Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τοπικές ενδυμασίες από ΜΑΝΗΣ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

συγκέντρωση λαογραφικού υλικού

από το χωριό Μάνη του δήμου Διδυμοτείχου νομού Έβρου 

Ονοματεπώνυμο: Παπαγεωργίου Βασιλική

Ονομ/νυμο καθηγ.: κ. Ε. Βαρβούνη

Σχολή: Ιστορία κ’ Εθνολογία Δημοκριτείου Πανεπιστ. Θράκης

Εξάμηνο: Α’

Ακαδημαϊκό Έτος: 2000-2001

 

Β. Ένδυμα, υπόδεση, κόμμωση, καλλωπισμός

Όλα τα ρούχα που φορούσαμι ειμίς αλλά κι άνδρες κι τα πιδούδια όλα τα φτιάχναμε ειμίς οι γυναίκες. Οι άνδρες φορούσαν απού κατ’ ιένα βρακί που ήταν μάλλινον κι είχι χρώμα μαύρου ή μπλε. Παν’ απ’ του βρακί πόδυναν (=φορούσαν) σιαλβάρ’ που ήταν κι αυτό απού μαλλί, να σαν τα σημερινά παντελόνια, κι ήταν μαύρο. Γύρου  - γύρου απ’ τη δέναν του ζ’ναρ’ (=ζώνη) που ήταν κι αυτό μάλλινι ετσ’ κρατούσαν το σιαλβάρ’. Του ζναρ κι αυτό ήταν μαύρο. Στου πάνω μέρους φορούσαν π’κάμισο (=πουκάμισο) άσπρο υφαγμένο στον αργαλειό. Του χειμώνα όταν είχι πουλύ κρύου φόραγαν την ζιγκούνα (=κάπα) για να μην κρυώνουν! Ενώ όταν ήταν να παν’ σι καμιά χαρά, σι κανένα πανηγυρ’ φόραγαν το τζιμαντάν’ που ήταν μάλλινο κι μαυρό κι τς ερχόταν μέχρι την μεσ’! Κάτου στα πουδάρια τς, παν’ απ’ του μπαντελόν’, τύλιγαν τα μπάλια μι τα τσαρχόσκια. Στου χουράφ’ κι στις χαρές είχαν τα ίδια ρούχα. Οχ’ τα ίδια απλά τα παλιά φορούσαν για τ’όργωμα κι τα πιο κινούργια για τις γιορτές.

Μεις οι γυναίκες φορούσαμι ιένα άσπρο π’κάμισομακρύ, άσπρου που το γυφαίναμι στουν αργαλειό. Παν’ απ’ του πουκάμισου βάζαμι του φ’σταν’. Του φ’σταν’ ήταν μάλλινο, μαύρο κι κάτου στουν πουδόγυρου ράβαμι διάφουρα στουλίδια μι κλουστή εικόνες, την ίδια όμους. Ένα φ’σταν’ είχι μου’ πέρδικες, άλλου είχ’ περιστέρια, λουλούδια. Γι’ αυτό κι για να φαίνιτι οτι φουράς διαφορετικό έφτιανες είκουσι τέτοια με διαφορετικό σχέδιο. Κι έπριπι να φτιαν’ς τόσα γιατί αυτή θα ‘ταν η προίκα σ’. Κι ‘μεις στη μέση μας δέναμι ένα ζουναρ’. Ήταν μια λουρίδα μάλλιν’ που παν’ σ’αυτή τη λουρίδα βάζαμι, ράβαμι το σημοζούναρι (=μεταλλική ζώνη). Αλλά αυτό το φορούσαν μον’ οι νέες κ’πέλες, οι κουπιλούδις.

Στη μέσ’ μας δέναμι κι μισαλούδις (ποδιές) που κι αυτές είχαν οχ’ μον’ ένα σχέδιο αλλά διάφορα για να φαίνιτι ότι εχς κι άλλες κι πότε αλλάζς. Οι χήρις δεν φόραγαν πουδιά όταν πινθούσαν. Όπως κι άντρες έτσι κι ειμίς τα παλιά ρούχα είχαμι στου χουράφ κι πιο κινούργια στις χαρές.

Χειμώνα - καλουκαίρ’ φουράγαμι τη γούνα (=είδος γιλέκου) απού προυβάτινου δέρμα που μας είχι τα χέρια γυμνά. Για τουν πουλύ τουν χειμώνα, για του πουλύ του κρύου είχαμε τη συγγούνα (=κάπα με μανίκια) ενώ όταν παέναμι στις πουλύ μγάλες γιουρτές πουδέναμι (φοράγαμι) το τσ’πουν. 

Τα κουρτσούδια τα γυφαίναμι φουριματούδια κι μιρικά αγουρούδια φόραγαν κι αυτά.  Αλλά όταν γίνουνταν πιο μιγάλα τα τα βάζαμι πουκαμισούδια κι παντιλουνούδια. Αυτά τα φτιάναμι απού παλιά μας ρούχα που τα κόβαμι κι τα ράβαμι. 

Τα παπούτσια μς ήταν κουντούρια μι κουρδόνια, είχαν λίγου τακουν’ κι απού παν’ ήταν διμένα. Ειμίς αργήσαμι πουλύ να πουδέσουμι σκαρπνία. Ετσ΄τα λέω εγώ.

