Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΣΤΕΡΝΑΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

α)Τα λατρευτικά έθιμα των Στερνιωτών ακολουθούν το Εορτολόγιο της εκκλησίας μας και ο χαρακτήρας τους είναι καθαρά χριστιανικός. Θα ξεκινήσουμε με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου διότι η ημερομηνία της εορτής 26 Οκτωβρίου ήταν οριακή για τους αγρότες και τους ποιμένες. Από την ημέρα αυτή άρχιζε η χειμερινή περίοδος που διαρκούσε μέχρι τις 23 Απριλίου( εορτή του Αγίου Γεωργίου). Του Αγίου Δημητρίου γίνονταν οι γεωργικές και ποιμενικές συμβάσεις εργασίας και τα νοικιάσματα των λιβαδιών. Επίσης η γιορτή αυτή συμπίπτει με την έναρξη της νέας καλλιεργητικής χρονιάς. Ήταν το μεγαλύτερο φθινοπωρινό πανηγύρι πριν από την έλευση του βαριού θρακικού χειμώνα ο οποίος για μήνες ολόκληρους δεν επέτρεπε υπαίθριους εορτασμούς. Οι νοικοκυρές εκείνη την μέρα ξυπνούσαν αχάραγα και έβραζαν το φαγητό το οποίο ήταν το ίδιο σε όλα τα σπίτια κρέας προβατίνας με λάχανο. Μετά πήγαιναν στην εκκλησία όταν τελείωνε η θεία λειτουργία επέστρεφαν σπίτι έτρωγαν και πήγαιναν ως δώρο στην κουμπάρα ένα πιάτο φαγητό από την πλάτη του ζώου. Έπειτα έφευγαν για το πανηγύρι όπου γλεντούσαν όλο το βράδυ. Την επόμενη μέρα ακολουθούσαν ακριβώς αυτό το πρόγραμμα ώστε να τιμήσουν τον μαθητή του Αγίου Δημητρίου, το μεγαλομάρτυρα Νέστορα που μαρτύρησε κι αυτός ακριβώς μετά τον δάσκαλο του. Η γιορτή του Αγίου Ανδρέα Αποστόλου του Πρωτοκλήτου που είναι στις 30 Νοεμβρίου οι Στερνιώτες εκκλησιάζονταν όλοι υποχρεωτικά. Από το πρωί της ημέρας αυτής οι νοικοκυρές είχαν βράσει σιτάρι και όταν επέστρεφαν σπίτι έπαιρναν από αυτό μια κουταλιά και το έριχναν πάνω στα κεραμίδια του σπιτιού τους λέγοντας την ευχή: ‘’Έτσι να ανδρειωθούν τα στάρια μας’’. Οι Στερνιώτισσες πίστευαν ότι ο Αγιαντριάς αντρειεύει(δυναμώνει) τα σπαρτά, έβραζαν σιτάρι για να ενισχύσουν το δυνάμωμα αυτό. Γι αυτό ο μήνας Νοέμβριος είχε στην Στέρνα το όνομα: Αντριάς. Πρώτη μεγάλη γιορτή της χειμερινής περιόδου είναι η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας στις 4 Δεκεμβρίου και ακολουθούν τις αμέσως επόμενες μέρες του Αγίου Νικολάου και η γιορτή του Αγίου Σάββα. Η αγία Βαρβάρα θεωρείται προστάτιδα της ευλογιάς. Η λοιμώδης αυτή εξαθλιωτική αρρώστια στα παλιά χρόνια έπαιρνε την μορφή επιδημίας και θέριζε κυριολεκτικά τους ανθρώπους. Γι αυτό οι Στερνιώτες προληπτικά δεν μαγείρευαν την ημέρα της γιορτής της Αγίας φασόλια και άλλα όσπρια. Πίστευαν ότι έτσι θα απομακρυνθεί η ευλογιά που προκαλούσε σπυριά σ όλο το σώμα των αρρώστων ανθρώπων και ζώων. Την ημέρα αυτή κάθε Στερνιώτισσα νοικοκυρά έφτιαχνε τη βαρβάρα. Έβαζαν την βαρβάρα στην κανάτα και την πήγαιναν ως δώρο στην νονά, στην μάνα, στην αρραβωνιαστικιά του παλικαριού.

