα καλαντούσαν τα παιδιά στο χωριό και τους έδιναν τίποτα γλυκά, ξυλοκέρατα και πολύ σπάνια λεφτά. Το βράδυ, όμως, έβγαιναν ομάδες ανδρών που μαζεύονταν στην πλατεία και χώριζαν το χωριό για να καλαντίσουν. Ξεκινούσαν μετά τα μεσάνυχτα. Πήγαιναν και τραγουδούσαν τον «Χριστό», τον «Αφέντη» και μετά ανάλογα αν το σπίτι είχε αγόρι ή κορίτσι έλεγαν τον «Παλήκαρο» ή την «Περδικούλα». Αν ο νοικοκύρης το ζητούσε τραγουδούσαν και τον «Μεγάλο Χριστό» και τότε πληρώνονταν καλά. Τραγουδούσαν όλη τη νύχτα και τα σπίτια το θεωρούσαν ευλογία να τους τραγουδήσουν. Τα λεφτά που μάζευαν τα μοιράζονταν μαζί και έπαιρνε ο καθένας το μερτικό του. Μετά πήγαιναν στην εκκλησία που τους περίμενε ο παπάς για να τραγουδήσουν « Καλό ΄ναι τ΄ άγιος ο θεός». Το έλεγαν και μετά έμπαιναν μέσα στην εκκλησία και άναβαν κερί.
Η λειτουργία ξεκινούσε πολύ νωρίς το πρωί και πήγαιναν όλοι. Εκείνη την ημέρα πήγαιναν στους Χρήστους και στις Χριστίνες, την άλλη μέρα στους Μανώληδες και μετά στις 27 στους Στέφανους. Τότε δεν κάναμε ρεβεγιόν, όπως τώρα έξω στα μαγαζιά αλλά πηγαίναμε επισκέψεις.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έβγαιναν πάλι τα παιδιά και τραγουδούσαν τον « Άη- Βασίλη». Οι γυναίκες στα σπίτια έκαναν πίτες, γλυκά, γέμιζαν κοτόπουλα και έκαναν πολλά άλλα τέτοια, για να είναι το σπίτι γεμάτο όλο τον χρόνο. Στις 12 το βράδυ χτυπούσε η καμπάνα και εύχονταν ο ένας στον άλλο «Καλή χρονιά» και «Χρόνια πολλά». Ανοίγανε τις βρύσες, για να τρέχει το νερό και να είναι όλα πλούσια. Άνοιγαν φώτα και κάποιοι πυροβολούσαν στον αέρα.
Την άλλη μέρα πήγαιναν στην εκκλησία για να είναι ευλογημένη η χρονιά. Πλένονταν με νερό που είχαν βάλει μέσα σε κανάτια με σιδερένια νομίσματα, για να είναι σιδερένιοι όλη την χρονιά. Το μεσημέρι έτρωγαν μαζί και το βράδυ πήγαιναν επισκέψεις. (* βλ. σελ. 80)
Στις 5 Ιανουαρίου κάνανε τον κρυφό φωτισμό. Φωτίζανε, δηλαδή, τα νερά και το νερό αυτό το ρίχνανε στα χωράφια. Την άλλη μέρα κάνανε τον κανονικό φωτισμό που ο παπάς έριχνε τον σταυρό μέσα σε μια γούρνα με νερό. Μετά ο κόσμος έπλενε το πρόσωπο και τα μάτια τους. Μετά πήγαιναν νερό αγιασμένο στο σπίτι για να το έχουν όλο τον χρόνο.
Τον Άη- Θανάση τον γιορτάζουμε στις 18 Ιανουαρίου. Γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Μια μέρα πιο μπροστά πηγαίνουν οι άνδρες στο δάσος για να κόψουν ξύλα για τα καζάνια που θα κάνουν το κουρμπάνι. Την παραμονή γίνεται ο εσπερινός. Την μέρα της γιορτής αρχίζουν αμέσως μετά την λειτουργία να ετοιμάζουν το κουρμπάνι. Έχουν δώσει οι χωριανοί μοσχάρια και σιτάρια πιο μπροστά και εκείνη την ημέρα το βράζουνε. Ο παπάς το ευλογεί και πηγαίνουν πολλοί άνδρες για να βοηθήσουν. Κατά το μεσημέρι χτυπάει η καμπάνα και αρχίζουν να πηγαίνουν για να πάρουν κουρμπάνι, λίγο στάρι βρασμένο δηλαδή και λίγο κρέας. Το απόγευμα, κατά το βραδάκι μαζεύονταν όλος ο κόσμος για να χορέψει στην πλατεία. Χόρευαν μπροστά οι πιο μεγάλοι και μετά οι μικρότεροι. Τώρα χορεύουν και σύλλογοι από παιδιά. Χόρευαν και έναν χορό που τον έλεγαν « Χορό της κλώσας» και τον χόρευαν οι γυναίκες, για να κάτσουν οι κλώσες τους και να βγάλουν πουλάκια.
