Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ, ΠΟΛΥΣΙΤΟΥ, Δ. ΑΒΔΗΡΩΝ

Επώνυμο: Χατζησταύρου

Όνομα: Σταύρος

Τμήμα: ΓΛΏΣΣΑ, ΦΙΛΟΛΟΓΊΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΙΣΜΟΎ ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΊΩΝ ΧΩΡΏΝ

Ακαδημαϊκό έτος: 2001-2002

Εξάμηνο Α’ Υπεύθυνος

καθηγητής: Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ

Λαογραφικό υλικό από το χωριό Πολύσιτος του Νομού Ξάνθης

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α) Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

Καταρχήν την σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα ,την ονομάζουμε γλυκιά γιατί δεν είναι σκληρή όπως η νηστεία της γιορτής του Πάσχα. Στην γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, επειδή οι γεωργοί βρίσκονται στην μέση της σποράς των χωραφιών , την ονομάζουν αυτή τη μέρα , «μεσοσπορίτισα». Στην γιορτή του Αγίου Ανδρέα έχει μείνει η συνήθεια και η αντίληψη ότι το κρύο «αντρειώνει» δηλαδή πλέον από εκείνη τη μέρα αρχίζει το κρύο και ο χειμώνας. Στις 4 Δεκεμβρίου στην γιορτή της Αγίας Βαρβάρας κάνουμε «τη βαρβάρα» που είναι βραστό σιτάρι με διάφορα υλικά ( καρύδια, ζάχαρη, αλεύρι, σουσάμι, κανέλα, κύμινο, σύκα, κυδώνια, μήλα). Η βαρβάρα μοιράζεται στη γειτονιά μεταξύ των νοικοκυρών οι οποίες δεν παρέλειπαν ποτέ αυτή τη συνήθεια. Αυτές τις τρείς ημέρες από την 4 έως την 6 Δεκεμβρίου είναι τρείς μεγάλες γιορτές για τις οποίες υπάρχει μία φράση « Η Βαρβάρα βαρβαρώνει , ο Σάββας σαββανώνει, και ο Νικόλας παραχώνει». Ακόμη μια φράση υπάρχει για την ημέρα της γιορτής του Αγίου Σπυρίδωνα , από εκείνη την ημέρα , η διάρκεια της ημέρας παίρνει ένα σπυρί, δηλαδή γίνεται κάθε μέρα λίγο μεγαλύτερη από την προηγούμενη έως το καλοκαίρι όπου μετά αρχίζει να μικραίνει.

β) Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου-5 Ιανουαρίου)

