Τελετουργίες από ΧΡΥΣΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Έθιμα λαικού εορτολογίου.
Την Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα νηστεύαμε και θυμιάζαμε κάθε βράδυ. Εσφαζαμε το γουρούνι την παραμονή ή την προπαραμονή. Όταν το σφάζαμε κάναμε ένα σταυρό στο μέτωπο του από το αίμα του. Μετά το θυμιάζαμε, το θυμίαμα το πετάγαμε στα κεραμίδια. Τα Χριστούγεννα όλοι είχαν γουρούνι που ζύγιζε πάνω από 100-150 οκκάδες. Με τα έντερα και τα συκώτια του γουρουνιού φτιάχναμε την παραμονή την μπαμπά, δηλαδή γεμίζαμε τα έντερα, αφού τα καθαρίζαμε, με συκώτια και ρύζι και μετά τα βράζαμε στις μπανίρες και ανήμερα το πρωί τις μεράζαμε στην γειτονιά. Με τη φούσκα του γουρουνιού φτιάχναμε μπάλα για να παίζουν τα παιδιά.
Το δωδεκαήμερο κάθε βράδυ θυμιάζαμε και τα ρούχα δεν τ’αφήναμε έξω για να μην τα κατουρίσουν οι καρκάτζαλοι. Το βράδυ που πηγαίναμε να νυχτερέψουμε, πηγαίναμε με ένα φανάρι στο χέρι.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς επαίζαμε χαρτιά και εκάναμε πίτα με σουσάμι και σταφίδες ( γλυκιά) καθώς και τυρόπιτα. Στην γλυκιά πίτα εβάζαμε φράγκο για την οικογένεια, άχυρο για τα ζώα, στάχυ για τα χωράφια και κριθάρι για τις κότες. Την νύχτα και ποτέ την μέρα δεν έλεγαν τα παιδιά τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, τα εδίναμε χοιρινό από τα Χριστούγεννα. Είχαν τα παιδιά ένα σύρμα και εκεί περνούσαμε τα κομμάτια.Την πίτα την κόβαμε το μεσημέρι του Αη-Βασιλείου που ήμασταν όλη η οικογένεια μαζί. Την παραμονή των Θεοφανείων πηγαίναμε στην εκκλησία 5 η ώρα τα ξημερώματα. Μετά ο παπάς γύριζε από σπίτι σε σπίτι και άγιαζε, δηλαδή μας φώτιζε με τον αγιασμό. Ο νονός πήγαινε στον αδεξιμιό ή στην αδεξιμιά του μπουρλιές δηλαδή ένα σύρμα που είχε εναλλάξ σύκα, πορτοκάλι, σύκα,μανταρίνι κτλ. Την παραμονή τα παιδιά μόνο τα αγόρια τραγουδούσαν από σπίτι σε σπίτι λέγοντας τα παρακάτω :
Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός και χαρές μεγάλες και αγιασμός.
Σήμερα κυρά μας η Παναγία σπάργανα βαστάει χρυσά κεριά και τον Άγιο –Γιάννη παρακαλεί
Άγιε- Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή
Βάφτισε τον γιο μου τον μονογενή πως να βαφτίσω Θεού παιδί.
Θα ανέβω απάνω στους ουρανούς γρόσια να μαζέψω και λίβανους
Σφάξαμε τον πετεινό
Βρήκαμε τα φώτα
Δώσε στο μπαξίδι μας να πάμε σε άλλη πόρτα.
Του Άγιου Τρύφωνα γινότανε ο αγιασμός που ερίχναμε στα χωράφια.
Την Υπαπαντή του Χριστού παρακαλούσαμε να βρέξει στην εκκλησία για να πάνε καλά οι σοδιές.
Του Άγιου-Σιμιού οι γκαστρομένες δεν έκοβαν τίποτα με μαχαίρι και δεν έκαμναν εκείν’την ημέρα δουλειές για να μην γηνθούν τα γυζάνια σημαδιακά. Οι τρείς αυτές γιορτές ονομάζονταν Σιμιογιόρτια.