Μόνις μας, νύφις μας είχαν κουντούρια, παντόφλες είχαν βαριές μι σιδηρένια τακούνια. Του Πάσχα είχαν τριλίκια (=μάλλινα πλεχτά σοσονάκια) πράσνα ειδικά φτιαγμένα μι πούλια, μι σιρίτια όμουρφα στολισμένα κι γραμμένα. Κι τα φουράγαμι του Πάσχα. Μια μέρα είχαμι τα κουντούρια μας την άλλ’ μέρα τις παντόφλις μας. Αλλάζαμι ειμίς κι φουρισιά κι παντόφλες. Είμασταν χουριάτισσες αλλά είμασταν κι πουλύ νοικοκυρές. Κάθι μέρα κι ειδικά του καλουκαίρ’ είμασταν ξυπόλυτες. Μουν’ ούταν χιόνιζι είχαμι παντόφλες.

Οι άντρες φορούσαν τσαρούχια κι είχαν παπούτσια καλά μον’ για τις γιουρτές, για τα Χριστούγιννα. Στου χουράφ’ είχαμι τσαρούχια δεν τ’αλλάζαμι μον’ το χειμώνα τα φτιάχναμι από δέρμα βοδιού κι του καλουκαίρ’ απ’ του γουρουνιού. Τα τ’λούμπα ή τα γιμινά ήταν ειδικά παπούτσια που τα φουρούσι ου γαμπρός μον’ την ημέρα του γάμου τ’.

Τα πιδιά ήταν του καλουκαίρ’ ξυπόλτα μον’ το χειμώνα τα πλέκαμι τίπουτα μαλλίσια τριλίκια. 

Παν’ στα κιφάλια μας φουράγαμ’ τς μπαρμπούλες, μιγάλα πανιά σαν τραπιζουμάντιλα άσπρα, αυτά τα φουράγαμι. Τα κουρίτσια ικεί απάν έβαναν μια ταντέλα που την έφτιαχναν μοναχά τς κι έβαζαν γύρου-γύρου στην άκρ’ απού μια φουρκέτα - πούλια. Οι παντρεμένες γυναίκες έβαναν άσπρες ενώ τα κουρτσούδια παραπάν’ έβαναν κίτρινες μι μιγάλα τραντάφυλλα ‘’φακένιες’' τς λέγαμι. Οι γριούλες έβαναν μαντίλες κίτρνες όταν ήταν 60 χρουνες κίτρινες μαντίλες γραμμένες, έβασκαν κι παν’ απ΄τη μαντίλα κι ένα άσπρου μαντίλ’ υφαγμένο στουν αργαλειό πουλί γραμμένο. Κυρίους του χειμώνα φουρούσαν του μαντίλ’ αλλά και του καλουκαίρ’ δεν μπορούσαν να τ’αφήκουν. Είχαν χεμ μαντίλα χεμ μαντίλ’. Του μαντίλ’ ήταν άσπρου όπους είπαμι κι είχι γραμμένα γράμματα στην ακρ’ μι κόκκινη κλουστή. Άλλου ήταν του μαντήλ’ που του φόραγαν οι γιαγιάδες κι άλλ’ ήταν η μαντίλα που την λέγαν μπαρμπούλα κι την φόραγαν τα κουρτσούδια κι νιες γυναίκες. Όταν μια γυναίκα είχι χασ’ τουν άντρα τς φορούσι μαύρη μαντίλα ή σκούρα πράσινη.

Οι άντρις, οι μπαμπάδεςφορούσαν μια μαύρ’ σιρβέτα (=σαρίκι) που το φτιάχναμι απού μαλλί. Ενώ οι νέοι φορούσαν καπέλα.

Μεις οι γυναίκες είχαμι τα μαλλιά μας πάρα πουλύ μακρυά κι τα δέναμι πλεξούδα κι τα σκώναμι κι τα πιάναμι πάνου γυρνώντας τα γύρου-γύρου απ’ του κιφάλ’ μας. Μουν’ ούταν ήταν γάμους κι μιγάλες γιουρτές που όλ’ κόσμος ήταν χαρούμινους κι γιλούσι μουν’ τότες τ’αφήναμι ιλεύθρα.

Μεις δεν βαφόμασταν. Δεν ξέρναμι απού τέτοια αλλά κι ούτι που υπήρχαν. Μον’ μπάνιο κάναμι. Είχαμι λικάνις μιγάλες, που τς έφτιαχναν απού πράσινα δέντρα κι χουνώμασταν ‘κει μέσα κι λουζόμασταν. Μιτά από πουλλά χρόνια εμφανίστηκε η μπούντρα κι έβαζαν μερικές. Πασάληφταν τα μούτρα τς κι όταν γίδρωναν πασαλίφτουνταν κι ούλ’ γιλούσαν. Κι έτσ’ δεν έβαζι καμιά.

Τοπική ονομασία ενδύματος

Περίσταση χρήσης

Αρ. χειρογράφου
676
Έτος καταγραφής
2000-01
Επώνυμο
Παπαγεωργίου
Όνομα
Βασιλική