Την Παραμονή των Χριστουγέννων πηγαίνουν στις 5 το πρωί στην εκκλησία για την πρωινή λειτουργία, μετά τα παιδιά βγαίνουν να πουν τα κάλαντα των Χριστουγέννων και οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τα παραδοσιακά φαγητά και γλυκά . Κάθε οικογένεια εκείνη την εποχή είχε σφάξει για τα Χριστούγεννα ένα γουρούνι από το οποίο φτιάχνανε πολλά φαγητά , όπως μπριζόλες , λουκάνικα και λαρδί που ήταν το λίπος από το γουρούνι το οποίο το πάστωναν με αλάτι και το έτρωγαν συνήθως με αυγά. Ακόμη φτιάχνανε τον καβουρμά που ήταν κρέας με λίπος το οποίο το έβραζαν σ’ ένα τσουκάλι και μετά το σφράγιζαν με λίπος για να μην μουχλιάσει. Το πιο συνηθισμένο φαγητό όμως ήταν η μπάμπου, που ήταν έντερα τα οποία τα είχαν πλύνει και βάλει στον ασβέστη με γέμιση συκωτιού άσπρου, κόκκινου, ρυζιού και κιμά με διάφορα μυρωδικά. Αυτό για να μην ανοίξει στο τέλος το έδεναν και το βάζαν στην κατσαρόλα να βράσει. Γνωστό φαγητό για τις γιορτές ήταν το χοιρινό κρέας με λάχανο, το οποίο συνήθως γινόταν τις άλλες μέρες των Χριστουγέννων. Τα γλυκά των Χριστουγέννων ήταν οι κουραμπιέδες , τα μελομακάρονα και το κανταϊφι. Το μεσημέρι της Παραμονής επειδή ακόμη είχε νηστεία φτιάχνανε το Χριστόψωμο μαζί με φασολάδα και ακολουθούσε μια πράξη ιεροτελεστίας , θύμιαζαν το τραπέζι μετά προσευχόταν και κάθονταν να φάνε αφού πρώτα ευχόταν «Καλά Χριστούγεννα». Το βράδυ πάλι βγαίνανε οι νέοι του χωριού και λέγανε τα παραδοσιακά κάλαντα, οι νοικοκύρηδες συνήθως τους δίνανε σουτζούκια, ξυλοκέρατα, κάστανα και καρύδια , αυτά για να μην τα χάσουν τα ‘βαζαν σ΄ ένα ντροβά, αν βρισκόταν κανένας τσορμπατζής (πλούσιος) έδινε και κανένα νόμισμα. Το έθιμο αυτό, να λένε οι νέοι του χωριού τα κάλαντα, διατηρείται έως και σήμερα και έχει ζωή πενήντα χρόνων, ακόμη και όταν οι καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες και χιονίζει ή κάνει κρύο, κάθε σπίτι περιμένει έως και πολύ αργά το βράδυ να ΄ρθουν τα παιδιά για να τους πουν τα κάλαντα. Και οι νέοι δεν τους αφήνουν έτσι, χωρίς να τους πουν τα κάλαντα, πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και από αυλή σε αυλή ακόμη κι όταν είναι κουρασμένοι ή όταν κάνει κρύο και δεν μπορούν να συνεχίσουν. Τα παραδοσιακά κάλαντα είναι τα εξής :

«Χριστός γεννάται χαρά στον κόσμο , χαρά στον κόσμο στους αρχαγγέλους , στους αποστόλους ώσπου να πάνε και να γυρίσουν , γεννήθηκε αφέντης , σαν ήλιος φέγγει , σαν ήλιος φέγγει , σαν νιο φεγγάρι παλικάρι. Και κει π΄ ακούμπησε ο Χριστός Χρυσό δεντρί δεν βγήκε Χρυσό δεντρί κι αργυρό φουντωμένο Βαστούσανε τα κλωνάρια σ’ ανατολή και δύση και τα περικλωνάρια του σ’ όλη Σαλονίκη. Για να σε πρέπει αφέντη μου να γίνεις καπετάνιος να κοσκινίζεις τα φλουριά να δρεμονίζεις τ’ άστρα και τα αποκοσκοινίδια δώστα στα παλικάρια. Θέλουν ας τα φάνε , θέλουν ας τα πιούν , θέλουν ας τα τραγουδήσουν και εμείς πολυχρονούμε εδώ το σπίτι του νοικοκύρη να ζήσει χρόνια περίσσα και πάντα να περάσει, και από τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει και να γεράσει».

Εκτός από αυτά τα κάλαντα που λέγονταν σε κάθε σπίτι, λέγανε κι άλλα ανάλογα με την περίπτωση, αν η οικογένεια είχε γιο λέγανε τα παρακάτω κάλαντα ως συμπλήρωμα:

«Η μάνα που είχε τον γιο, τον ένα τον μοναχό, τον έλουζε, τον χτένιζε, και στο σχολείο τον στέλνει , να πάει να μάθει γράμματα , να πάει να μάθει γνώση, στον δρόμο που επήγαινε , στον δρόμο που πηγαίνει βρίσκει παιδιά να παίζουνε , παιδιά να ρίχνουν πέτρες. Έκατσε να δοκιμάσει να ρίξει στο δοκίμι, κόπηκε η φούντα τέσσερα και το δαχτάνι πέντε. Κλαίει και πάει στην μάνα του , τα δάκρυα στα μάτια, που είναι γιέ μου τα γράμματα , που είναι γιε μου η γνώση , τα γράμματα είναι στο χαρτί κι ο νους μου πέρα τρέχει πέρα στις μαυρομάτισσες ,τις δακτανοφρυδούσες που ‘χουν το μάτι σαν ελιά ,το φρύδι σαν γαϊτάνι , και εμείς πολυχρονούμε εδώ το άξιο παλικάρι ν να ζήσει χρόνια περίσσα και πάντα να περάσει , και από τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει και να γεράσει».