β)Σημαντικό γεγονός για κάθε οικογένεια της Στέρνας ήταν το σφάξιμο των γουρουνιών τα Χριστούγεννα. Είχαν τηρήσει σχεδόν όλοι μικροί και μεγάλοι την νηστεία των 40 ημερών που προηγείται της γιορτής των Χριστουγέννων και για τον λόγο αυτό περιμέναν με πραγματική λαχτάρα το ‘’κόψιμο του γουρουνιού’’.  Τα γουρούνια που προορίζονταν για σφάξιμο είχαν μεγαλώσει αρκετά και ζύγιζαν 150-200 κιλά. Την παραμονή των Χριστουγέννων πρωί-πρωί οι γειτόνοι έκαναν ομάδα από 4-5 άνδρες. Ο πιο ειδικός αναλάμβανε σφάχτης και οι άλλοι βοηθοί. Πανζουρλισμός επικρατούσε στην παγωμένη και κάτασπρη από τα χιόνια Στέρνα κωμικοτραγικές σκηνές εξελίσσονταν στις αυλές των σπιτιών με πρωταγωνιστές ζώα και ανθρώπους που έδιναν μάχη σώμα με σώμα. Ένα φοβερό βουητό σηκωνόταν από το ύστατο σκούξιμο των πονεμένων γουρουνιών. Το σφαγμένο γουρούνι το έγδερναν επιτόπου, το άνοιγαν αφαιρούσαν τα εντόσθια το έπλεναν και το κρεμούσαν μέσα στο σαλόνι του σπιτιού για να στραγγίσει κι να παγώσει. Έφερνε η νοικοκυρά ούζο κερνούσε την παρέα και εκείνοι ευχόμενοι ‘’Άντε καλοφαγωμένο Καλά Χριστούγεννα’’ έφευγαν για το διπλανό σπίτι όπου θα έβρισκαν το επόμενο θύμα τους. Έκοβαν στην συνέχεια τα μπούτια του ζώου τα έβαζαν μέσα σε μεγάλες τάψες και έβγαζαν με το μαχαίρι το ψαχνό για την παρασκευή λουκάνικων. Το λίπος το έβαζαν σε λαήνα και το χρησιμοποιούσαν όλο τον χρόνο ως λάδι μαγειρέματος. Τα συκώτια τα καβούρντιζαν και έτρωγαν κάθε φορά από λίγο. Έφτιαχναν επίσης καβουρμά και πατσά από το κεφάλι και τα πόδια ενώ το δέρμα χρησίμευε για την Παρασκευή τσαρουχιών. Το βράδυ της Παρασκευής των Χριστουγέννων συγκεντρώνονταν όλα τα μέλη της οικογένειας στον οντά του σπιτιού και κάθονταν μικροί και μεγάλοι γύρω από την σοφρά. Η νοικυρά έφερνε το Χριστόψωμο και τοποθετούσε γύρω 9 πιάτα που το καθένα είχε διαφορετικό φαγητό όμως όλα νηστίσιμα. Ήταν τα λεγόμενα 9 φαγιά : φασολάδα, ντολμαδάκια, λάχανο τουρσί, ελιές, χαλβάς, βαρβάρα, πλιγούρι, καρπούζι και σαραγλή. Ο παππούς του σπιτιού άρχιζε να θυμιατίζει το σπίτι και έπαιρναν λίγο καπνό από το θυμίαμα προς το μέρος τους και έλεγαν ‘’με το καλό να έρθει ο Χριστός’’. Μετά το φαγητό η νοικοκυρά έπιανε ζυμάρι και ζύμωνε ένα μικρό ψωμί βάζοντας πάνω και ένα σταυρό από ζυμάρι. Έφτιαχνε επίσης πολλά κουλουράκια τα άφηνε πάνω στην γάστρα ή στην σόμπα. Έπαιρνε μετά ένα κουλουράκι και το κρέμαγε στην εξωτερική πόρτα του σπιτιού ή το έβαζε στο εικονοστάσι όπου παρέμενε εκεί μέχρι τα Χριστούγεννα. Το ψωμάκι με τον σταυρό το φύλαγε όλο το Δωδεκαήμερο στο σπίτι κι έπειτα μαζί με το μικρό κουλουράκι του εικονοστασίου τα μούσκευε και τα έριχνε στην τροφή των ζώων για να έχουν και αυτά γεροσύνη. Τέλος τα κουλουράκια αυτά τα έδινε ως φιλοδώρημα στα παιδιά που γυρνούσαν σε ομάδες εκείνη την νύχτα από τις 2 ώρα το βράδυ ως το ξημέρωμα. Στις ομάδες αυτές συμμετείχαν μόνο αγόρια αφού τα  κορίτσια φοβόταν την άγρια νύχτα και τα πολλά σκυλιά του χωριού. Τα παιδιά αυτά ήταν σχολικής ηλικίας