Τελετουργίες από ΒΡΥΣΙΚΩΝ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Πνευματικός Βίος
Θρησκεία: Η ζωή των Βρυσικακιωτών ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένη με τη θρησκεία. Κάθε εκδήλωση και κάθε ενέργεια γινόταν σε συσχετισμό με τη θρησκεία. Δεν έκαναν τίποτα αν δεν έκαναν το σταυρό τους ή αν δε ζητούσαν τη θεία προστασία. Πριν ξεκινήσουν για το χωράφι πριν πάνε στη δουλειά πριν πάνε για προξενιό κλπ. Χρησιμοποιούσαν επίσης σε πολλές εκφράσεις το όνομα του Χριστού και της Παναγίας αλλά και διαφόρων Αγίων. Λιτανείες: Επί ανομβρίας. Όταν πήγαινε ξηρασία κάνανε λιτανεία. Πήγαιναν όλοι οι χωριανοί με τον παπά και τα εξαππέρυγα στο ποτάμι. Εκεί διάβαζε ο παπάς διάφορες σχετικές ευχές και παρακολουθούσαν όλοι να βρέξει. Β) περιφορά επιταφίου: Μετά τα εγκώμια και τη δοξολογία γίνεται το βγάλσιμο του επιταφίου και η περιφορά αυτού μέσα στο χωριό με την εξής σειρά: εξαπτέριγα, σταυρός, ψάλτες, παπάς που με έναν νεαρό κρατώντας τον επιτάφιο και από πίσω όλο το χωριό. Σε τρία σημεία του χωριού ετοιμάζει η πομπή και ο παπάς λέει ευχές. Πίστη σε δαίμονες: Ο διάβολος είναι ο αρχηγός όλων των κακών πνευμάτων. Υπηρέτες του είναι τα ζούζουλα τα στοιχειά. Τα ζούζουλα παρουσιάζονταν στους ανθρώπους με τη μορφή ζώων: αρκούδα, γάτα, σκύλος κτλ. η φωτιά. Στο μέρος που σκοτώθηκε κανείς έβγαινε μια φωτιά. Τα δωδεκαήμερα έβγαιναν και τα καρσατζέλια (καλικάντζαροι) και πείραζαν τους ανθρώπους. Κάποτε ένας γέρος γυρνούσε μεσάνυχτα από τον μύλο και είδε τους καλικάντζαρους και τυλίχτηκε με ένα γιαμπουρλούσι τότε οι καλικάντζαροι τον κατάλαβαν και τον πείραζαν για να μιλήσει και να χάσει τη φωνή του αλλά αυτός δε μίλησε και δε του την πήρανε. Το ίδιο έγινε και με μία νεόνυμφη την οποία ενοχλούσαν μέχρι να λαλήσουν τα κοκόρια και όταν γινόταν αυτό έφευγαν. Κάτω κόσμος: για τον κάτω κόσμο πίστευαν ότι υπάρχει κόλαση και παράδεισος. Η κόλαση ήταν όλο φωτιά και ο παράδεισος κήπος.Όταν ο άνθρωπος πέθαινε η ψυχή του πήγαινε για τον παράδεισο. Για να πάει όμως έπρεπε να περάσει από της τρίχας το γεφύρι. Αν είχε κρίματα πολλά δεν μπορούσε να περάσει και έπεφτε μέσα στη κόλαση. Έθιμα του Λαϊκού Εορτολογίου: Αγία Βαρβάρα, Βαρβάρα Βαρβαρώνη, Σάββας Σαββανώσης, Νικόλας παραχώνει. Συνηθίζεται να λέγεται και τώρα ακόμα αυτό το λογοπαίγνιο στα Βρυσικά. Από τους τρεις αγίους γιορτάζεται με ξεχωριστά έθιμα η Αγία Βαρβάρα. Οι νοικοκυρές από δύο τρεις μέρες μπροστά τα στουμπίσουν τη Βαρβάρα. Αν δεν έχει ζωή στο σπίτι ιδίος πρόβατα θα βάλουν στη μπανιέρα να βράσει η Βαρβάρα ξημερώματα της Βαρβήρας ώστε πρωί-πρωί να φάνε. Αν το σπίτι έχει πρόβατα θα τη βράσουν το βράδυ της Αγίας Βαρβάρας για να φάνε την άλλη μέρα για να μην απορίξουν τα πρόβατά τους. Βαρβάρα θα πήγαινε η αρραβωνιασμένη στη πεθερά της. Η πεθερά θα δώριζε στη νύφη κάποιο δώρο και θα την έδινε απτην Βαρβάρα της. Επίσης πήγαιναν Βαρβάρα στο νονό, στον κουμπάρο και σε