Αν η οικογένεια είχε κόρη λέγανε κι’ αυτά τα κάλαντα:

« Κυρά μου τη θυγατέρα σου κυρά μου την ακριβή σου γραμματικός τη ζήτησε και ψάλτης να την πάρει και ‘κείνος ο γραμματικός πολλά προικιά θα φέρει θα φέρει τ’ άστρα πρόβατα και το φεγγάρι προίκα και το καθάριο αυγερινό διαμάντι δαχτυλίδι. Το δαχτυλίδι έλαμψε πέρα πέρα για να περάσει πέρα στις μαυρομάτισσες τις δαχτανοφρυδούσες που ‘χουν το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν δαχτάνι που ‘χουν το ματοτσάμπερο σαν της ελιάς το φύλλο. Και ‘μεις πολυχρονούμε εδώ τ’ άξιο το κοράσι να ζήσει χρόνια περίσσα και πάντα να περάσει και από τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει και να γεράσει».

Αν στην οικογένεια υπήρχε κάποιος νέος αρραβωνιασμένος ή κάποια κοπέλα αρραβωνιασμένη λέγανε τα εξής κάλαντα:

« Άκουσε τι σε μήνυσε ο αρραβωνιαστικός ή η αρραβωνιαστικιά σου να πας να πάρεις το φιλί, μη βρέξει, μη χιονίσει εγώ όταν βρέχει περπατώ κι όταν χιονίσει τρέχω κι όταν κατέβει ο Δούναβης το βάθος μου περνάει δίνασε βάθος, δίνασε βάθος πέρα για να περάσω, πέρα στις μαυρομάτισσες, τις δαχτανοφρυδούσες, που ‘χουν το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν δαχτάνι που ‘χουν το ματοτσάμπερο σαν της ελιάς το φύλλο. Και ‘μεις πολυχρονούμε εδώ τ’ άξιο το κοράσι ή το παλικάρι να ζήσει χρόνια περίσσα και πάντα να περάσει και από τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει και να γεράσει».

Αν στην οικογένεια υπήρχε κάποιο γεροντοπαλίκαρο, λέγανε αυτά τα κάλαντα:

«Εδώ είναι ένας παλικαράς ένα άξιο παλικάρι ζεύει βουβάλια δρακοτά κι αλέτρι σιδερένιο σκάλωσε το αλετράκι του σε μιας ξανθιάς το μνήμα έβγα ξανθιά , έβγα σγουρή έβγα μαλαματούσσα, που ‘χεις το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν γαϊτάνι. Και μεις πολυχρονούμε εδώ το άξιο παλικάρι να ζήσει χρόνια περίσσα και πάντα να περάσει και από τα χίλια κι ύστερα ν’ ασπρίσει και να γεράσει».

 Η ημέρα των Χριστουγέννων περιελάμβανε Θεία Λειτουργία νωρίς το πρωί. Αυτή τη μέρα κοινωνούν μετά από μια μεγάλη νηστεία και το μεσημέρι στολίζεται το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι , όπου κάθονται όλοι μαζί για να γιορτάσουν, να πιούν και να φάνε. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιελάμβανε τα εδέσματα και τα γλυκά που είχαν ετοιμαστεί από την παραμονή των Χριστουγέννων. Ακόμη το τραπέζι περιελάμβανε και κρασί που αυτόν τον καιρό ήταν έτοιμο για να το πιούν οι εορτάζοντες. Ο εορτασμός των Χριστουγέννων συνεχιζόταν για τρείς ημέρες στο ίδιο κλίμα. Καθώς τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων γιόρταζαν τη Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου και τη τρίτη ημέρα τον πρωτομάρτυρα Στέφανο.