επισκέπτονταν όλα τα σπίτια και φώναζαν σε κάθε αυλή: «Κοοοοολιντα μπάμπω τσι τσι τσι» και επαναλάμβαναν την φράση μέχρι να βγει η νοικοκυρά και να τα φιλοδωρήσει. Την νύχτα με τον ήχο του σήμαντρου ή της καμπάνας ξυπνούσαν όλοι οι χωριανοί φορούσαν τις γιορτινές φορεσιές και έβγαιναν αράδα αράδα στα χιονισμένα σοκάκια. Πήγαιναν στην εκκλησία του Αι-Γιώργη και προσκυνούσαν ευλαβικά στην ιερά εικόνα της Γέννησης. Μετά την θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων γυρνούσαν σπίτια τους και καταπιάνονταν με το ψήσιμο χοιρινών μεζέδων. Το απόγευμα της μέρας των Χριστουγέννων καλώς και των επόμενων δύο ημερών έβγαιναν όλη στην εκκλησία όπου χόρευαν με τα τραγούδια του χορού. Τα κάλαντα των Χριστουγέννων τα έλεγαν ανήμερα των Χριστουγέννων τα παλικάρια του χωριού. Έφτιαχναν μια ομάδα κι από το πρωί ξεκινούσαν παίρνοντας τα σπίτια του χωριού από την σειρά. Όταν έφταναν στην αυλή κάθε σπιτιού τραγουδούσαν. Ένας που ήταν ο αρχηγός της ομάδας κρατούσε ένα μπουκάλι κρασί και κερνούσε τους μεγαλύτερους του νησιού. Ο νοικοκύρης δίνει χρήματα στον ταμεία της και αυτή συνέχιζαν παινετικά τραγούδια για κάθε μέλος της οικογένειας που έφερναν όπως ήταν φυσικό και άλλα μπαξίσια στην ομάδα. Συνηθιζόταν επίσης οι νοικοκυρές να δίνουν και ένα κομμάτι κρέας χοιρινό στην ομάδα των παλικαριών. Όταν γυρνούσε στους δρόμους η ομάδα αυτή οι κοπέλες αυτές απέφευγαν να βγουν γιατί θα έπεφταν πάνω τους και θα άκουγαν πειραχτικό τραγούδι. Για να περάσουν τα παλικάρια από όλα τα σπίτια χρειάζονταν  πολλές ώρες και ο κόσμος έφευγε από το μεσημέρι κιόλας στην πλατεία όπου άρχιζε το γλέντι. Έτσι η ομάδα διέκοπτε το έργο της και το συνέχιζε την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων και αν χρειαζόταν και την τρίτη. Από τις 2 ώρα την νύχτα ξημερώματα Πρωτοχρονιάς έβγαιναν στο χωριό ομάδες αγοριών σχολικής ηλικίας και επισκέπτονταν τα σπίτια. Όταν έφταναν στην αυλή κάθε σπιτιού έλεγαν: «Σούρφαλα μπάμπω τσι τσι τσι». Μόλις έβγαινε στην πόρτα η νοικοκυρά τα παιδιά φώναζαν: «Σούρβαλα μπάμπω τσι τσι τσι» και αυτή του έδινε ως φιλοδώρημα σταφίδες, σύκα, ξυλοκέρατα και αμύγδαλα. Αν πήγαιναν σε σπ΄τι πλούσιου έπαιρναν μαζί με τους ξηρούς καρπούς και καμιά δεκάρα. Με το χάραμα σηκωνόταν η νοικυρά κι έφτιαχνε την βασιλόπιτα με φύλλα, βούτυρο, τυρί και αυγά. Ανάμεσα στα φύλλα έβαζε ένα νόμισμα, ένα ξυλάκι κρανιάς ένα κομματάκι άχυρο και ένα ξυλάκι σουσαμιάς. Η πίτα ψηνόταν πριν φύγουν οι άνθρωποι για την εκκλησία και κοβόταν και κοβόταν με την επιστροφή τους στο σπίτι. Συγκεντρώνονταν στον οντά και ο παππούς έκοβε με το μαχαίρι την πίτα. Το πρώτο ήταν του Χριστού, το δεύτερο του Αι-Βασίλη και συνέχεια είχαν ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά, των παιδιών και των εγγονών του κατά σειρά ηλικίας με σειρά από το μεγαλύτερο. Στην συνέχεια ο παππούς έβγαζε κομμάτια για το σπίτι, τα χωράφια, τα βόδια και για τα πρόβατα. Όποιος έβρισκε στο κομμάτι του το νόμισμα ήταν