Τελετουργίες από ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Β.Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α) Στις 15 Νοεμβρίου αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων. Οι κάτοικοι της Αλεξανδούπολης θεωρούσαν αυτή τη περίοδο ως μία έντονη πνευματική εργασία και ψυχοσωματικής προετοιμασίας για τον εορτασμό της μεγάλης εορτής της Γέννησης του Κυρίου. Από τις 15 Νοεμβρίου εως τις 17 Δεκεμβρίου νήστευαν το κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα αυγά και έτρωγαν ψάρι, εκτός βεβαίως Τετάρτης και Παρασκευής που νήστευαν αυστηρά. Μετά τςι 17 Δεκεμβρίου νήστευαν και το ψάρι. Η νηστεία όμως κατά την υπόδειξη του Κυρίου είχε νόημα όταν συνδυαζόταν με προσευχή και ελεημοσύνη.
β) Χρυσούλα Πιρπίρη
Το Δωδεκαήμερο ξεκινά από την παραμονή των Χριστουγέννων και φτάνει μέχρι τα Φώτα. Το Δωδεκαήμερο, όπως αναφέρει η κ. Πιρπίρη, άρχιζε από την παραμονή των Χριστουγέννων, με το σφάξιμο των γουρουνιών που κυριαρχούσε τη μέρα αυτή στην Αλεξανδρούπολη αλλά και γενικότερα σε όλη τη Θράκη. Οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι ή ομάδες μικρές ανδρών έσφαζαν τα γουρούνια.
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, το τραπέζι σε κάθε σπίτι έπρεπε να είχε πάνω εννιά φαγητά. Όλα νηστίσιμα και αμαγείρευτα για να βρίσκονται στο σπίτι όλο το χρόνο πολλά φαγητά. Το μόνο μαγειρεμένο φαγητό ήταν τα φασούλια. Τα εννιά φαγητά θέλει να πιστεύει ο λαός ότι συμβόλιζε, τα εννέα μέρη που επισκέφτηκαν ο Χριστός, η Παναγία και ο Ιωσήφ κατά τον διωγμό του Ηρώδη. Κατ’ άλλους βέβαια συμβόλιζουν και την εννεάμηνη κύηση της Παναγίας.
Τα πιο συνηθισμένα φαγητά πάνω στο στρωμένο τραπέζι της Παραμονής των Χριστουγέννων ήταν η πίτα, το μέλι, το κρασί για να απλώσει η οικογένεια σαν τη κληματαριά, το σαραγλί για να φερόμαστε πάντα γλυκά στους επισκέπτες μας, το καρπούζι για να είναι γλυκιά η οικογένεια αλλά και η παραγωγή σαν το καρπούζι. Το πεπόνι, το μήλο για να έχουν τα μέλη της οικογένειας κόκκινα μάγουλα, το σκόρδο για να προστατεύονται από τα τσιμπήματα των εντόμων. Το κρεμμύδι για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα. Συμπλήρωμα των φαγητών ήταν η μπουγάτσα ή το χριστόψωμο το οποίο έκοβε ο νοικοκύρης το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και πριν αρχίσει το φαγητό.
Η ‘’Μπάμπω’’ ήταν το πρώτο φαγητό που θα έτρωγε η οικογένεια μετά από τη νηστεία των 40 ημερών, μάλιστα το έβραζαν όλη τη νύχτα σε σιγανή φωτιά για να είναι έτοιμο όταν θα γύριζε η οικογένεια από την εκκλησία.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό φαγητό ήταν η ‘’πουσουρτί’’ που αποτελείται από χοιρινό κρέας, το οποίο διατηρούνταν μέσα στο λίπος του μέχρι και το Πάσχα, η χοιρινή μπριζόλα και το κόκκινο κρασί.
Στη διάρκεια του Δωδεκαήμερου, τα Χριστούγεννα, τη Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια, οι μεταμφιέσεις ήταν οι χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της γιορταστικής αυτής περιόδου. Οι μεταμφιεσμένοι θύμιζαν τη μεγάλη ημέρα της Χριστιανοσύνης. Τέτοιο έθιμο ήταν ο ‘’Πουρπους’’ που αναπαραστούσαν οι κάτοικοι του Ισαακίου τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, πολλές φορές ,όμως, και την τρίτη. Ένα προσφυγικό έθιμο που το έφεραν το 1922 οι «Σακπασιώτες» από τα εφτά απέναντι χωριά της Ανατολικής Θράκης όταν εγκαταστάθηκαν στις καινούριες τους πατρίδες στη Δυτική Θράκη.