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπήρχε το έθιμο να φτιάχνουν δύο πίτες ή καλύτερα δύο βασιλόπιτες, την μια την έφτιαχναν με τυρί και την έκοβαν το μεσημέρι, αυτή περιείχε μέσα εκτός από φλουρί, λίγα σπυριά καλαμπόκι και σιτάρι και ένα κομμάτι ξύλο από το δέντρο κρανία που το έλεγαν «σούρβα». Η δεύτερη βασιλόπιτα ήταν αυτή που κοβόταν την πρώτη μέρα του χρόνου, μόλις γύριζε ο χρόνος, δηλαδή το βράδυ της παραμονής. Στην πρώτη βασιλόπιτα το κάθε υλικό αντιστοιχούσε σε μια κληρονομιά. Έτσι όποιος τύχαινε το καλαμπόκι έπαιρνε τα ζώα, όποιος τύχαινε το σιτάρι τα χωράφια, όποιος τύχαινε το φλουρί τα λεφτά, τέλος όποιος τυχαίνει τη σούρβα έπαιρνε το σπίτι. Ακόμη την ημέρα της Παραμονής τα παιδιά λένε τα κάλαντα , όμως το βράδυ γυρνούν στα σπίτια και τα καφενεία και σουρβίζουν το κόσμο λέγοντας μερικούς στίχους: Σούρβα, σούρβα γεια χαρά για σταπίδα, για παρά γερό κορμί, γερό σταυρί και του χρόνου γεροί. Όταν αλλάζει ο χρόνος βγαίνουν όλοι έξω και ρίχνουν με τα όπλα τους, έπειτα κόβουν την βασιλόπιτα για να δουν ποιος θα τύχει το φλουρί και σπάζουν το ρόδι για να πάει καλά η χρονιά. Πηγαίνοντας όμως να κοιμηθούν αφήνουν το τραπέζι γεμάτο και τη βασιλόπιτα κι αυτό γιατί επικρατεί η αντίληψη ότι τη νύχτα μπαίνει ο Άγιος Βασίλης από την καμινάδα , τρώει τα εδέσματα και τη βασιλόπιτα και αφήνει τα δώρα. Την άλλη μέρα στήνονταν πάλι όμορφο τραπέζι και έκοβαν το μεσημέρι τη δεύτερη πίτα. Το βράδυ την παραμονής παίζανε και χαρτιά που συνεχιζόταν τα παιχνίδια και τις πρώτες ημέρες του χρόνου, μ’ αυτό ήθελαν να έχουν, τύχη και την καινούργια χρονιά.

Την Παραμονή των Φώτων γίνεται ο λεγόμενος κρυφός αγιασμός όπου πηγαίνουν νωρίς οι πιστοί για να φωτιστούν. Εκείνη την ημέρα τα σπίτια λάμπανε γιατί ο ιερέας του χωριού γύριζε στο χωριό και φώτιζε τα σπίτια αλλά και τους χωριανούς. Την ημέρα των Φώτων μετά την Λειτουργία και τον αγιασμό τον υδάτων, το πλήθος σχημάτιζε πομπή με κατεύθυνση το ποτάμι, εκεί έριχναν το σταυρό. Ο ιερέας αφού άγιαζε το νερό έριχνε το σταυρό μέσα στο ποτάμι τρείς φορές, την τρίτη έπεφταν τα νέα αγόρια στα κρύα νερά, οι μάχες μέσα στο νερό είναι έντονες και οι επιδοκιμασίες ανάλογες από τον κόσμο που έχει συγκεντρωθεί. Ο νέος που θα κατάφερνε να πιάσει το σταυρό και να τον ασπαστεί, έπαιρνε από τον ιερέα ένα σταυρό για δώρο, ενώ γινόταν ο ήρωας του χωριού γιατί κατάφερε να κερδίσει αυτή τη δύσκολη μάχη ανάμεσα σε τόσα άτομα και έπαιρνε την ευλογία. Έπειτα η πομπή κατευθυνόταν στην εκκλησία, εκεί ο ιερέας άφηνε το Ευαγγέλιο στην Αγία Τράπεζα και τα παπαδάκια άφηναν τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα. Ο αγιασμός των Θεοφανίων δίνεται στους αγρότες, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των χωριανών, για να το ρίξουν στο χωράφι τους και να καταστραφούν τα ζιζάνια και επομένως η παραγωγή τους να είναι καλή για αυτήν τη χρονιά. Τα κάλαντα των Φώτων:

Σήμερα τα φώτα και φωτισμοί και χαρές μεγάλες και αγιασμοί, σήμερα τ’ άστρα φωτίζονται κι όλα τα νερά καθαρίζονται. Κάτω στον Ιορδάνη ποταμό κάθεται η κυρά μας η Παναγιά, όργανο βαστάει κερί κρατεί και τον Αϊ – Γιάννη παρακαλεί, Αϊ- Γιάννη αφέντη και πρόδρομε βάφτισε τον γιο μου μονογενή.

