Τελετουργίες από ΜΕΣΟΡΟΠΗΣ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Έθιμα Λαικού Εορτολογίου
Όχι μόνο πριν τα Χριστούγεννα αλλά και πριν της Παναγίας και φυσικα την Μεγάλη Σαρακοστή πριν το Πάσχα η νηστεία τηρείται με μεγάλο σεβασμό κυρίως από τους μεγαλύτερους περισσότερο από γυναίκες και λιγότερο από άντρες. Νέοι από 30 και λιγότερο τηρούν την νηστεία. Είναι έντονη η θρησκευτική συνείδηση. Κάθε Κυριακή εκκλησιάζονται και εύχομαι χρόνια πολλά μετά. Η Κυριακή είναι γιορτή όπως και τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Παράξενη η αυστηρότητα της νηστείας. Στις Απόκριες παλιά γινόταν μεγάλο νταβαντούρι, τώρα πια δεν έχει γιατί δεν έχει κόσμο. Είχαμε ντερλίτικα τραγούδια και φωτιές.
Τα σατυρικά τραγούδια σχετικά με το σεξ ήταν πολλά αλλά δεν τα θυμάμαι τώρα. Στις γιορτές του καλοκαιριού έχουμε μεγάλο πανηγύρι. Στις μέρες μας γίνεται ότι γίνεται και στα άλλα χωριά. Τη βασκανιά την έχουμε ακόμα και σήμερα. Γιαγιές παλιά που θυμόμουν εγώ όταν ήμουν παιδί μας έπιανε πονοκέφαλος από καμιά ίωση ερχόνταν η γριά με λάδια και μαγικά να μας πάρει το μάτι να μας ξεβασκάνει. Ένα άλλο πράγμα που θυμάμαι για τις αρρώστιες ήταν η άποψη που είχαν για τις αρρώστιες. Για τις ιώσεις είχαν τα εξής. Ο παππούς που πέθανε εκατό τόσο χρονών, επέμενε ότι είδε το 193 μια πανδημία πανούκλας. Είδε λέει μια γριά με ένα τσεμπέρι σκεπασμένη περνούσε από κάτω και κάπως σταμάτησε, είδε στα σπίτια μας μέσα κομμάτι ( λίγο). Το πρωί βρήκε δύο πεθαμένους μέσα εκεί. Αυτό έλεγε και ένας ο οποίος ήταν Κοτσαμπάσης, ο πρώτος του χωριού. Πως φτάσαμε τώρα να μην τα πιστεύουμε καθόλου αυτά. Μιλούσαμε για κακό αέρα. Θυμάμαι κι ένα τσομπάνη εδώ μας έλεγε μικρούς προσοχή μην κατουράτε εδώ για να μην κατουρήσετε πάνω στο κάθισμα του διαβόλου. Ήξερε τάχα αυτός να ξεχωρίζει τις πέτρες του διαβόλου από τις πέτρες του Θεού. Αν μας έπιανε κανένας πόνος στη μέση ή την πλάτη ή τα πόδια τότε έφταιγε που κατουρήσαμε στις πέτρες του διαβόλου. Τέτοια άκουσα πολλά μικρός. Στις προλήψεις εμπίπτουν και οι νεράιδες. Ένας άλλος πάλι μια γριά επέμενε με όλη τη σοβαρότητα που μπορεί να είχε μι γριά, δεν ξέρω από τι σόι ήταν, ότι ένα βράδυ κατέβαινε να πάω ψωμί στον άντρα της αλλά στο σκολιό από κάτω την σταμάτησαν οι νεράιδες, κοιμήθηκε με τις νεράιδες και στο τέλος ξημερώθηκε εκεί. Άλλο πάλι βλέπουν τους νεκρούς συγγενείς τους στον ύπνο τους, φυσικά είπαμε να λέμε ιστορίες αλλά με μέτρο. Βλέπουν ότι διαμαρτύρονται που δεν τους έβαλαν αρκετά λουκούμια στον τάφο. Μετά πηγαίνουν και τους αφήνουν μερικά λουκούμια. Αυτά τώρα τα βγάζουν από το μυαλό τους αλλά δείχνουν πια νοοτροπία είχαν οι άνθρωποι σχετικά με τα μεταφυσικά φαινόμενα. ( Σαμαράς Ιωάννης)