Ο ‘’Πουρπούρης’’, φορούσε προβιά ή κάπα τσοπάνη μια μάσκα από νεροκολοκύθα και κουδούνια στη μέση, πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, με τη συνοδεία νέων και έλεγε τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Την ημέρα των Φώτων και μετά τη λειτουργία, τα παλικάρια, με τον Σταυρό και όλα τα εικονίσματα του Ναού, παίρνουν θέση στον αύλειο χώρο όπου και αγιάζονται τα νερά. Προπορεύεται η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και ακολουθεί ο μεγάλος ξύλινος Σταυρός, τον οποίο διεκδικεί κάθε χρόνο ένα παλικάρι του χωριού από κάθε γειτονιά, με την απαραίτητη προϋπόθεση, να σχηματίζει κύκλο η σειρά των γειτονιών, διότι θεωρείται γρουσουζιά να γυρίσει ο κύκλος προς τα πίσω. Τελικά το παλικάρι που σηκώνει το Σταυρό εκ μέρους όλης της γειτονιάς, προσφέρει κόλλυβα τα οποία διαβάζονται στην εκκλησία και μοιράζονται «υπέρ ευκαρπίας της Γης και της υγείας των ανθρώπων».
δ) Απόκριες
Δήμητρα Σαλιαρίδου
Οι απόκριες προσδιορίζονταν στη Αλεξανδρούπολη κατά την περίοδο των τριών εβδομάδων πριν από την ‘’Καθαρά Δευτέρα’’. Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά κυρίως της σχολικής αλλά και της μετασχολικής ηλικίας και αποκλειστικά αγόρια, ντύνονταν καρναβάλια.
Η μεταμφίεση αυτή γινόταν με πρόχειρα μέσα, χωρίς να αγοραστεί τίποτα, αλλά μόνο από τα υπάρχοντα του σπιτιού έτσι έφτιαχναν μάσκα από χαρτί, όχι χαρτόνι διότι δεν υπήρχε άφθονο εκείνη την εποχή, αλλά από ψιλό χαρτί, από το μπακάλι ή ακόμα και από τα παλιά γραμμένα τετράδια του σχολείου. Επειδή όμως μια τέτοια μάσκα ήταν πολύ εύκολο να καταστραφεί, πάρα πολλά παιδιά έπαιρναν φούμο από το καζάνι ή από το τζάκι και μουντζούρωναν το πρόσωπό τους. Η πιο πρακτική χωρίς μουντζούρες αλλά και ανέδοξη μάσκα ήταν το σκέπασμα του προσώπου με το ‘’τσιμπέρι’’ δηλαδή, τον κεφαλοδέσιμο της μητέρας. Αυτό το ‘’τσιμπέρι’’ ήταν από ημιδιαφανές ύφασμα, μαύρο ή άσπρο, επέτρεπε στον μεταμφιεσθέντα να διακρίνει τον περίγυρο, χωρίς να γίνει αντιληπτό, το πρόσωπό του. Αργότερα εμφανίστηκαν χάρτινες μάσκες τις οποίες πωλούσαν τα παντοπωλεία.
Η ενδυμασία των καρναβαλιών ήταν κάποια παλιά φούστα της μητέρας ή κάποιο πολύ παλιό ‘’σιαλβάρι’’ (παραδοσιακό παντελόνι) του παππού, ή κάποια παλιά φανέλα του πατέρα. Όσο πιο περίτεχνη και μη αναγνωρίσιμη ήταν η μεταμφίεση, τόσο πιο πετυχημένο θεωρούνταν το καρναβάλι.
Η παρουσίαση των καρναβαλιών γινόταν λίγο πριν βραδιάσει και κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Συγκεντρώνονταν τα παιδιά στους χώρους παιχνιδιών και κυρίως στη πλατεία και εκεί επιδίδονταν σε διάφορα παιχνίδια, προσπαθώντας να μαντέψουν ή να αναγνωρίσουν τα πρόσωπα των καρναβαλιών. Επίσης έπαιζαν και πολλά παιχνίδια, που εξαιτίας της ανωνυμίας που πρόσφερε η μεταμφίεση, ήταν σατυρικού περιεχομένου. Στο τέλος βέβαια μη αντέχοντας σε τέτοιου είδους περιοριστικού μασκαρέματος πετούσαν τις μάσκες και επιδίδονταν στα ξέφρενα παιχνίδια της εποχής.
