Τελετουργίες από ΕΛΑΙΑΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
«Η αποκριά του Τυροφάγου είναι μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του χρόνου. Πριν από πενήντα με πενήντα πέντε χρόνια στην Ελιά γιορτάζαμε με ευλάβεια και διασκεδάζοντας. Το πρωί πηγαίναμε όλη η οικογένεια στην εκκλησία. Ύστερα πηγαίναμε στο σπίτι τρώγαμε και μετά το μεσημεριανό φαγητό όλοι βγαίναμε στην πλατεία για διασκέδαση. Η διασκέδαση ξεκινούσε με τα τραγούδια των γυναικών. Στην συνέχεια έμπαιναν οι άντρες στον χορό φέρνοντας και όργανα. Η μεγάλη πλατεία γέμιζε από μεγάλους κύκλους χορού. Ο χορός συνέχιζε μέχρι να νυχτώσει πολύ. Φώτα δεν είχαμε στην πλατεία ούτε στα σπίτια μας αφού ρεύμα εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε.
Σε δεκαπέντε λεπτά οι πλατεία άδειαζε. Οι νοικοκυρές είχαν ήδη τα φαγητά έτοιμα. Τα φαγητά της ημέρας αυτής ήταν η τυροπιτά, τα βραστά αυγά, το κρασί, ο χαλβάς και το κρέας. Καθόμασταν όλοι στο τραπέζι και τσουγκρίζαμε δυνατά τα ποτήρια και δίναμε ευχές για καλή σοδειά. Πιστεύαμε ότι όσο πιο πολύ χορεύαμε αυτή τη μέρα τόσο καλύτερη σοδειά θα είχαμε. Το τραπέζι δεν το μαζεύαμε περιμέναμε επισκέπτες οι οποίοι ήταν παντρεμένα παιδιά που δεν μένανε με τους γονείς και οι κουμπάροι που τους είχαν παντρέψει ή τους είχαν βαπτίσει τα παιδιά. Έρχονταν όλα με ένα μπουκάλι κρασί δώρο. Κάναμε όλοι χρόνια πολλά ξεκινώντας απ τον πατέρα. Αργότερα κρεμούσαμε σε μια χοντρη κλωστή πιττάκια χαλβά απ το ταβάνι. Ένας παρίστανε τον διαιτητή. Ο διαγωνιζόμενος με τα χέρια πίσω δεμένα προσπαθούσε να πιάσει τον χαλβά απ το ταβάνι. Ο διαιτητής, κουνούσε το σχοινάκι και έτσι ήταν δυσκολότερο. Έτσι περνούσε η βραδιά και την επόμενη μέρα άρχιζε η νηστεία. Όσοι από μας μπορούσαν νηστεύανε τρεις μέρες χωρίς να φάνε τίποτα. Την Τετάρτη το πρωί πήγαιναν στην εκκλησία και κοινωνούσανε.» (Τσομπανίδου Γιάννω)
«Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς σηκωνόμασταν νωρίς απ το πρωί για να πάμε στην εκκλησία. Αποβραδίς κόβαμε την κότα για να κάνουμε το φαγητό στο ταψί. Το κάναμε απ την νύχτα ακόμη και την μελινα. Έτσι ώστε όταν γυρίσουμε απ την εκκλησία να φάμε. Το βράδυ πάλι ψήναμε άλλη πίτα να φιλέψουμι τις κουμπάροι. Είχαμε και πολλούς τρεις τέσσερις. Εκαμναμε την μελινα και ερχόταν η κουμπάρα απ όξω χτυπουσι την πόρτα με την μελινα στο ταψι και την κότα και το αριανι. Έρχονταν οι κουμπάρες η μία μετά την άλλη με την σειρά και έκαμναν συγχωρεμένα και ευλογημένα. Ξεκινούσαν απ τον πεθερό ύστερα από μας κάθε κουμπάρος που ερχόταν απ όξω κρατούσε κι ένα μπουκάλι κρασί και η κουμπάρα ένα πιάτο με μεζεδάκια. Ο κουμπάρος περνούσε απ όλους μας και έλεγε συγχωρεμένα και ευλογημένα και μας έδινε όλους να πιούμε κρασί απ το μπουκάλι. Εμείς τον δίναμε τις ευχές μας. Η κουμπάρα ύστερα ερχόταν με τα μεζεδάκια και μας κερνούσε. Πίναμε ουζάκι και δίναμε πάλι τις ευχές μας. Στρωνόμασταν γύρω απ το σουφρα όλοι κάναμε τον σταυρό μας και ξεκινούσαμε να τρώμε και πάλι δίναμε ευχές.» (Καρόγλου Μαρία)