Το χωριό το μόνο ιδιαίτερο που είχε ήταν ο Ιούδας. Την Μεγάλη Παρασκευή κατά τη διάρκεια την περιφοράς καίνε τον Ιούδα, δηλαδή ένα ομοίωμα σώματος ντυμένο με παλιόρουχα. Τα Φώτα πετάμε τον Σταυρό στον Νετριβίο όπου και αυτοί που δεν τον πιάνουν είναι ευλογημένοι. Λόγω της ευλογίας κανείς δεν αρρωσταίνει. Μετά την βάπτιση τα παιδιά τρέχουν στον νουνό λεν το όνομα του παιδιού και τρέχουν για το γιάμα. Δηλαδή ο νουνός δίνει λεφτά στα παιδιά που θα τρέξουν πρώτα να πουν το όνομα του Αη Γιώργη, γίνεται λειτουργία κάτω και μετά στήνεται γλέντι με τα φαγητά, τα πιοτά και τους χορούς. Το ίδιο και τον Δεκαπενταύγουστο. Μαζεύεται το χωριό εκεί και διασκεδάζει. ( Τσιμέρκας Αθανάσιος)
Ο Αη Γιώργης γυρνούσε γυρνούσε στο χωριό κάθε βράδυ και εμείς τον ακούγαμε αλλά δεν τον βλέπαμε. Ήταν ο Αη Γιώργης. Γενόταν μια βραδιά στο’πα μια βραδιά και άλλοτες αυτό γινότανε Ανάσταση αλλά ήταν οι Βούλγαροι στο χωριό και ενώ πηγαίναμε στην εκκλησία έξω οι βούργαροι ήταν και κουνήθηκε η εκκλησία και από τότε είπαν πάμε να φύγουμε δεν ξανά πατάμε εδώ γιατί φοβήθηκαν. Υπήρχαν και ξωτικά και ξωθιές. Δηλαδή τις θεωρούσαμε ένα πράγμα σαν διάβολοι, γυναίκες όχι στην επιφάνεια. Το βράδυ δεν έπρεπε να βγαίναμε γιατί έχει ξωθιές θα μας πνίγανε λέει. Μην πάτε μακριά γιατί εκεί βγαίνουν πολλές ξωθιές. Να μην απομακρυνόμαστε. Την Αποκριά ντυνόμασταν και διασκεδάζαμε και την τελευταία μαζεύαμε κέντρα ( σαν πεύκα πολύ μεγάλα) και βάζαμε μεγάλη φωτιά σε κάθε γειτονιά. Πολύ μεγάλες φωτιές κάναμε και το βράδυ ρίχναμε ποιος θα κάνει μεγαλύτερη φωτιά. Όλη μέρα καθόμασταν κρυμμένοι και λέγαμε :
« Ένα νέο παλικάρι
έχει πράμα σαν σφουγγάρι»
«Αντίκρυ ήρθες και έκατσες σαν μια παλιοπαπούτσα
και από τα μάτια φαίνεσαι πως αγαπάς μια πούτσα»
«Κράτα βάστα τα καλαμούδια
βάστα την μάνας τα σταμούδια»
Και τέτοια πολλά τραγούδια. Αυτά φτάνουν τώρα. Δεν θυμάμαι και άλλα.
Της Παναγίας ο κάθε κτηνοτρόφος δωριζε στην εκκλησία ένα ή δύο σφαχτά, άλλος κρασί και άλλος ούζο. Ανήμερα της Παναγίας τα φτιάχνανε στην αυλή της εκκλησίας και τα μοιράζανε στο τέλος της λειτουργίας. Μαζεύονταν και από τα περίχωρα. Γινόταν πανηγύρι με κλαρίνα, βιολιά, κόσμος πολύς γλέντι. Τι να σου πω. Τραπέζια στοους δρόμους είχε και στην αυλή της εκκλησίας.Αν ήθελες να δώσεις στον δίσκο έδινες, αν όχι δεν έδωνες καθόλου. Γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Εκείνο ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Άλλα δεν είχε. ( Κασιάρας Αθανάσιος)