Απ΄την μέρα που άρχιζε τι Τριώδιο αρχίζαμε να γινόμαστε καρναβάλια. Δεν ντυνόμασταν με στολές αλλά με κουρέλια ( =παλιά ρούχα ) που είχαμε στο σπίτι . Τα παιδιά αλλά και οι μεγάλοι γύρναγαν από σπίτι σε σπίτι και τους κερνάγαμε καραμέλες. Το Τριώδιο ήταν τέσσερις Κυριακές και τελείωνε της Τυρινής που φτιάχναμε την τυρόπιτα και μαζευόμασταν στο σπίτι των γονιών ή των μεγαλύτερων αδερφών. Εκεί έκαμναν όλοι τα φαγιά και σχωρνιένταν. Την Καθαρά Δευτέρα κρεμούσαμε τις γάτες και τα σκλιά και μετά τα ερίχναμε απότομα κάτω, αυτά γινόντουσαν πολύ πρωί. Επίσης, ντυνόμασταν καρναβάλια και γυρνούσαμε όλο το χωριό. Την Καθαρά Δευτέρα καθαρίζαμε τα πιάτα, τα ταγιά και όλα τα σκεύη γιατί άρχιζε η νηστεία. Την Τσικνοπέμπτη την ονομάζαμε έτσι γιατί από τον πολύ χορό που κάναμε ντυμένοι καρναβάλια τσικνίζαμε το φαγητό μας ( = καίγαμε).
Της Αναλήψεως σηκωνόμασταν οι γυναίκες πριν βγει ο ήλιος και πηγαίναμε στα νεκροταφεία και ερίχναμε στους τάφους νερό. Γυρνάγαμε και έκαμναν λιψά ( πίτες, φουσκοτούρια ) και τα μεράζαμε.
Των ψυχών ( Παρασκευή) το απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία κόλυβα και το Σάββατο το πρωί ο καθένας πήγαινε στον τάφο του τρισάγιαζε και μοίραζε τα κόλυβα.
Στην γιορτή τα γενέθλια του Προδρόμου πηδούσαν πάνω από τις φωτιές. Μέσα σε ένα τσουκάλι βάζαμε τα χρυσαφικά μας μαζί με νερό. Κλείναμε το τσουκάλι με ένα κόκκινο πανί. Την άλλη μέρα τραγουδούσαμε λέγοντας ένα αντρικό όνομα τα κορίτσια και ένα γυναικείο τα αγόρια. Καθώς λέγαμε τ’όνομα βγάζαμε ένα χρυσαφικό και σε όποια κοπέλα ή αγόρι ήταν δικό του τότε θα παντρεύονταν ένα αγόρι ή κορίτσι αντίστοιχα με το όνομα αυτό.
Τον Μάρτη πρώτη μέρα και πρωί πρωί ανάβαμε φωτιές και τις πηδούσαμε για να μην μαυρίσουμε. Επίσης εβάζαμε και μάρτη δηλαδή κλωστή άσπρη και κόκκινη μπλεγμένη. Την βάζαμε στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό και στα δάχτυλα. Τον Μάρτη τον βγάζαμε στο τέλος του μήνα τον αφήναμε πάνω σε μια πέτρα και λέγαμε το τραγουδάκι :
Λέλεκα, παντέλεκα, δώστα τα ποδαράκια σου
να τα κάνω γκάιντα να χαρώ την Πασχαλιά,
με τα κόκκινα αυγά.
Την Πρωτομαγιά περναμε φαγητό απ’το σπίτι και πηγαίναμε στον κάμπο για να φάμε έξω.
Του Σωτήρος πηγαίναμε με τα φαγητά μας κυρίως για ψάρια και ετρώγαμε στην θάλασσα. Η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου την ελέγαμε και Πάσχα καλοκαιρινό.
Του Αγίου Φανουρίου εφτιάχναμε φανουρόπιτες, που τις πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά τις μεράζαμε, για να φανερωθεί ο αγαπημένος μας.
Του Σταυρού στο χωριό είχε πανηγύρι. Πηγαίναμε στα καφενεία με το φαί μας από το σπίτι και παίρναμε μόνο το ποτό.Είχε όργανα που χορεύαμε αλλά και γυναίκες από άλλα μέρη που τραγουδούσαν και τις ελέγαμε ντιζέζες.
Το Πάσχα ήταν πολύ μεγάλη γιορτή. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας οι πιστοί και ο παπάς γυρνούσαν γύρω από την εκκλησία κρατώντας εικόνες. Αυτή είναι μεγάλη νηστεία. Της Σταυροπροσκυνήσης (3η Κυριακή) είναι μεγάλη νηστεία και ο παπάς στην εκκλησία μοίραζε λουλούδια. Την 1η Παρασκευή ξημερώνοντας του Αγίου Θεοδώρου έκλεβαν τ’αμάξια απ΄τα κορίτσια, τα αγόρια. Τα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού και την άλλη μέρα το πρωί πήγαιναν οι νοικοκυραίοι και τα μάζευαν.