γ) Η πρώτη Φεβρουαρίου είναι η ημέρα εορτής του Αγίου Τρύφωνα , προστάτη των γεωργών και των καλλιεργειών. Σχετικά με τον εορτασμό του επικρατεί στη Θράκη γενικότερα και στον Πολύσιτο μια ιστορία για τον άγιο. Έτσι κάποιος γεωργός κλάδευε τα δέντρα στο χωράφι του και καταλάθος έκοψε τη μύτη του. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Άγιος Τρύφωνας και τον γιάτρεψε, του κόλλησε πάλι τη μύτη. Από τότε την ημέρα αυτή δεν εργάζονται στα χωράφι , και γενικά δεν κάνουν εργασίες με αντικείμενα που μπορεί να κάνουν ή να πληγωθούν. Μια φορά, πριν λίγα χρόνια κάποιος ξυλουργός, αυτή τη μέρα έκανε μια εργασία στο ξυλουργείο και δεν πρόσεξε και έκοψε το δάχτυλο του. Η γυναίκα του όμως που ήταν έγκυος όταν γέννησε έκανε ένα κορίτσι το οποίο δεν είχε τα δάχτυλα που είχε κόψει και ο πατέρας της κατά την εργασία. Όμως η αντίληψη ότι δεν πρέπει να εργάζονται δεν υπάρχει μόνο αυτή τη μέρα αλλά και τις δύο επόμενες ημέρες, ειδικά όταν στην οικογένεια υπάρχει έγκυος και περιμένουν παιδί.

δ)Απόκριες

Την περίοδο των Αποκρεών στον Πολύσιτο αναβιώνουν πολλά σατυρικά και παλαιά έθιμα με αποκορύφωση την Καθαρή Δευτέρα. Την Τσικνοπέμπτη υπάρχει το έθιμο να ντύνονται καρναβάλια , συνήθως με παραδοσιακές στολές και μόλις νυχτώσει πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι. Στο σπίτι προσπαθούν να μαντέψουν ποιοι βρίσκονται πίσω από τις μάσκες και γι’ αυτό γίνεται ένα αστείο παιχνίδι. Οι νοικοκύρηδες κερνούν τους μασκαρεμένους γλυκά και εκείνοι τα βάζουν σ’ ένα τορβά. Όλο το διάστημα των Αποκρεών στο χωριό υπάρχει ένας δημιουργικός αναβρασμός , καθώς στον χώρο που στεγάζονται οι πολιτιστικοί σύλλογοι φτιάχνουν ομαδικά τ’ άρματα που θα παρουσιασθούν στην παρέλαση , τους λουκουμάδες, την φασολάδα, και τα εδέσματα που θα μοιραστούν τη Καθαρή Δευτέρα καθώς και τα στέκια τους στο χώρο της παρέλασης . Μετά το τέλος της εργασίας αργά το βράδυ γινόταν γλέντι και διασκέδαζαν οι υπεύθυνοι και τα μέλη των συλλόγων. Τη Καθαρή Δευτέρα από νωρίς το πρωί είναι όλα έτοιμα για την εκδήλωση της Μουτζουροδευτέρας , γνωστή στην ευρύτερη περιοχή. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν , αναπαράσταση εθίμων, όπως το έθιμο των μουτζούρηδων, οι μουτζούρηδες ήταν άνθρωποι βαμμένοι με μαύρη μπογιά που την παίρνανε από το τζάκι, από την καπνιά που δημιουργούνταν και έβαφαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους μαύρο, το έθιμο του θρακιώτικου γάμου και της μπάμπως. Ακόμη γίνεται παρέλαση αρμάτων με λαογραφικά θέματα και με θέματα που σατιρίζουν την πολιτική, καλλιτεχνική και κοινωνική επικαιρότητα. Στις εισόδους του χωριού Πολύσιτου προσφέρονται στους επισκέπτες παραδοσιακοί λουκουμάδες ενώ στα παραδοσιακά στέκια υων συλλόγων μοιράζουν παραδοσιακή φασολάδα, ταραμά, ελιές, χαλβά, και λαγάνα καθώς και ρετσίνα για τους μερακλήδες. Στο ύψωμα δίπλα στο χωριό γίνεται διαγωνισμός χαρταετού, στον οποίο βραβεύονται ο ομορφότερος χαρταετός και αυτός που θα πάει ψηλότερα. Μετά το πέρας των εκδηλώσεων συγκεντρώνεται ο κόσμος στην πλατεία όπου ακολουθεί λαμπρό γλέντι με παραδοσιακή ορχήστρα και χορευτικά συγκροτήματα από τον Πολύσιτο και την ευρύτερη περιοχή. Το γλέντι κρατάει έως το βράδυ και μέχρι τελικής πτώσεως. Στο τέλος πηγαίνουμε στον ποταμό Κόσυνθο για να γίνει το κάψιμο του καρνάβαλου που συνήθως παρουσιάζεται με τη μορφή του θεού του κρασιού, Διόνυσου.