όλους τους συγγενείς. Άγιο Μόδεστο: Την ημέρα αυτή οι γεωργοί έκαναν άρτο. Άγιο Χαράλαμπο: Αν παρουσιαζόταν καμιά αρρώστια στο χωριό πήγαιναν στο μοναστήρι (Κορνοφολέας) και έπαιρναν το πόδι του Αγίου Χαραλάμπου και το γυρνούσαν στο χωριό. Άγιο Φανούριο: Τα κορίτσια έκαναν άρτο και το πήγαιναν στη εκκλησία. Απ’ τον άρτο αυτό έβαζαν το βράδυ ένα κομμάτι για να δουν στο ύπνο τους ποιόν θα πάρουν. Δωδεκαήμερο: Παραμονή Χριστουγέννων: Απ’ τις δύο η ώρα τα μεσάνυχτα το χωριό βρισκόταν στο πόδι. Ποια η αιτία; Τα παιδιά ηλικίας 5-12 χρονών. Τήνος δε τα έπιανε τη βραδιά αυτή. Το πρώτο λάλημα του πετινού ήταν το σύνθημα του ξεχειλίσματος του παιδοκόσμουη στους δρόμους του χωριού. Κυρίαρχα των δρόμων και του χωριού τη βραδιά αυτή ήταν οι μικροί διάβολοι. Κρατώντας το καλάθι στο ένα χέρι και στο άλλο τη βέργα έβρισκε το καθένα τη παρέα του. Όλα κανονισμένα από μέρες. Από σπίτι σε σπίτι. Από αυλή σε αυλή. Έπρεπε παντού να φωνάζουν το κόλιντα μπάμπου τσι-τσι-τσι. Κανένα σπίτι δε θα μενε. Όλες οι θείες και οι γιαγιάδες θα βγαιναν στη πόρτα γελαστές και χαρούμενες να δώσουν το κόλιντο (κουλουράκι) το οποίο ετοίμαζαν από βραδύς. Την πρώτη ομάδα που θα πήγαινε στο σπίτι θα την έπαιρναν μέσα για να βγάλει κοτόπουλα. Το βράδυ της παραμονής θα μαζεύονταν όλοι νωρίς στα σπίτια τους. Ήταν τα εννιά φαγητά. Όλη η οικογένεια θα συγκεντρωνόταν πάνω στον σουφρά πάνω στον οποίο ήταν τα εννιά φαγητά νηστίσιμα όλα και πρίν καθίσουν να φάνε θα έπρεπε να θυμιατίσουν πρώτα. Ο αφέντης του σπιτιού κρατώντας μία κεραμύδα με λίγο θυμίασμα πάνω θυμιάτιζε το σπίτι και όλα τα άτομα. Μετά τα έκαμναν την προσευχή τους και θα κάθονταν για να φάνε. Την ημέρα των Χριστουγέννων δύο-τρεις ομάδες ανά 10-15 άτομα, παλικάρια 18-20 χρονών γύριζαν στα ρουγκάτσια (κάλαντα). Οι ομάδες αυτές πήγαιναν σε όλα τα σπίτια συνοδευόμενες από γκάιντα και τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια ανάλογα με τα άτομα και τη δουλειά αυτών. Τις ομάδες αυτές τις έδιναν αλεύρι, αυγά, ψωμί και κρέας. Ότι μάζευαν τα πουλούσαν και με τα χρήματα αυτά γλεντούσαν όλα τα παλικάρια του χωριού στο κεντρικό καφενείο του χωριού. Πρωτοχρονιά: Από βραδύς οι νοικοκυρές άνοιγαν τα φύλλα για να κάνουν την Βασιλόπιτα. Θα έβαζαν μέσα τον παρά (φλουρί) για να αναδειχτεί ο τυχερός της χρονιάς. Όπως και τα κάλαντα έτσι και τώρα. Απ’ τις δύο η ώρα το βράδυ ξημερώνοντας ο Αϊ Βασίλης τα παιδιά ξενυχυούσαν στους δρόμους για να φωνάξουν: Σούρβα μπάμπου τσι-τσι-τσι. Οι πόρτες όλες θα άνοιγαν για να δώσουν στα παιδιά την μοίρα (κομμάτι χοιρινού) ή το λουκάνικο και να τα περάσουν τα παιδιά στη σουρβίνα που από μέρες είχαν ετοιμάσει. Τη βραδιά αυτή δεν ήταν κυρίαρχη του χωριού μόνο αυτοίς μικροί. Στα μπακαλιά ξενυχτούσαν μπαφιασμένοι από αυπνία από τους καπνούς των τσιγάρων και την αγωνία του κέρδους οι άντρες του χωριού χαρτοπαίζοντας για το καλό του χρόνου. Την Πρωτοχρονιά μετά την εκκλησία