Οι μεγάλοι δεν μπορούσαν να μείνουν έξω από το διασκεδαστικό δρώμενο. Έτσι ντύνονταν και αυτοί καρναβάλια. Κατά προτίμηση οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και οι γυναίκες σε άνδρες. Σχημάτιζαν παρέες των δύο , τριών μη τεσσάρων ατόμων και επισκέπτονταν όχι μόνο γνωστών αλλά και αγνώστων, κάτι που πετύχαιναν λόγω της ανωνυμίας της μεταμφίεσης. Χτυπούσαν τη πόρτα και έλεγαν να τους ανοίξουν.
Μπαίνοντας μέσα έπρεπε να βάλουν τα δυνατά τους τα καρναβάλια για να μπορέσουν να προξενήσουν το γέλιο. Έκαναν διάφορες κινήσεις με υπονοούμενα, με τη φωνή τους χόρευαν, τραγουδούσαν, φοβέριζαν και ότι τέλος πάντων επινοούσαν να μπορέσουν να διασκεδάσουν τους ενοίκους. Η νοικοκυρά τους πρόσφερε ότι είχε, γλυκό, καρύδια, κάστανα, σύκα, τους κερνούσε με την ‘’καντηλούδα’’ (μικρό ποτήρι κρασιού) ότι ποτό υπήρχε και λίγο πριν την αποχώρηση, τις περισσότερες φορές έβγαζαν τις μάσκες. Έτσι φανερώνονταν και με επιφωνήματα θαυμασμού για το καταπληκτικό της παράστασης, καληνυχτίζονταν για να πάνε και σε άλλους γνωστούς επίσκεψη.
ε) Κινητές γιορτές, Πάσχα
Το Πάσχα για τους κατοίκους της Αλεξανδρούπολης ήταν ξεχωριστής σημασίας. Δε σήμαινε μόνο τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού, αλλά συγχρόνως τα παθήματα, τις θυσίες και τους υπεράνθρωπους αγώνες για την Ανάσταση του Γένους. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε ένας διπλός συμβολισμός στα Πασχαλινά έθιμα του λαού μας. Μέσα στην εβδομάδα των παθών τα έθιμα και οι παραδόσεις του Πάσχα, βγαλμένα από τα βάθη του κόσμου και πλουτισμένα με στοιχεία από τις αλησμόνητες πατρίδες, αναβιώνουν στην Αλεξανδρούπολη και γενικά στη Θράκη.
Τα Πασχαλινά έθιμα αρχίζουν από το Σάββατο του Λαζάρου. Την ημέρα αυτή οι νοικοκυρές ζύμωναν το πρωί «Λαζάρηδες» δηλαδή κουλούρια με ανθρώπινη μορφή που συμβολίζει τη μορφή του Λαζάρου. Επίσης τα κορίτσια γυρίζουν με κόκκινα φορέματα οι «Λαζαρίνες» κρατώντας κούκλα ή κόπανο ή ρόκα τυλιγμένη με πολύχρωμα κουρέλια ή πανέρι στολισμένο με λουλούδια, χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών τραγουδώντας «βάγια, βάγια του βαγιού τρώνε ψάρια και κολιό και την άλλη Κυριακή τρων’ το κόκκινο αβγό.»
Των Βαϊων το πρωί πήγαιναν όλοι στην εκκλησία το πρωί για να πάρουν βάγια τα οποία τα έδινε ο παπάς που ήταν φύλλα από δάφνη και τα διατηρούσαν οι πιστοί στο εικονοστάσι για το ξεμάτιασμα. Στην Αλεξανδρούπολη όπως και σε άλλα μέρη συνηθίζονταν τα «βαγιοχτυπήματα». Οι γυναικές χτυπούσαν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα. Επίσης, τα κορίτσια έκαναν στεφάνια από βάγια, που τους έδινε ο παπάς στην εκκλησία και τα έριχναν στη θάλασσα.