ο τυχερός της χρονιάς. Ο ίδιος θα πήγαινε το νόμισμα στην εκκλησία την μέρα των φώτων και αγόραζε με αυτό κερί. Εκείνος που θα έβρισκε στην πίτα το ξύλο κρανιάς θα’ ταν γερός και δυνατός. Ο άλλος που θα τύχαινε το άχυρο θα είχε καλό μπερεκέτι(σοδειά) ενώ αυτός με το σουσαμόξυλο θα΄χε πρόβατα όσα και τα σουσάμια δηλαδή αμέτρητα. Στις 6 Ιανουαρίου εορτάζονται από όλους τους χριστιανούς τα Θεοφάνεια ή Φώτα που είναι η αρχαιότερη ακίνητη δεσποτική εορτή. Την ημέρα αυτή εορτάζουμε την βάπτιση του Κυρίου από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο κι επειδή την ώρα της Βάπτιση του Κυρίου φανερώθηκε στους ανθρώπους ο Θεός ως «Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα», η γιορτή λέγεται Θεοφάνια αλλά και Φώτα γιατί την ημέρα αυτήν βαφτίζονταν ομαδικά αυτοί που είχαν προετοιμαστεί για το Φώτισμα( βάπτισμα). Πρωί – πρωί παραμονή της εορτής  ο ιερέας στην εκκλησία τελούσε την ακολουθία του μεγάλου Αγιασμού. Έπειτα γέμιζε ένα μπακίρι με αγιασμένο νερό και μαζί με έναν βοηθό έπαιρνε αράδα τα σπίτια του χωριού για να τα φωτίσει. Σε κάθε σπίτι που πήγαινε περνούσε από όλους τους χώρους και ράντιζε με ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους ψέλνοντας το απολυτίκιο της εορτής. Στο τέλος ο ιερέας φώτιζε και τους ανθρώπους του σπιτιού, ενώ η νοικοκυρά έριχνε νομίσματα στο μπακίρι, έβαζε λίγο αλεύρι στο σισάκι που είχε στον ώμο του ο βοηθός και έριχνε και στο καλάθι του ένα κομμάτι κρέας χοιρινό. Το βράδυ της παραμονής άφηνε ο ιερέας τον σταυρό μέσα στο μπακίρι με το αγιασμένο νερό. Το άλλο πρωί αν ήταν παγωμένο το νερό που ήταν μέσα ο σταυρός θεωρούνταν καλό σημάδι για όλο το χωριό. Αν δεν ήταν θα τους έβρισκαν αρρώστιες. Το πρωί της εορτής των Φώτων όλοι οι Στερνιώτες μαζεύονταν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν την θεία λειτουργία. Σχηματιζόταν πομπή με τον ιερέα επικεφαλής ντυμένον τα ιερά άμφια, τους ψάλτες μια ομάδα από δέκα σχολιαρόπαιδα που κρατούσαν στα χέρια τους ιερές εικόνες της εκκλησίας κι από όλους ανεξαιρέτως τους χωριανούς που ακολουθούσαν. Πήγαιναν στον ‘’τσεσμέ’’ (βρύση) και στέκονταν ολόγυρα του. Ο ιερέας τελούσε την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού για να αγιαστούν τα νερά όπως αγιάστηκαν με την Βάπτιση του Κυρίου τα νερά του Ιορδάνη ποταμού. Έπαιρναν και οι Στερνιώτες από το αγιασμένο νερό, έπιναν, έβαζαν σε μαστραπάδες σε ποτηράκια για να το πάνε στο σπίτι να αγιάσουν τα ζώα, τα φυτά και όλα τα υπάρχοντα αφού αυτό ήταν κατά τα λόγια της ίδιας ευχής που μόλις είχαν ακούσει. Τελειώνοντας την τελετή κινούσε με την ίδια παράταξη  η πομπή κι έφερνε ένα γύρο το χωριό. Η πομπή κατέληγε στην εκκλησία και αφού επέστρεφαν στο σπίτι και έτρωγαν την μπάμπω ( παρασκεύασμα έτοιμο από τα Χριστούγεννα) ψιλόκοβαν κρέας χοιρινό και το έβαζαν μαζί με πλούσια μπαχαρικά στο στομάχι του γουρουνιού που ήταν καλοπλυμένο. Την ημέρα των Φώτων το έβαζαν στο ταψί με ρύζι και το έψηναν στο φούρνο. 