θα μαζεύονταν όλοι γύρω από τον σουρφά για να κόψουν την βασιλόπιτα. Πρώτα θα γινόταν το θυμιάτισμα, η προσευχή και μετά θα έπαιρνε ο αφέντης του σπιτιού το μαχαίρι θα γύριζε τρεις φορές τον ταβά θα σταύρωνε τη βασιλόπιτα και στη συνέχεια θα άρχιζε να κόβει κομμάτια. Πρώτα για τον Αϊ Βασίλη μετά για το σπίτι, μετά για τα ζώα, για τα χωράφια, και για κάθε άτομο της οικογένειας με σειρά από το μεγαλύτερο ως το μικρότερο. Θεοφάνεια: Από βραδύς έβαζαν τον τέντζερη στη φωτιά για να βράσει η μπάμπου. Το πρωί θα πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Ήταν η μέρα που θα πήγαιναν στον τσεμέ (βρύση)για το αγίασμα των νερών. Θα έπαιρναν οι αφεντάδες αγιασμό για να πάνε να ρίξουν στα χωράφια τους, στ ‘αμπέλια τους και στα ζώα τους και οι νοικοκυρές για να βάλουν στο εικονοστάσιο ως γιατρικές. Μετά την εκκλησία θα πήγαιναν στο σάλτι να φάνε στη μπάμπου. Επίσης τα παιδιά θα γύριζαν τα φώτα τραγουδώντας. Άγιος Ιωάννης: Την ημέρα του Αϊ γιάννη γινόταν το βρέξιμο των Γιάννηδων. Όταν έβγαινε στο καφενείο ο Γιάννης του εύχονταν χρόνια πολλά. Και μετά έβαζαν στοιχήματα για κρασί. Τότε όλοι μαζί πήγαιναν στο ποτάμι ή σε πηγάδι και έριχναν το Γιάννη μέσα με τα ρούχα. Από κεί αφού άλλαζε ο Γιάννης τα ρούχα του πήγαιναν στο καφενείο και έπιναν το ταγμένο κρασί. Όλο το 12ήμερο δεν έπλυναν, δεν βάφτιζαν παιδί και οι τσομπάνιδες έδεναν τα ψαλίδια να μη κόψουν τίποτα. Απόκριες: Τσικνοπέμπτη: Την τσικνοπέμπτη σφάζουν κοτόπουλα για να φάνε κνώσει όλο το χρόνο το φαγητό. Ψυχοσάββατο: Όλο το χωριό έκανε μνημόσυνα. Τα διάβαζε ο παπάς. Μετά πήγαιναν στα μνήματα με κρασί και θυμίαμα. Δευτέρα της τρίτης εβδομάδας. Κιοπέκ Μπέης: Ο Κιοπέκ Μπέης ήταν το έθιμο με διπλό σκοπό: θρησκευτικό κυρίως και σατηρικό κάπως. Θρησκευτικό επειδή έκανε μια λιτανεία χωρίς παπά και σατιρικό γιατί σατίριζε τους Τούρκους. Τ πρόσωπα που λάμβαναν μέρος ήταν: Μπέης, καντίνα, χατζής. Κήτης, Γιατρός και Αράπηδες. Αρχηγός ήταν ο Μπέης ο οποίος ντυμένος με τη γούνα του και με τη μεγάλη του πίπα στο στόμα, καμάρωνε αλύγιστος πάνω στομ στολισμένο άλογό του. Κυριακή της Τυροφάγου: Ήταν η μέρα της συγχώρεσης. Παρεξηγήσεις, κακιώματα, μαλώματα όλα έπρεπε να συγχωρεθούν. Οι μικρότεροι θα πήγαιναν στους μεγαλύτερους συγγενείς και γείτονες, οι κουμπάροι στους νονούς με το μπουκάλι στο χέρι για να συγχωρεθούν. Θα φιλούσαν το χέρι των μεγαλύτερων και θα έλεγαν συγχωρεμένα και ευλογημένα. Στο σπίτι του παππού στήνεται πανυγήρι. Από το ταβάνι θα κρεμούσαν χαλβά στη μέση του κύκλου κοντά στα ανοιχτά στόματα των παιδιών. Ένας μεγάλος γυρνούσε τον χαλβά κοντά στα ανοιχτά στόματα των παιδιών τα οποία προσπαθούσαν ποιο θα δαγκώσει το χαλβά. Τα χέρια ήταν πίσω. Το βράδυ αυτό θα τιμάτευαν. Έτρωγαν και πίναν. Έτρωγαν τον χαλβά και στο τέλος σαν καπάκι έτρωγαν ένα αυγό. Την ημέρα αυτή οι πεθερές πήγαιναν τον χαλβά καρυδένιο, πορτοκάλια και δώρο παπούτσια στη νύφη τους. Και η