Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΙΑΣΜΟΥ, ΙΑΣΜΟΥ

Α)ΕΘΙΜΑ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

«Πάντα οι Σαρακατσάνοι κρατούσαν όλες τις νηστείες. Όλη την σαρακοστή νήστευαν άνδρες γυναίκες για να μπορέσουν να μεταλάβουν μετά. Θεωρούσαν ότι ήταν ευλογημένη φάρα γιατί ήταν βοσκοί και οι βοσκοί ήταν οι πρώτοι που προσκύνησαν τον Χριστό. 

Τα Χριστούγεννα οι γυναίκες έκαναν την Χριστοκλούρα για να την πάνε στην Παναγία. Όλες οι οικογένειες είχαν σφραγίδα με τα αρχικά του Χριστού αλλά η Χριστοκλούρα έπρεπε να είναι πάντα κεντημένη από πάνω. Συνήθως σχεδίαζαν πάνω με το χέρι ή αλλιώς με πιρούνι, μαχαίρι και ποτήρι. Τα σχέδια που έκαναν συμβόλιζαν καλύβια, βοσκούς, πρόβατα, άλογα και στάνες. Την Παραμονή των Χριστουγέννων άναβαν την φωτιά στο φωτογώνι στη μέση του καλυβιού και δεν άφηναν να σβήσει για 12 μέρες μέχρι να φύγουν τα παγανά.  Πίστευαν ότι όταν έβλεπαν την φωτιά οι καλικάντζαροι δεν έρχονταν στο καλύβι. 

Την ίδια μέρα πήγαιναν και στην πιο κοντινή αγορά να αγοράσουν τα ζαχαράτα, τις καραμέλες και ότι άλλο χρειαζόταν για να κεράσουν τα Χριστούγεννα τους επισκέπτες και τα παιδιά που θα΄ρχόταν να τους ευχηθούν. Την ίδια μέρα τα παιδιά πήγαιναν στην Λόγγο για να κάνουνε ξερά κλαδάκια για να πριτσιανίσουν όταν θα πήγαιναν για τις ευχές. Έκοβαν τόσα όσα και τα καλύβια που θα πήγαιναν να ευχηθούν». 

Χρήστος Κίτσος

 «Μόλις ξημέρωνε Χριστούγεννα κάλυπταν οι γυναίκες όλα τα εικονίσματα του καλυβιού με ένα κόκκινο πανί. Τα ξεσκέπαζαν την Πρωτοχρονιά και μετά τα ξανασκέπαζαν μέχρι τα φώτα. Ανήμερα Χριστούγεννα πήγαιναν πρώτα τα παιδιά από καλύβι σε καλύβι και αφού φιλούσαν το χέρι των μεγάλων καθόταν γύρω από τη φωτιά τρία – τρία ή περισσότερα και έβαζαν τα κλαράκια στην φωτιά και άρχιζαν οι ευχές : ‘’Αρνιά, κατσίκια, νιφάδες, πιδιά, γαμπροί, δύναμ΄, γρόσια κι απούλα τα καλά και τα΄χρόνου μ΄γεια’’. Αυτό το έλεγαν όλα τα παιδιά αλλά συνήθως ξεκίναγε κορίτσι. Αν τα κλαδάκια πριτσιάναγαν πίστευαν ότι θα βελάζουν τα πρόβατα και θα ΄χουνε πολλές γεννήσεις και θα τους πάει καλά η χρονιά. Μετά η νοικοκυρά ερχότανε και κέρναγε τα παιδιά καραμέλες, ζαχαράτα, μανταρίνια, ξερά σύκα, χαρούπια και ότι άλλο ήθελε και τα έστελνε στα επόμενα καλύβια. Μετά ερχόταν οι μεγάλοι, συγγενείς, φίλοι, γείτονες και έκαναν το ίδιο πράγμα αλλά μετά το κέρασμα έστρωναν την ράβλα και η νοικοκυρά έβγαζε μεζέδες για να φάνε. Συνήθως έπιαναν και τα τραγούδια».

Αποστόλης Κίτσος

Αποστόλης Κίτσος

‘’Απόψε στο σπιτάκι μου

  είχα χαρά μεγάλη 

  τον άγγελό μου γιόρταζα 

  και τον Θεό δοξάζω

  και την κυρά την Παναγιά 

  πολύ την προσκυνάω

  να μου χαρίσει τα κλειδιά

  κλειδιά του Παραδείσου

  να ανοίξω τον Παράδεισο’’.

«Όταν έφταναν τα μεσάνυχτα που ξημέρωνε πρωτοχρονιά οι άνδρες έβγαιναν από το καλύβι και πυροβολούσαν στον αέρα για το καλό. Οι γυναίκες εκείνο το βράδυ έφτιαχναν την Μπουκφάλα. Ζύμωναν ένα ψωμί και αφού ψήνονταν το έτριβαν σε ένα ταψί σε μικρές χαμιές, τρίμματα και μετά έριχναν μέσα λιωμένο βούτυρο με τυρί και μετά από πάνω έριχναν ζάχαρη. Μέσα στην Μπουκβάλα έβαζαν ένα νόμισμα μικρά φυλλαράκια ή κλαράκια που συμβόλιζε κάτι. Συνήθως τα φύλλα και τα κλαράκια ήταν ευτυχία και καλοτυχία. Την Πρωτοχρονιά το πρωί κάθονταν όλοι γύρω από την τάβλα, έκαναν τον σταυρό τους και ο πατέρας της οικογένειας χώριζε και σταύρωνε την Μπουκβάλα και μετά την μοίραζε στους άλλους. Έβαζαν ένα κομμάτι για τον Χριστό και ένα για την Παναγία. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές ξεσκέπαζαν τα εικονίσματα και άναβαν το καντήλι. Όταν ερχόταν το βράδυ τα ξανασκέπαζαν  για να τα ξεσκεπάσουν ξανά τα φώτα.