ε) Κινητές εορτές

Την πρώτη εβδομάδα των νηστειών της Μεγάλης Σαρακοστής, την Παρασκευή ειδικότερα των Α’ Χαιρετισμών που είναι παραμονή της γιορτής του Αγίου Θεοδώρου υπάρχει στο χωριό μας το έθιμο οι νέοι να κλέβουν το βράδυ από τις αυλές των σπιτιών και ειδικά από τα σπίτια που έχουν κοπέλες ανύπαντρες. Συνήθως έκλεβαν γλάστρες , τις εξωτερικές πόρτες από τις αυλές, καρέκλες, κάρα αλλά και γεωργικά εργαλεία κυρίως τις πλατφόρμες τις οποίες όταν τις πήγαιναν στην πλατεία του χωριού, όπου συγκέντρωναν και τα υπόλοιπα πράγματα τις βάζανε την μια πάνω στην άλλη. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο και επικίνδυνο κυρίως όταν προσπαθούσαν μετά να τις κατεβάσουν. Τ’ αντικείμενα που κλέβανε τα δένανε μεταξύ τους ή τα κρεμούσαν στα δέντρα. Την άλλη μέρα οι νοικοκύρηδες ξέροντας τι είχε συμβεί πήγαιναν την άλλη μέρα στην πλατεία του χωριού για να πάρουν τα πράγματα τους .

Την Κυριακή της Ορθοδοξίας οι πιστοί σχηματίζουν πομπή με μπροστάρηδες τον ιερέα και τα παπαδάκια κρατώντας στα χέρια τους εικόνες κάνουν τρείς φορές τον κύκλο της εκκλησίας, για να συμβολίσουν την αναστήλωση των εικόνων και της ορθοδοξίας.

Το Σάββατο του Λαζάρου υπάρχει το έθιμο να βγαίνουν τα παιδιά και να λένε τραγούδι του Λαζάρου, κρατώντας μια κούκλα που είναι ο Λάζαρος και μαζεύουν αυγά που στην συνέχεια βάφουν. Το τραγούδι του Λαζάρου είναι το εξής:

«Σήκω Λάζαρε και μη κοιμάσαι ήρθε η μάνα σου από την πόλη σε φερε χαρτί και κομπολόι γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη γράψε λεμονιά και κυπαρίσσι οι κοτούλες σας γεννάν αυγά, δώσε μου ένα αυγό να σε πω και ευχαριστώ».