γ)Στις 3 Φεβρουαρίου είναι η γιορτή του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου του πρεσβύτη που ζούσε στα Ιεροσόλυμα κι αξιώθηκε να πάρει το Χριστό σαν βρέφος στην αγκαλιά του. Την ημέρα αυτή ο ιερέας τελούσε την θεία Λειτουργία και οι χωριανοί εκκλησιάζονταν τιμώντας τον Άγιο. Όταν επέστρεφαν στα σπίτια τους δεν καταπιάνονταν με καμία εργασία εκτός από το τάισμα των ζώων. Πίστευαν ότι ο Άγιος Συμεών ‘’σημειώνει’’ δηλαδή κάνει σημάδι σ΄αυτούς που δεν θα τιμήσουν την γιορτή του. Τον μεγαλύτερο φόβο τον είχαν οι έγκυες γυναίκες για να μην βγει το παιδί σημαδεμένο. Άνδρες και γυναίκες δεν έπιαναν στα χέρια τους ψαλίδι, μαχαίρι, τσεκούρι μην κόψουν οτιδήποτε. Από την παραμονή είχαν κόψει το ψωμί και τα ξύλα τους ενώ οι μητέρες έφτιαχναν από βραδίς τα μαλλιάτων κοριτσιών σφιχτές πλεξούδες για να μην χρειάζονται χτένισμα το πρωί της εορτής. Τα ψυχοσάββατα που έχουν καθιερωθεί από την εκκλησία μας είναι δύο : α)’’Προ της κρεατίνης της Αποκρέω’’ και β)’’Προ της Πεντηκοστής εβδομάδας’’. Στην Θράκη γενικά τα ψυχοσάββατα είναι έξι τον χρόνο χωρίς να είναι παντού τα ίδια. Οι Στερνιώτες είχαν ως ψυχοσάββατα τα Σάββατα που είναι : α)Πριν την Κυριακή της Απόκρεως β)πριν την Κυριακή της Τυρινής γ)πριν την πρώτη Κυριακή των νηστειών δ)πριν την Πεντηκοστή ε)πριν την εορτή του Τίμιου Σταυρού και στ)πριν την Κυριακή του Αγίου Δημητρίου. Οι Στερνιώτισσες κάθε ψυχοσάββατο πηγαίνουν πρωί-πρωί στην εκκλησία όπου τελούνταν η θεία λειτουργία. Καθεμιά έπαιρνε μαζί της και το πανέρι που είχε μέσα τρεις ‘’λειτουργιές’’ (πρόσφορα), κρασί και κόλλυβα και ένα χαρτί με τα ονόματα των κεκοιμησμένων. Αυτά τα διάβαζε ο ιερέας στο μνημόσυνο που τελούνταν μετά την λειτουργία. Τα κόλλυβα και τις λειτουργιές τα μοίραζαν οι γυναίκες στον κόσμο όταν έβγαιναν στο προαύλιο της εκκλησίας. Ύστερα πήγαιναν στα σπίτια τους έπαιρναν λουλούδια, κρασί, κεριά και το θυμιατήρι και έφευγαν για τα μνήματα. Εκεί έριχναν κρασί στους τάφους των συγγενών τους άναβαν ένα κερί άφηναν και τα λουλούδια και έφευγαν λέγοντας ‘’Θεός χωρέσ’ τους’’. Για τους Στερνιώτες τα 3 πρώτα ψυχοσάββατα ήταν μέρες αργίας. Η Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής είναι η πύλη που οδηγεί τους χριστιανούς στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Το θέμα της είναι η ανάμνηση ‘’της από του παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ’’ και η Ευαγγελική προκοπή τις διδάσκει στους πιστούς, 3 αλήθειες που πρέπει να τηρήσουν για να ξανακερδίσουν το χαμένο παράδεισο: την αλληλοσυγχώρεση, την νηστεία και την θησαύριση των ουρανών. Το πρωί της Κυριακής στην Στέρνα σηκωνόταν η νοικοκυρά πρωί πρωί και έφτιαχνε μια τυρόπιτα. Έπειτα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία και όταν γυρνούσαν έστρωναν τον σοφρά έφερναν το ταψί με την τυρόπιτα και γευμάτιζαν με αυτήν αφού είχαν σταματήσει να τρώνε κρέας από την προηγούμενη Κυριακή που είναι των Απόκρεων. Μετά το φαγητό έβγαιναν όλοι στην πλατεία του χωριού και άρχιζαν να τραγουδούν και να χορεύουν μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Με το νύχτωμα έπαιρνε κάθε οικογένεια ένα κρασί και πήγαινε στον κουμπάρο της για να συγχωρεθεί. Σε λίγη ώρα επέστρεφαν στο σπίτι τους ξαναγέμιζαν