«Τα έθιμα στο Τρίγωνο είναι καθαρά θρακιώτικα, αγροτικά. Σημαντικότερο και πιο γνωστό σε όλους είναι το αποκριάτικο που τελείται τη Δευτέρα της Τυρίνης αλλά στο χωριό μας γίνεται την Καθαρή Δευτέρα, ο Μπέης. Τη μέρα που τελείται το έθιμο όλα τα σπίτια του χωριού περιμένουν τον Μπέη και τους ακόλουθους του, οι οποίοι είναι η γυναίκα με το μωρό, ο γύφτος, οι σωματοφύλακες και ο κριτής. Σε κάθε αυλή οι σωματοφύλακες ελέγχουν ατ εργαλεία και αλίμονο σε όποιον δεν τα έχει τακτοποιημένα. Οι νοικοκυρές κερνούσαν όλη τη συνοδεία κρασί, μεζέδες και γλυκά ενώ οι άντρες προσφέρουν στον Μπέη σιτάρι ή καλαμπόκι. Ο Μπέης σκορπά μια χούφτα σπόρο κι εύχεται καλή σοδειά. Όλοι είναι ντυμένοι με παραδοσιακή θρακιώτικα φορεσιά. Όσο περιφέρονται, εάν κάποιος πειράξει το μωρό της γυναίκας που είναι απλά ένα ξύλο τυλιγμένο με πανί, πιάνεται από τους φύλακες και αφού πληρώσει πρόστιμο καλιβώνεται συμβολικά. Το μεσημέρι αφού τελειώσει η περιφορά όλο το χωριό καταλήγει στην πλατεία με τις παραδοσιακές στολές τους. Ο Μπέης με τους ακόλουθους του μετράει το χωράφι για «κόψει καπάκι» όπως λέει. Ύστερα ζεύει στο ζυγό του ξύλινου αλετριού τον γύφτο και την γυφτισσα. Το όργωμα αρχίζει ο Μπέης επιβλέπει και οι φύλακες τον προσέχουν μη τυχόν κάποιος απ το πλήθος προσπαθήσει να τον ρίξει κατω καθώς αυτός σπέρνει με το σινικι. Αν το δοχείο αναποδογυρίσει κατά την πτώση του τότε η χρονιά θα είναι δύσκολη, αν όμως έπεφτε χωρίς να σκορπίσει ο σπόρος τότε η σοδειά θα πήγαινε καλά. Μετά κάναμε το θέρο. Το θέρισμα γίνεται με τα δρεπάνια απ τους φύλακες. Ύστερα ακολουθεί το αλώνισμα με την ντουκανα ένα ξύλινο εργαλείο με καρφωμένες πέτρες πάνω του που όταν σέρνεται ξεχωρίζει το σιτάρι απ τα στάχυα. Καθώς γίνονται οι αγροτικές δουλειές ο Μπέης αρπάζει τη γυφτισσα και τη ρίχνει κάτω σαν να την βιάζει.
Έτσι κλείνει ο κύκλος των αγροτικών εργασιών και αρχίζουν τα αγωνίσματα. Κυριότερα ήταν η παλαίστρα και οι γαιδαροδρομιες. Αμέσως μετά αρχίζει ο κυκλικός χορός για όλο τον κόσμο. Το γλέντι κράτα ως τα μεσάνυχτα και γίνεται η εκλογή του Μπέη για τον επόμενο χρόνο».
«Την Κυριακή των Βαΐων φτιάχναμε μια κούκλα από κ’ρέλια πάνω σε ένα ξύλ’ νο σταυρό. Την ντύναμι παραδοσιακά και γυρνούσαμε όλα τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας:
‘Βάγια, βάγια η Πασχαλιά
Ώσπου να ‘ρθει η Πασχαλιά
Μι τα κόκκινα τα αυγά
Μες ‘ του φούρνου του ψουμί
Και στη σούβλα το τσιτσί
Τρωνι γάτες κι γάτοι
Τρων’ παπάδες και παπαδιές
Με τις κόκκινες ποδιές.
Τρωνι ψάρι κι κολιό
Και την άλλη Κυριακή τρων το κόκκινο αυγό.
Μαύρη ψηλή, μαύρη κοντή
Μαρή μαυροματούσα, όταν θα πας στην εκκλησιά χίλια στολίδια βάζεις, βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη, βάζεις κι τον αδιάδαρο καθάριο δαχτυλίδι’.
Οι νοικοκυρές μας έδιναν χρήματα και δώρα.. Ήταν τα κάλαντα του Πάσχα.» (Παπαδοπούλου Ελένη).