Την Κυριακή των Βαϊων ο κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία κρατώντας στα χέρια του κλαδιά από βάϊα , τα οποία μετά τα μοιράζει ο ιερέας αφού πρώτα τα έχει ευλογήσει. Τη Μεγάλη Πέμπτη μετά την ακολουθία του Μυστικού Δείπνου γίνεται αγρυπνία και μοιρολογούν οι γυναίκες λέγοντας το μοιρολόι της Παναγίας. Παράλληλα γίνεται και ο στολισμός του Επιτάφιου από τις νεαρές γυναίκες. Η αγρυπνία συνεχίζεται ως το πρωί, χαρακτηριστικό είναι ότι στο σταυρό εναποθέτουν ενδύματα και πετσέτες, επίσης αφήνουν στεφάνια και λουλούδια για να στολιστεί ο Επιτάφιος. ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΊΑΣ:

«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα σήμερα άγγελοι, αρχάγγελοι όλοι μαυροφορούνε σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, σήμερα πάνε κι έρχονται στης Παναγιάς την πόρτα. Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν στο θρονί της την προσευχή της έκανε για το μονογενή της. Ακούει βροντές, ακούει αστραπές και ταραχές μεγάλες, προβάλλει από τη θύρα της να δει στην γειτονιά της. Βλέπει τον ουρανό θαμπό και τ’ άστρα βουρκωμένα ακούει φωνή, ακούει λαλιά απ’ αρχαγγέλου στόμα: « Σώσε κυρά μου Παναγιά, τούτηνε δα την ώρα και τον γιο σου πιάσανε και στο σταυρό τον πάνε». Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει, και σαν τη συνεφέρνανε τούτο το λόγο λέγει: « Όσοι πονάνε τον Χριστό, Όλοι κοντά μου ελάτε». Η Μάρθα η Μαγδαληνή, και του Λαζάρου η μάνα. Του Ιακώβου η αδερφή , κι οι τέσσεροι αντάμα επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι. Πήραν ζερβά, πήραν δεξιά κανένα δε γνωρίζουν πήραν και πιο δεξιότερα θεωρούν τον Αϊ-Γιάννη. Αϊ μου Γιάννη πρόδρομε και βαφτιστή του γιού μου μην είδες μου το τέκνο μου και σε το δάσκαλο σου. « Ποιος έχει χείλη να στο ‘ πει καρδιά να ομολογήσει ποιος έχει χειροπάλαμα να σου τονε δείξει;». «Θεωρείς εκείνο το γυμνό, τον παραπονεμένο, όπου φοράει στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι; Εκείνος είναι ο γιόκας σου κι εμέ ο δάσκαλος μου». Κι η Παναγία σαν τ’ άκουσε τούτο το λόγο λέει: «Που είναι γκρεμός να γκρεμιστώ γιαλός να πάω να πέσω;» Κανένας δεν της μίλησε να την παρηγορήσει μα ο Χριστός της μίλησε απ’ το σταυρό επάνω . «Κάνε μανούλα υπομονή και διάφορο δεν έχεις . Στρώσε τραπέζι θλιβερό να φάνει οι θλιμμένοι και το Μεγάλο Σάββατο καθού να μ’ απαντέχεις τη κυριακίτσα το πουρνό θα ‘ πουν Χριστός Ανέστη».

Την Μεγάλη Παρασκευή γίνεται η περιφορά του Επιταφίου, όπου αποτελεί ακολουθία την οποία παρακολουθούν και οι εκτός χωριού διαμένοντες Πολυσιτιανοί. Η περιφορά ξεκινάει από τον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου , μπροστά πηγαίνουν τα παπαδάκια με τα εξαπτέρυγα, τον ιερέα και τον Επιτάφιο, μπροστά από όλους προπορεύται ο Τίμιος Σταυρός , η πορεία συνεχίζει διαδοχικά από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου , το κοιμητήριο και στην συνέχεια από την πλατεία, στο τέλος καταλήγει στον ιερό ναό. Μετά μέσα στο ναό και αφού έχει τελειώσει το πέρασμα των πιστών κάτω από τον Επιτάφιο γίνεται το ξεστόλισμα του, τα λουλούδια αυτά τα βάζουμε στο εικονοστάσι του σπιτιού. Το Μεγάλο Σάββατο και τη Κυριακή του Πάσχα είναι κοινά, σουβλίζουμε αρνιά, τσουγκρίζουμε αυγά, τα οποία έχουμε βάψει τη Μεγάλη Πέμπτη και γλεντάμε και ευχόμαστε «Χριστός Ανέστη».

