Τοπικές ενδυμασίες από ΜΥΡΤΟΦΥΤΟΥ, Δ. ΠΑΓΓΑΙΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ
Αρχείο 672
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ:
ΣΑΛΠΙΓΚΤΗ ΑΝΝΑ
ΕΞΑΜΗΝΟ:
Α΄ (ΠΡΩΤΟ)
ΑΡΙΘΜΟΣ ΜΗΤΡΩΟΥ:
1056
ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ:
ΜΥΡΤΟΦΥΤΟ
ΝΟΜΟΣ:
ΚΑΒΑΛΑΣ
ΣΧΟΛΗ:
ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:
Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ
ΕΤΟΣ:
2000 - 2001
ΚΟΜΟΤΗΝΗ, 26/01/01
Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ, ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
« Α! Του χουριό είν’ ντόπιο. Όλ’ φουρούσαν τσ’ μακεδονικές τσ’ στολές. Οι άντρες μι τα χουντρά τα παντελόνια, μαύρα ήταν ή μπλε, με τα πουκάμσα και τα γιλέκα κι οι γυναίκες τσ’ χουντρές τσ’ κάλτσις μέχρ’ του γόνα, ικατό ρούχα από μέσα, το μεσουφόρ’ και τ’ άλλα, κι από πάν’ του φόρεμα κι η πόδια. Λιφτά να αγουράσιμι παπούτσια δεν είχαμ’. Άλλ’ φουρούσαν τα τσαρούχια από δέρμα των ζων, άλλ’ γαλότσια από ξύλο και πετσί. Θυμάμι μ’ είχαν πει ότ’ ο προπάππους μ’ έφτιαχνε γαλότσια! Οι γυναίκ’ς έφτιαχναν παντόφλες από διάφορα υφάσματα. Στου κεφάλ’ οι γναίκες είχαν ένα μαντίλ’. Αυτό το φουρούσαν πιο πολύ οι νέες όταν πήγαιναν στην εκκλησία. Στη δουλειά ούλες φουρούσαν την κλάκα, που ήταν άσπρη για να διώχν’ τουν ήλιο. Οι άντρες είχαν την τραγιάσκα. Τι με ρουτάς παιδί μ’ για τα μαλλιά! Νουμίζ’ κουμμουτήρια είχαμ’ τότες! Οι γναίκες τα ‘χαν μακρυά και του πολύ - πολύ ένα κότσο να κάναν. Άντρας με μακρύ μαλλί δεν υπήρχε. Του μόν’ στολίδ’, κι αυτό στις νέες, ήταν τα κολιέ από ζμαρικά που φτιάχναν μοναχές. Τα βάναν στου λαιμό και καμάρωναν τα κοπέλια.»