Τοπικές ενδυμασίες από ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΟΝΟΜΑ: ΖΑΜΠΟΥΝΙΔΟΥ ΙΩΑΝΝΑ
ΟΝΟΜΑ ΚΑΘΗΓΗΤΗ: ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ: 2000-2001
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2001
ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΑΝΩ ΣΑΓΗΝΗΣ ΝΕΑΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ
Β. ΕΝΔΥΜΑ, ΥΠΟΔΕΣΗ, ΚΟΜΜΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΩΠΙΣΜΟΣ
α) Ένδυμα
Τα ρούχα υφαντά ήταν. Πέντε έξι μέτρα φάρδος ήταν το φουστάνι. Εβάζαμε, κεντούσαμε ποδιά. Γιλέκο άσπρο, σκέτο άσπρο, θα κεντήσουμε. Πουκάμισο υφαντό ήταν και δαντέλες κάναμε γύρω γύρω. Φρέζα ελέγαμε. Πράσινο είχα, κόκκινο είχα, μωβ είχα. Το πουκάμισο ίδιο χρώμα με την πουδιά. Κάλτσες επλέκαμε. Εκάναμε κόκκινο με μαύρο. Καλοκαιρινό πάλι δεν είχαμε έτσι. Βαμβακερνά ήταν. Κίτρινο και μαύρο. Καθένας δεν είχε βαμβάκι. Μαλλίσιο είχε, μαλλίσιο έκανε. Όπως ήθελε έφιαχνε το σχέδιο.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
Ποδιές κεντημένες, υφαντές. Πράσινες, κόκκινο. Το κάτω μαύρο είναι. Από μαλλί κλωσμένο, βαμμένο. Τα υφαίναμε στον αργαλειό και μετά το κεντούσαμε. Απάνω λογιών λογιών, όλα στον αργαλειό. Μωβ εβάζαμε, γαλάζιο. Στα πόδια κάλτσες πλεγμένες. Κεντημένες, στον τενεκέ το κέντησα ή στον καμβά. Άντρες ζωνάρια φορούσαν. Οι νέοι φορούσαν άσπρο και οι πιο μεγάλοι κόκκινο. Παντελόνια μαύρα συνήθως έκαμναν. Το χειμώνα μάλλινα. Οντούρια τα έλεγαν. Και το καλοκαίρι αντίμ’ τα έλεγαν, μαύρα βαμβακερά. Απάν’ φορούσαν αντερί, υφαντά γιλέκ’. Γιλέκ’ με δίχως μανίκια. Κείνα που ήταν με το μανίκ’, αντερίκ’ ελέγαμε. Γαϊτάνι (λεπτό κορδόνι) έβαζαν.
(Αποστολίδου Βασιλική)
β) Υποδήματα
Παπούτσα λαστιχένια μαύρα. Είχε λίγου τακούν’. Τριάντα δραχμές εδίναμε, εσκάβαμε όλη μέρα για να πάμε να πάρουμε παπούτσα.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
Είχαμε, φυλλάρια τα ελέγαμε εκείνα. Έτσι, με τα τακούνια. Τα δέναμε τα σκοινιά. Οι άντρες φορούσαν με κορδόνια, σκαρπίνια, κουντούρια τα λέγαμε κείνα τα χρόνια.
(Αποστολίδου Βασιλική)
γ) Καλύμματα του κεφαλιού και κόμμωση
Δεν ήταν κομμένα τα μαλλιά μας. Μακριά ήταν. Πιάστρες βάζαμε. Αυτοί που ήτανε βάζανε λουλούδια. Στ’αυτί θα βάλλει, στου κεφάλ’.
(Μαργαριτίδου Χρυσή)
Τα μαλλιά της ήταν μακριά. Στα μαλλιά τσεμπέρ’. Καρφίτσες έβαζαν, είχαν κάτι πεταλούδες. Και λουλούδια εβάζαμε. Τα μαλλιά δύο μπουρλίδες, πλεξούδες. Άντροι στο κεφάλ’ καπέλο τραγιάσκα.
(Αποστολίδου Βασιλική)