το μπουκάλι με κρασί και πήγαιναν σε όλους τους συγγενείς για να  συγχωρεθούν με τον ίδιο τρόπο. Η περίοδος λοιπόν των Στερνιωτών για την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής γινόταν με τον καλύτερο τρόπο αφού τηρούσαν αυστηρή νηστεία αλληλοσυγχωρούνταν και οι επίγειοι θησαυροί τους μόλις τους επαρκούσαν για την επιβίωση τους. Η Δευτέρα της πρώτης Βδομάδας των νηστειών λέγεται Καθαρά Δευτέρα. Από την μέρα αυτή αρχίζει η μεγάλη Τεσσαρακοστή η οποία τελειώνει το απόγευμα της Παρασκευής πριν το Σάββατο του Λαζάρου. Όλοι οι Στερνιώτες νήστευαν την Καθαρά Δευτέρα καθώς και την επόμενη και την Τετάρτη το πρωί κοινωνούσαν. Οι γυναίκες εκείνη την μέρα έπαιρναν μαζί τους από ένα ψωμί και ένα μπινάκι με βρασμένο καλαμπόκι η καθεμιά τα οποία τα μοίραζαν στον κόσμο μετά την Απόλυση της θείας Λειτουργίας. Στις 9 Μαρτίου είναι η γιορτή των Τεσσαράκοντα μαρτύρων που μαρτύρησαν στην λίμνη της Σεβάστειας του Πόντου το 320. Μετά το σχόλασμα της εκκλησίας οι νοικοκυρές επέστρεφαν στο σπίτι έφτιαχναν 40 λαγγίτες (ζυμαρικό με ζάχαρη ή μέλι) και τις έψηναν πάνω στο σάτσι.  Τις έκαναν για μνημόσυνο στους 40 μάρτυρες και τις πρόσφεραν εκείνη την μέρα στους επισκέπτες τους οι οποίοι τις έτρωγαν υποχρεωτικά αφού ήταν για τους Αγίους.

δ)Το Σάββατο της τελευταίας βδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η εκκλησία μας εορτάζει την Ανάσταση του τετραήμερου φίλου του Χριστού, Λάζαρο. Πρωί-πρωί το Σάββατο του Λαζάρου ξυπνούσαν τα κοριτσάκια στην Στέρνα κι έφτιαχναν τον Λάζαρο. Έπαιρναν την σκούπα του σπιτιού και πάνω της έδεναν ένα ξύλο οριζοντίως. Στην συνέχεια τα τύλιγαν με πολλά πανιά έτσι ώστε το κοτσάνι της σκούπας να γίνει το κεφάλι και οι άκρες του ξύλου τα χέρια του Λαζάρου. Σχημάτιζαν παρέες ανά δύο και πήγαιναν σε όλα τα σπίτια του χωριού για να τραγουδήσουν τον Λάζαρο. Το ένα κοριτσάκι κρατούσε το ομοίωμα του Λαζάρου και το άλλο το καλαθάκι όπου θα έβαζε τα αυγά που θα την έδιναν οι νοικοκυρές. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα του σπιτιού άρχιζαν να κουνάνε τον Λάζαρο και να τραγουδούν : «Σήμερα είναι ο Λάζαρος ταχιά ειν’ τα Βάγια ως την άλλη Κυριακή ήρθε και η Πασχαλιά». Έβγαινε η νοικοκυρά έβαζε το αυγό στο καλαθάκι την αποχαιρετούσαν και έφευγαν για το άλλο σπίτι. Από το βράδυ της Κυριακής των Βαίων αρχίζει η Αγία και Μεγάλη Βδομάδα η οποία αποτελεί το τρίτο μέρος του Τριωδίου. Λέγεται Μεγάλη γιατί μας παρουσιάζει τα πάθη του Κυρίου μας. Οι νοικοκυρές την Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά με τον εξής τρόπο: έβαζαν στον τέντζερη μπόλικο νερό με κρεμμυδότσουφλες μέχρι που το νερό έπαιρνε χρώμα κεραμιδί (κοκκινωπό). Στην συνέχεια έριχναν μέσα τα αυγά και τα άφηναν να βράσουν και να πάρουν το ίδιο χρώμα. Το ένα από τα 3 αυγά ήταν για γεροσύνη και με αυτό σταύρωναν όποιον τύχαινε να είναι άρρωστος. Ύστερα η νοικοκυρά έβαζε και τα 3 αυγά στο εικονοστάσι του σπιτιού. Αυτό που ήταν για γεροσύνη έμενε εκεί ολοχρονίς ενώ τα άλλα δύο τα έπαιρνε ύστερα από 40 μέρες και τα παράχωνε το ένα σε κάποιο χωράφι τους και το άλλο σε κάποιο αμπέλι για να χουν καλό μπερεκέτι. Το αυγό της προηγούμενης χρονιάς το παράχωνε στον κήπο για να μην πατιέται από ζώα και ανθρώπους. Την Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές δεν έπλεναν ρούχα και πρόσεχαν να μην απλώσει κανείς στην αυλή κάποιο άσπρο ρούχο γιατί φοβόταν ότι θα χτυπήσει τα σπαρτά τους χαλάζι. Την Μ.