Την Μεγάλη Εβδομάδα έκαναν τριήμερο, δηλαδή νήστευαν τις τρείς πρώτες μέρες. Το έθιμο αυτό τηρούσαν συνήθως τα κορίτσια, γιατί πίστευαν ότι ‘’νηστικής καρδιάς πιάνει η ευχή’’ και ήλπιζαν να βρουν γαμπρό. Την τελευταία μάλιστα βραδιά για να ονειρευτούν ποιον θα πάρουν έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους αλμυροκούλουρα. Οι μόνες δουλειές που επιτρέπονταν τη Μεγάλη Εβδομάδα είναι το καθάρισμα του σπιτιού, το μαγείρεμα, το βράσιμο των αβγών και το ζύμωμα. Την Μεγάλη Τετάρτη γινόταν το ευχέλαιο στην εκκλησία και σε πολλά σπίτια. Ο παπάς ευλογεί τα αυγά και το αλεύρι. Οι νοικοκυρές ζύμωναν πρόσφορα και τα πήγαιναν στη εκκλησίαμ και από αυτά έριχνε ο παπάς μικρά τεμάχια στη Θεία Κοινωνία της Μεγάλης Πέμπτης που τα έλεγαν ‘’μαργαριτάρια’’. Τη Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές έβαφαν τα αβγά με κόκκινη μπογιά. Μετά τη βαφή των αυγών κρεμούσαν από το παράθυρο ένα κόκκινο πανί με την επωνυμία ‘’κόκκινο-πεφτιάτικο’’ και όσο το κόκκινο πανί ήταν κρεμασμένο στο μπαλκόνι ή στο παράθυρο δε έπλεναν όυτε άπλωναν ρούχα γιατί το θεωρούσαν κακό σημάδι. Επιπλέον κρατούσαν τη μπογιά σαράντα ημέρες επειδή πίστευαν ότι είναι το αίμα του Χριστού και την βαφή δεν την έχυναν. Αν υπήρχε αβγό από μαύρη κότα το έβαφαν πρώτο και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Όποτε έπιανε μπόρα, το χρησιμοποιούσαν μαζί με την πυροστιά όπου τα έβαζαν ανάποδα την αυλή για να διώξουν το χαλάζι. Επίσης, την Μεγάλη Πέμπτη ζύμωναν τα τσουρέκια σε κουλούρες και σε ένα σχήμα σταυρού με τέσσερα κόκκινα αυγά στις άκρες και ένα άσπρο στη μέση, το οποίο έτρωγαν την Λαμπρή και τα τσόφλια τα παραχωρούσαν στα αμπέλια για να τα προφυλάξουν από το χαλάζι παλαιότερα, όταν η πίστη διατηρούσε ακόμα κάποια στοιχεία δεισιδαιμονίας, μια κουλούρα φυλασσόταν στο εικονοστάσι για να καταναλωθεί την Πρωτομαγιά για να προστατεύονται τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια κορυφώνεται τη Μεγάλη Παρασκευή το Θείο δράμα. Την ώρα που περνά ο επιτάφιος οι νοικοκυρές έβγαζαν στη εξώπορτα ένα πιάτο με φυτρωμένους σπόρους και το ξαναέπαιρναν στο σπίτι τα ξημερώματα. Το Μεγάλο Σάββατο άρχιζαν την προετοιμασία για το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο ιερέας βροντοφωνάζει το ‘’Χριστός Ανέστη’’ μέσα σε θορυβώδεις εκδηλώσεις ένα από τα βασικότερα τελετουργικά στοιχεία της Ανάστασης ήταν το αναστάσιμο φως. Οι πιστοί έπαιρναν το αναστάσιμο φως και το μετέφεραν στα σπίτια τους. Μπαίνοντας στο σπίτι ‘’σταύρωναν’’ πρώτα το ανώφλι της εξώπορτας και μετά ανανέωναν το φως της καντήλας. Την Κυριακή του Πάσχα ακολουθούσε η σφαγή του οβελία, συγκεκριμένο τελετουργικό, και συμβόλιζε τη θυσία του Χριστού. Τέλος έριχναν ομοίωμα του Ιούδα στη φωτιά το οποίο αποτελούσε ένδειξη αγανάκτησης των πιστών για την πράξη προδοσίας του Ιούδα.
Η) Παραδόσεις
Στην Αλεξανδρούπολη, υπήρχαν κάποιες παραδόσεις οι οποίες συνεχίζουν να τελούνται μέχρι και σήμερα.
Η γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη της αμπελουργίας είναι 1η Φλεβάρη. Οι κάτοικοι της Αλεξανδρούπολης συνήθιζαν να πηγαίνουν, ανήμερα της γιορτής του Αγίου, στα αμπέλια και κόβανε από τις τέσσερις γωνίες από μια βέργα, κάνανε τον σταυρό τους για να τους βοηθήσει ο Άγιος και μετά συγκεντρωνόντουσαν οι χωριανοί και με την συνοδεία γκάιντας έπιναν και χόρευαν μέχρι αργά το βράδυ. Επίσης ακόμα ένα έθιμο που τελούσαν ήταν το έθιμο της φωτιάς. Άναβαν φωτιές, έψηναν λαλαγγίτες, λουκουμάδες φορούσαν ένα βραχιόλι από άσπρη κα κόκκινη κλωστή και γιόρταζαν τον ερχομό της άνοιξης. Αυτά τα έθιμα τελούνται ακόμη με παραλλαγές.