Στη γιορτή της Αναλήψεως του Σωτήρος υπάρχει η συνήθεια το μεσημέρι αυτής της ημέρας να μη κοιμούνται το μεσημέρι. Στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος δεν επιτρέπεται ο μεσημεριανός ύπνος γιατί αν κοιμηθεί τότε ολόκληρη τη χρονιά θα κοιμάται το πνεύμα του. Εκείνη την ημέρα δεν εργάζεται κανείς και υπάρχει η αντίληψη ότι ούτε τα πουλιά δεν χτίζουν φωλιές εκείνη την ημέρα.

στ) Ακίνητες εορτές της άνοιξης

Στις 23 Απριλίου είναι η γιορτή του Αγίου Γεωργίου , προστάτη του χωριού. Η μνήμη του τιμάται με μεγάλη λαμπρότητα από τους Πολυσιτιανούς . Την Παραμονή της εορτής γίνεται εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και έπειτα περιφορά της εικόνας του αγίου. Μετά το τέλος του εσπερινού μοιράζεται το κουρμπάνι. Το κουρμπάνι είναι κρέας βρασμένο με ρύζι και το κάνουν στην μνήμη του αγίου η σαν τάμα για κάποια θαυματουργά ενέργεια. Την επόμενη ημέρα έχει στολιστεί ολόκληρο το χωριό και η παρουσία επισήμων τελείται η Θ. Λειτουργία , μετά το πέρας της Λειτουργίας γίνεται γλέντι στο προαύλιο του σχολείου με λαϊκή ορχήστρα και παραδοσιακούς χορούς από τα συγκροτήματα του χωριού και όχι μόνο.
Στις 25 Μαρτίου είναι ο εορτασμός μια διπλής εορτής, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της εθνικής απελευθέρωσης από τον Οθωμανικό ζυγό. Γι’ αυτή τη μέρα έχει καθιερωθεί ένα πλούσιο πρόγραμμα, τελείται Θ. Λειτουργία με παρουσία των αρχών της περιοχής και μαθητών , ακολουθεί δοξολογία. Έπειτα γίνεται δέηση υπέρ πεσόντων και ακολουθεί κατάθεση στεφάνων από τους επίσημους φορείς της περιοχής και τα σχολεία. Στην συνέχεια ακολουθούν χοροί από τους πολιτιστικούς συλλόγους και απαγγελίες ποιημάτων από μαθητές. Τέλος οι εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου κλείνουν με την παρέλαση των μαθητών των σχολείων. Μ’ αυτό το τρόπο δείχνουμε την τιμή που τους αξίζει σ’ αυτούς που πολέμησαν για να ελευθερωθούμε αλλά και για να διατηρηθούν οι παραδόσεις , τα ήθη και τα έθιμα.

Η εργατική Πρωτομαγιά παράδοξα στο χωριό μας γιορτάζεται με χορό και γλέντι. Ο τρόπος συγκέντρωσης είναι ο παλαιός έρημος, σιδηροδρομικός σταθμός Πολυσίτου που πλέον δεν χρησιμοποιείται. Η γύρω περιοχή είναι καταπράσινη με πολλά δέντρα και την μέση δεσπόζει ο παλαιός σταθμός. Πηγαίνουμε λοιπόν πρωί πρωί στο σταθμό για να πιάσουμε το μέρος, παλαιότερα ξεκινούσαν ακόμη νωρίτερα γιατί πήγαιναν με τα κάρα, ετοιμάζουν τη σούβλα και ψήνουν πίνοντας πάντα ρετσίνα ή κρασί , συζητούν και μετά το φαγητό , ακολουθεί χορός συγκεντρώνονται όλες οι οικογένειες μπροστά στο σταθμό και χορεύουν ως το απόγευμα. Αυτή η εκδήλωση έχει καθιερωθεί και έρχεται κόσμος όχι μόνο από την Ξάνθη ή τη γύρω περιοχή αλλά και από άλλες γειτονικές πόλεις.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
953
Έτος καταγραφής
2001-02
Επώνυμο
Χατζησταύρου
Όνομα
Σταύρος
Εικόνες