Παρασκευή η εκκλησιαστική επιτροπή μάζευε από τα σπίτια λουλούδια για τον Επιτάφιο. Συνήθως έκοβαν ανθισμένα κλαδιά από τα δέντρα που υπήρχαν στις αυλές. Η εκκλησιαστική επιτροπή στόλιζε τον Επιτάφιο μέσα στον ναό. Από την ώρα που τελείωνε ο στολισμός πήγαιναν στην εκκλησία όσοι δεν μπορούσαν να πάνε στην βραδινή ακολουθία και περνούσαν κάτω από τον στολισμένο επιτάφιο. Οι γυναίκες άφηναν πάνω στον επιτάφιο μαντήλια, πετσέτες ή τραπεζομάντηλα. Αυτά θα έβγαιναν σε δημοπρασία στην γιορτή του Αι-Γεωργίου. Το βράδυ οι χωριανοί πήγαιναν στην ακολουθία και πριν την περιφορά έβγαινε σε δημοπρασία ο σταυρός του Κυρίου με σκοπό την ενίσχυση του εκκλησιαστικού ταμείου. Όποιος είχε τους περισσότερους παράδες είχε την τιμή και την ευλογία να μεταφέρει τον Σταυρό κατά την περιφορά του επιταφίου. Το Μ. Σάββατο δεν είναι πένθιμη ημέρα αλλά προμήνυμα της μεγάλης νίκης που έρχεται της Ανάστασης του κυρίου αλλά και κάθε χριστιανού. Κάθε Στερνιώτισσα νοικοκυρά έφτιαχνε 3 πασχαλιές και κάμποσες κουλούρες. Οι πασχαλιές ήταν ψωμιά από σουσάμι και ένα σταυρό από ζυμάρι. Την μέρα αυτή έβαφε με τις κρεμμυδότσουφλες τα πασχαλινά αυγά. Το απόγευμα ο νοικοκύρης έσφαζε και ετοίμαζε το αρνί που θα έτρωγε την επόμενη. Την νύχτα κατά τις 11 η ώρα έπαιρναν όλοι τις λαμπάδες τους και πήγαιναν στην εκκλησία για το ‘’Χριστός Ανέστη’’. Το ξημέρωμα της λαμπροφόρου εορτής της Ανάστασης η Στερνιώτισσα έβραζε στον τέντζερε το αρνί, κομμένο σε μερίδες με κρεμμυδάκι φρέσκο. Μέχρι να βράσει το φαί έφτιαχνε και τους μπόγους ένα για την κουμπάρα και ένα για την μητέρα της. Ο μπόγος ήταν μια πασχαλιά μια κουλούρα και μερικά αυγά τυλιγμένα σ΄ένα άσπρο τετράγωνο υφαντό. Το πρωί η νοικοκυρά κρεμούσε ένα κόκκινο πανί στο μπαλκόνι του σπιτιού ήταν σημάδι της Ανάστασης του Κυρίου. Γύρω στις 10 η ώρα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία για τον εσπερινό της αγάπης ή την Δεύτερη Ανάσταση όπως έλεγαν. Όταν τελείωνε η αναστάσιμη λειτουργία επέστρεφαν στο σπίτι και έτρωγαν από το πασχαλινό αρνί πίνοντας και κάμποσο θρακικό μπρούσκο κρασί. Νωρίς το μεσημέρι έβγαιναν οι χωριανοί στην πλατεία και έστηναν χορό με τα τραγούδια. Αργότερα έρχονταν και οι οργανοπαίχτες μέχρι το λιόγερμα τότε γυρνούσαν όλοι στα σπίτια. Την Δευτέρα της Δικαινησίμου οι Στερνιώτες πήγαιναν πρωί-πρωί στην εκκλησία κρατώντας τις αναστάσιμες λαμπάδες τους και παρακολουθούσαν τον όρθο και την θέια λειτουργία της ημέρας. Μετά την απόλυση γύριζαν όλοι σπίτια τους και ετοιμάζονταν να πάνε στο νεκροταφείο. Κρατούσαν μέσα πανέρια με τις προσφορές για τις ψυχές των νεκρών. Άφηναν πάνω κόκκινα αυγά άναβαν κεράκια και θυμίαζαν ολόγυρα τον τάφο. Ο ιερέας έψελνε το τρισάγιο και οι χωριανοί αντάλλασσαν μεταξύ τους αυγά λέγοντας ‘’Θεός χωρέσ’ τον’’. Το απομεσήμερο της Δευτέρας του Πάσχα στηνόταν στην πλατεία του χωριού χορός όπως και την προηγούμενη ημέρα. Το ηλιοβασίλεμα έπιανε το πασχαλιάτικο γλεντοκόπι των Στερνιωτών για να επαναληφθεί όμως με τον ίδιο τρόπο το απόγευμα της άλλης της Τρίτης της Δικαινησίμου. 