Την Παρασκεύη το βράδυ στην εκκλησία κάποια γιαγιά είχε βρασμένο στάρι και το μοίραζε στις ανύπαντρες κοπέλες. Αυτές το βράδυ το έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι για να δουν ποιον θα παντρευτούν. Η Σαρακοστή ( 50 μέρες ) διαρκούσε 6 εβδομάδες και την 6η εβδομάδα την ελέγαμε βουβή. Δεν εβάζαμε κλώσα γιατί δεν εβγάζαμε πουλιά και ούτε εσπέρναμε γιατί δεν θα έβγαιναν. Τις 5 εβδομάδες κάθε Παρασκευή είχε εκκλησία όπου ένα κορίτσι και ένα αγόρι έλεγαν το Άσπιλε. Το Σάββατο πριν το Πάσχα ήταν το Λαζαροσάββατο. Τα κορίτσια τραγουδούσαν το Λάζαρο.Εφτιάχναμε κούκλες από πανιά και τα καλάθια μας τα στολίζαμε με λουλούδια και κρατώντας αυτά γυρίζαμε όλο το χωριό τραγουδώντας :
( 1) Ήρθε ο Λάζαρος ,
Ήρθαν τα βάγια,
Ήρθε και ο πέριπος με τα ουράνια,
Ουρανία,ουρανίτσες, Σταύρο σταθείτε,
Δώσε θεία ένα αυγό ή ψημένο ή ωμό να το αφήσει ο Θεός,
Να το φάει ο Λάζαρος.
(2) Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσε,
Ήρθε η μάνα σου από την πόλη,
Σ’έφερε χαρτί και κομπολόι,
Οι τσιπίτσες μας θέλουν φραγκάκια,
Τα καλαθάκια μας θέλουν αυγουλάκια.
Οι νοικοκυρες μας έδιναν αυγά. Την Κυριακή των Βαίων ετρώγαμε μόνο ψάρι σύμφωνα με το γνωμικό
“Βάγια,βάγια του βαγγιό
τρώμε ψάρι και κολιό
και την άλλη Κυριακή τρώμε το παχί τ’αρνί ( ή το κόκκινο τ’αυγό)’’
Ο παπάς στην λειτουργία μάραζε βάγια που τα εβάζαμε στο εικονοστάσι μαζί με τον αγιασμό από τα Φώτα που ήταν σαν κοινωνία. Δηλαδη, αν κάποιος ήταν άρρωστος και ο παπάς δεν μπορούσε να ’ρθει τότε του δίναμε απ’αυτόν τον αγιασμό. Τα βάγια που μας έδινε συμβόλιζαν τον ερχομό του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.
Το βράδυ της Κυριακής πηγαίναμε στην εκκλησία και άρχιζε η Μεγάλη Εβδομάδα ή η Εβδομάδα των Παθών. Την Μεγάλη Δευτέρα και την Μεγάλη Τρίτη πηγαίναμε στην εκκλησία. Την Μεγάλη Τρίτη που ήταν το ευχέλαιο οι γυναίκες πηγαίναμε αλεύρι που ο παπάς μετά μ’αυτό τ’αλεύρι έκανε λειτουργίες. Την κοκκινοπέμπτη, δηλαδή την Μεγάλη Πέμπτη βγάζαμε ένα κόκκινο ψωμί έξω. Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία και κοινωνούσαμε. Εβάφαμε τα κόκκινα αυγά με χύμα μάλλινη μπογιά ή βράζοντας κρεμμυδότσουφλα και βάζοντας μέσα τ’αυγά. Το βράδυ πηγαίναμε να ακούσουμε τα Δώδεκα Ευαγγέλια και οι κοπέλες να στολίσουν τον επιτάφιο. Ξενυχτούσαμε και τραγουδούσαμε τα τραγούδια για τα πάθη του Χριστού. Την Μεγάλη Παρασκευή γυρίζαμε το βράδυ τον επιτάφιο και τα κορίτσια έλεγαν το «Η ζωή εν τάφο». Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί εκάμναμε κουλούρια, εσφάζαμε το αρνί και με τα έντερα φτιάχναμε την μαγειρίτσα. Στις 12 η ώρ πηγαίναμε στο Χριστός Ανέστη και μετά ετρώγαμε. Το Πάσχα ετρώγαμε όλοι μαζί και χορεύαμε.
Του Αγίου Γεωργίου εκάμναμε το κουρμπάνι.Εσφαζαμε πρόβατα,τα εβράζαμε,τα πηγαίναμε στην εκκλησία