(Αρχοντάκη Κυράνθη)
Μια Δευτέρα πριν την Καθαρά Δευτέρα έχουμε την Καλογεροδευτέρα. Κάποιοι απ΄ το χωριό ντύνονταν σαν καλόγεροι. Βγάζανε τον Βασιλιά και τον Αρχικαλόγερο και κάνανε το έθιμο, που έφεραν απ΄ το Κρυονέρι. Ο Αρχικαλόγερος ντυνόταν με προβιές, παίρνανε ένα αλέτρι και πηγαίνανε να οργώσουν την πλατεία. Ήταν μια γιορτή που την έκαναν για την γονιμότητα της γιορτής. Στην αρχή όργωναν την πλατεία με τον Αρχικαλόγερο και τον Βασιλιά μπροστά, μετά την έσπερναν με σιτάρι, μετά ξαναπερνούσαν για να πατήσουν τάχα την γη και να πιάσει ο σπόρος. Τότε κάποιος από το πλήθος τους πετούσε νερό για να ποτιστεί η γη. Μετά περνούσαν και έκαναν βόλτες διάφορα καρναβάλια.
Την Σαρακοστή εμείς οι παλιοί νηστεύαμε 40 ημέρες. Κάθε Παρασκευή πηγαίναμε στους Χαιρετισμούς και όλη την μεγάλη εβδομάδα. Την μεγάλη Πέμπτη κοινωνούσαν συνήθως τα παιδιά. Μετά την εκκλησία οι γυναίκες πηγαίναμε στο σπίτι, για να βάψουμε τ΄ αυγά. Όση ώρα τα βάφαμε είχαμε κρεμασμένο έξω ένα κόκκινο ύφασμα. Την βαφή την κρατούσαμε και βάφαμε αυγά για 3 Πέμπτες συνέχεια. Βάφαμε τα αυγά και κάναμε τσουρέκια που μύριζε όλο το σπίτι. Το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία για να ακούσουμε τα 12 ευαγγέλια μετά έμεναν στην εκκλησία κοπέλες για να στολίσουν τον επιτάφιο και ξενυχτούσαν.
Την μεγάλη Παρασκευή δεν τρώγαμε ούτε λάδι. Η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα όλη την ημέρα και ο κόσμος πήγαινε για να χαιρετήσει τον επιτάφιο και να περάσει από κάτω 3 φορές- αυτό ήταν για την υγεία. Έλεγαν ότι όποιος λουζόταν μεγάλη Παρασκευή δεν θα είχε πονοκέφαλο όλη την χρονιά αρκεί να μην ξαναλουζόταν Παρασκευή- αλλιώς δεν το είχαν για καλό. Το βράδυ πήγαιναν στην περιφορά του επιταφίου που γύριζε όλο το χωριό. Όταν γυρνούσαν στην εκκλησία κάποια παλικάρια το κρατούσαν ψηλά και ο κόσμος περνούσε από κάτω και έπαιρνε από ένα καλαθάκι, που ήταν εκεί, λουλούδια.
Το μεγάλο Σάββατο ετοίμαζαν το σπίτι, το καθάριζαν και ετοίμαζαν την μαγειρίτσα για το βράδυ. Αργά το βράδυ ντύνονταν με καινούρια ρούχα και πήγαιναν στην Ανάσταση. ‘Έπαιρναν τις λαμπάδες και ένα αυγό για να τσουγκρίσουν μετά το «Χριστός Ανέστη», λίγο πριν τις 12 ο παπάς πήγαινε και έψελνε στις 12 το « Χριστός Ανέστη» στην πλατεία. Μετά άλλοι γυρνούσαν στα σπίτια τους ή άλλοι γύριζαν στην εκκλησία και περίμεναν να κοινωνήσουν.
Την ημέρα του Πάσχα έψηναν όλοι μαζί αρνιά και κατσίκια στις σούβλες, έπιναν και έτρωγαν και τραγουδούσαν μαζί με χορό. Το φαγητό κρατούσε μέχρι το απόγευμα. Πιο μπροστά, το πρωί, πήγαιναν στην Δευτερανάσταση και μετά στην περιφορά της εικόνα του Αγίου Γεωργίου, που ήταν και η εκκλησία σε αυτόν τον Άγιο.
Την άνοιξη γιορτάζουμε του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Είχαμε ένα εκκλησάκι στο δασάκι έξω απ΄ το χωριό και εκεί πηγαίναμε απ΄ την προηγούμενη μέρα για τον εσπερινό. Την ημέρα της γιορτής πηγαίναμε απ΄ το πρωί στην εκκλησία εκεί και μετά την λειτουργία είχε πανηγύρι στο δασάκι είχε κούνιες, πωλητές με μικροπράγματα και το μεσημέρι μοιράζαμε το Γεύμα της Αγάπης, που ήταν κάτι σαν το κουρμπάνι αλλά συνήθως με πατάτες. Το απόγευμα είχε τον Αγώνα Δρόμου για την Υγεία που ήταν γύρω απ΄ όλο το χωριό. Το βραδάκι είχαμε πάλι χορούς στο δασάκι.
(Πιτατζίδου Ξανθούλα)