ε)Η εορτή του Αγίου Γεωργίου Μεγαλομάρτυρα Τροπαιοφόρου είναι στις 23 Απριλίου ή την Δευτέρα της Δικαινησίμου εάν η ημερομηνία της εορτής είναι πριν από το Πάσχα. Το πρωί όλοι οι Στερνιώτες πήγαιναν στην εκκλησία για να τιμήσουν τον προστάτη Άγιο του χωριού τους. Έπαιρναν μαζί τους αρνιά, κατσίκια, πετσέτες, μεγάλα τραπεζομάντηλα. Ακολουθούσε δημοπρασία έφευγαν οι χωριανοί και πήγαιναν σπίτι τους. Έτρωγαν αρνί του φούρνου με ρύζι και έφευγαν για την πλατεία όπου γινόταν το μεγάλο πανηγύρι. Μία από τις μεγάλες δεσποτικές εορτές ήταν της Αναλήψεως του Κυρίου. Εορτάζεται 40 μέρες μετά το Πάσχα την Πέμπτη μετά την Κυριακή του τυφλού. Την μέρα αυτή γιορτάζουμε την ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς. Της αναλήψεως πήγαιναν οι γυναίκες στο πηγάδι και έριχναν με ένα καθρεφτάκι τις ηλιαχτίδες προσπαθώντας να δουν τις ψυχές των πεθαμένων που περνούσαν για τα βασίλεια του Άδη. Στις 21 Μαΐου είναι η γιορτή των αγίων Κων/νου και Ελένης των μεγάλων βασιλέων και αποστόλων. Για 30 χρόνια περίπου και ύστερα από το 1950 οι Στερνιώτες πήγαιναν την ημέρα της εορτής στο αγίασμα ‘’του Αι Κων/νου που είναι δυτικά του οικισμού και σε μεγάλη απόσταση στην τοποθεσία Καρά Τσαλί’’. Σήμερα η κοινότητα αυτή είναι μέσα στα όρια του αγροκτήματος της κοινότητας των Ριζιών. Παραδίπλα στήνονταν οι πάγκοι των μικροπωλητών. Μετά την θεία λειτουργία έβγαιναν σε δημοπρασία τα τάματα (κατσίκια, αρνιά, ρούχα). Οι πάγκοι είχαν βραχιόλια, παιχνίδια, καραμέλες, λουκουμάδες. Στην συνέχεια γινόταν το παραδοσιακό αγώνισμα της θρακικής παλαίστρας. Το έπαθλο του νικητή ήταν ένα από τα ζώα, στον 2ο και 3ο νικητή έδιναν πετσέτες και μαντίλια. Από την Στέρνα αγωνίζονταν στην παλαίστρα ο Απόστολος Κουτρίδης και ο Παρασκευάς Γκαλυμπούδης. Μετά το θέαμα ακολουθούσε φαγοπότι. Οργανοπαίχτες από όλα τα χωριά ήταν εκεί και είχαν μαζί τους και τα όργανα και έπαιζαν μουσική μέχρι το απόγευμα. Στις 6 Αυγούστου εορτάζεται η ‘’Ανάμνησης της θείας Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού’’. Οι Στερνιώτες πήγαιναν όλοι στην εκκλησία και κάθε νοικοκυρά έπαιρνε από το σπίτι ένα πανέρι που είχε μέσα ένα καρπούζι ένα ώριμο άσπρο σταφύλι και ένα ψωμί. Στο τέλος της θείας Λειτουργίας ο ιερέας διάβαζε από το ευχολόγιο πάνω στους καρπούς την ευχή ‘’εις μετάληψιν σταφυλίν της’’. Μετά το τέλος της ευχής οι γυναίκες έπαιρναν τα πανέρια τους και έβγαιναν στο προαύλιο της εκκλησίας όπου μοίραζαν το περιεχόμενο τους ‘’προς ευχαριστίαν του Σωτήρος των καρπών’’.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2921
Έτος καταγραφής
2015-16
Επώνυμο
Γκαλυμπούδη
Όνομα
Άννα