Μόρφω Καπούλα

«Και το Πάσχα το γιόρταζαν οι Σαρακατσάνοι. Κανονικά έσφαζαν αρνιά είχαν γλέντια. Αν είχε και χωριό κοντά πήγαιναν και στην λειτουργία της εκκλησίας. Για τσουρέκια έκαναν τις κλούρες. Στο γάστρο τις άφηναν και πάλι τις στόλιζαν και τις κένταγαν από πάνω». 

Αθανάσιος Λιάπης

«Μετά την Πεντηκοστή είχαν τα ψυχοσάββατα. Έκαναν καθαριότητα γενική και στο σπίτι και στα ρούχα και στα στρώματα έπλεναν τα σκεύη και τα κατσαρολικά. Και οι ίδιες οι νοικοκυρές έπρεπε να είναι πεντακάθαρες. Τότε τα ψυχοσάββατα έκαναν τα κόλλυβα και επειδή συνήθως δεν είχαν εκκλησία κοντά τα μοίραζαν στα σπίτια. Σφάζανε τα αρνιά και μοιράζανε με τυρί, αυγά, κουλούρες και κρασί». 

Αικατερίνη Κίτσου

«Το καλοκαίρι γιόρταζαν τα Καλογιάννια την ημέρα που γιόρταζε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Τον τηρούσαν πολύ οι Σαρακατσάνοι γιατί και αυτός βάφτιζε όπως ο Χριστός. Είχαν ονομάσει και συγκεκριμένα λουλουδάκια ‘’καλογιάννια’’. Την παραμονή της γιορτής έβγαιναν οι λεύτερες κοπέλες να μαζέψουν τα καλογιάννια. Μάζευαν τόσα κλαράκια όσα μέλη είχε και η οικογένεια τους. Τα κλαράκια τα έδεναν ματσάκια όλα μαζί με κόκκινη κλωστή. Η κάθε κοπέλα έβαζε στο ματσάκι της συνήθως ένα δαχτυλίδι και μετά όλες μαζί τα έβαζαν σε ένα κακάβα με νερό. Πριν βάλουν νερό στον κακάβα η κοπέλα που το μετέφερε στο κεφάλι της όταν έφτανε στην βρύση το κλωτσούσε 3 φορές. Η κοπέλα έπρεπε να έχει ζωντανούς και την μάνα και τον πατέρα της. Το κακάβι με τα ματσάκια ήταν σκεπασμένο με το μαντήλι από το εικονοστάσι το κόκκινο. Πηγαίνοντας στην βρύση με το κακάβι πήγαινε μπροστά η κοπέλα και πίσω οι άλλες. Όλες αυτές στο δρόμο για την βρύση τραγουδούσαν: 

«Κίνησα τον δρόμο-δρόμο

  το στενό το μονοπάτι

  βρίσκω μια μηλιά στην μέση

  και άλλη μία παρακάτω

  ξάρωσα να πάρω μήλα

  και μαράθηκαν τα φύλλα

  μην το παίρνεις 

  μην το ρίχνεις

  μην το αγουρομαραγκάζεις

  τα χει ο αφέντης μετρημένα

  και η νοικοκυρά φυλαγμένα». 

Αλεξάνδρα Κίτσου

 Μετά γίνονταν γλέντια όλο το βράδυ μέχρι που ξημέρωνε. Όταν τελείωνε το γλέντι έπρεπε η καθεμιά να πάρει το κατσά της. Η κοπέλα που το κουβάλαγε το κακάβι το σήκωνε στο κεφάλι της και έβαζε το χέρι της τυχαία σήμερα χωρίς να βλέπει. Όταν έπιανε κάποιο κατσάκι το έβγαζε έξω και ρώταγε ‘’Ποιανής είναι’’ και όποια αναγνώριζε το δαχτυλίδι της έλεγε: ‘’θκομ είναι θκομ’’. Αυτό σήμαινε ότι αυτή η κοπέλα θα παντρευόταν πρώτη και ότι θα είχε έναν ευτυχισμένο γάμο».

Μαρία Πυλαρινού

«Και μετά οι Σαρακατσάνοι γιόρταζαν πολύ του Αι-Δημήτρη. Όχι μόνο επειδή είχαν πολλοί το όνομά του αλλά επειδή με τον Αι-Δημήτρη ξεκίναγαν να πάνε στα χειμαδιά. Το ίδιο και με τον Αι-Γιώργη όταν άνοιγαν να πάνε στα ξεκαλοκαιριά»

Κωνσταντίνος Καπούλας

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2943
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
Καπούλα
Όνομα
Ευμορφία Σωτηρία
Εικόνες