νύφη θα έστελνε στη πεθερά γλυκίσματα φρούτα και ρέγγες. Στο μισοχώρι όλη τη μέρα μετά την εκκλησία γινόταν μεγάλος χορός με διάφορα τραγούδια. Η Καθαρά Δευτέρα ήταν πραγματικά καθαρή για τους Βρυσικιώτες. Πρώτη δουλειά πρωί-πρωί ήταν να μπει η μπακίρα στη φωτιά για να ζεματιστούν όλα τα πιατικά και να καθαριστούν από τα αρτιμένα φαγητά. Δευτέρα Τρίτη και Τετάρτη πρωί κρατούσαν τριήμερα. Την Τετάρτη πήγαιναν στη εκκλησία και αφού παρακολουθούσαν τη θεία λειτουργία έπαιρναν αντίδωρο και έτσι έτρωγαν. Κυριακή των Βαϊων: Τρώγαν ψάρια. Στην εκκλησία μοίραζε ο παπάς κλάδους ιτιάς. Μεγάλη Βδομάδα: Την Μεγάλη Βδομάδα όλος ο κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία στις αγρυπνίες. Μεγάλη Πέμπτη: Την κόκκινη Πέμπτη όπως έλεγαν την Μεγάλη Πέμπτη, έβαφαν τρία κόκκινα αυγά και το ένα το έβαζαν στο εικονοστάσιο. Την ημέρα αυτή όπως και τη Μ. Παρασκευή δε δούλευαν. Το βράδυ όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία για να ακούσει τα 12 ευαγγέλια. Το βράδυ έμεναν στην εκκλησία κορίτσια και άλλες γυναίκες για να ξενυχτίσουν τον Χριστό. Μεγάλη Παρασκευή: Η καμπάνα μόλη μέρα χτυπούσε πένθιμα. Όλοι θα πήγαιναν στον επιτάφιο λολυλούδια κερί και θυμίαμα. Τα παιδιά θα περνούσαν τρεις φορές κάτω από τον επιτάφιο. Το βράδυ γύρω απ’ τον επιτάφιο θα ψάλλουν όλοι οι νέοι ομάδες-ομάδες τη ζωή εν τάφω. Η περιφορά του επιταφίου γινόταν μέσα στο χωριό και όλος ο κόσμος περνούσε κάτω από τον Επιτάφιο στη πόρτα της εκκλησίας. Κυριακή του Πάσχα: Μεσάνυχτα θα χτυπούσε η καμπάνα και όλο το χωριό θα μαζευόταν στη εκκλησία για να ακούσει το χαρμόσυνο άγγελμα. Ο καθένας με τη λαμπάδα του και με κόκκινο αυγό οι μικροί. Με το Χριστός Ανέστη άρχιζε το τσούγκρισμα των αυγών. Σχολώντας η εκκλησία έπρεπε να πάνε το καινούριο φως της Ανάστασης και να ανάψουν με αυτό πρώτη την καντήλη και μετά τη φωτιά κτλ. Μετά θα κάθονταν όλοι γύρω από τον σουρβά για να φάνε από το ψητό αρνί που έψησε ο αφέντης του σπιτιού το Σαββατόβραδο. Κάθε σπίτι φτωχό ή πλούσιο θα είχε για τη Πασχαλιά το αρνί μικρό ή μεγάλο. Την μέρα της Πασχαλιάς θα πήγαιναν στους μεγαλύτερους απ’ το σόι πεθερούς νονούς κτλ την τησκαλιά (μπουγάτσα) και τα κόκκινα αυγά. Οι Πασχαλιές ήταν μπογάτσες (μεγάλοι άρτοι) με ένα κόκκινο αυγό στη μέση. Την δεύτερη ανάσταση πήγαιναν όλοι στην εκκλησία και στο τέλος ο παπάς τους μοίραζε τα λουλούδια από τον επιτάφιο τα οποία έβαζαν στο εικονοστάσι και τα χρησιμοποιούσαν για θυμιάτισμα σε περίπτωση βασκάματος. Επί 40 μέρες σα χαιρετισμό χρησιμοποιούσαν το Χριστός Ανέστη αντί το καλημέρα ή το καλησπέρα. Πρωτομαγια πρωί πρωί όλο το σπίτι βρισκόταν στο πόδι. Απ’ τη νύχτα σηκωνόταν η νοικοκυρά να παέι με τη ληγήνα της στο νερό και να φέρει καρυδόφυλλα να βάλει στη πόρτα. Και για να τα χρησιμοποιήσει για το λούσιμο όλης της οικογένειας έτσι ώστε όλοι να έιναι γεροί. Τα παιδιά θα τρέχουν με το ηλιοχτύπημα στα σπαρτά να μαζέψουν λουλούδια.