Τελετουργίες από ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Έθιμα του Λαϊκού εορτολογίου
α) Κατά την νηστεία των Χριστουγέννων 40 μέρες και 40 νύχτες στα τραπέζια τραγουδούσαν: << Η Παναγιά κοιλοπονούσε Χρήστο να φέρει σ' αυτόν τον κόσμο>>
Την 20ή Δεκεμβρίου ημέρα του Αγίου Ιγνατίου ξεκινάν τα προεόρτια των Χριστουγέννων. Αυτή την ημέρα τηρείται αυστηρός η αργία διότι ο Άγιος Ιγνάτιος θεωρείται ο προστάτης των Ποιμνίων και των βοων Αλλά και άλλων ζώων κατά των λύκων. Από κείνη την ημέρα ξεκινάει η σφαγή των χοίρων, διότι το χοιρινό χρειαζόταν ολιγοήμερη προετοιμασία. Αφού γινόταν όλη η προετοιμασία του ζώου έσφαζαν το λάρυγγα του ζώου σταυρωτά και αφού πάρει ένα κομμάτι βαφή το πάνω μέρος της εξώπορτας με το αίμα του, σχηματίζοντας ένα σταυρό. Αυτό λέγαν ότι επισφράγιζε την χριστιανικοτητα της οικογένειας. Ένα έντερο από το στομάχι, καλά πλυμένο, το γεμίζουν με τεμάχια μαύρο συκωτιού θα αποτελέσει το πρωινό, μετά την εκκλησία και θεωρείτε απαραίτητο γεύμα. Οικογένειες οι οποίες δεν έχουν για οποιοδήποτε λόγο να σφάξουν χοίρο, προμηθεύονται από άλλους τεμάχιο Εντέρου και συκωτιού για να παρασκευάζουν το γεύμα, το οποίο ονομάζουν << μπαμπω>>. Η λέξη αυτή στα χωριά έχει τη σημασία της μαίας και επειδή συνήθως ημαία είναι γριά, όλες τις ηλικιωμένες γυναίκες τις ονομάζουν έτσι. Όπως μετά τη γέννα του παιδιού κάποιο παρατίθεται γεύμα σου συγγενείς και τα Χριστούγεννα παρατίθεται γεύμα για τη γέννηση του Θεανθρώπου μέσω της μπάμπως, Η οποία φτιαχνόταν τη νύχτα της 24ης προς την 25η Δεκεμβρίου. Την προηγούμενη νύχτα πάντες ξυπνούν πριν να λύσουν η κοκόρι ανάβουν φωτιά στην εστία και θέτουν το Χριστόξυλο, Το οποίο είναι μεγάλο και με την επιμέλεια της οικοδέσποινας πρέπει να καίει σιγά-σιγά καθ’όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου. Οικοδέσποινες ετοιμάζουν τα εδέσματα και όλο το χωριό βρίσκεται επί ποδός. Μόλις ακουστεί ο πρώτος πετεινός τα παιδιά ξεκινάν ευθύς αμέσως να λένε τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι και φωνάζουν κολυντα, κολυντα δηλαδή Κάλαντα, κάλαντα. Το βράδυ της 24 Δεκεμβρίου κάθονται στο τραπέζι με 9 φαγητά. Όλοι τρώνε έστω και λίγο από όλα τα φαγητά. Το πρωί των Χριστουγέννων μετά την εκκλησία παρατίθεται γεύμα κύριος αποτελούμενο από την μπάμπω και άλλα γλυκίσματα. Μετά το φαγητό αρχίζει το παν δαιμόνιο το χριστουγεννιάτικο καρναβαλιού το οποίο στο Διδυμότειχο ονομάζεται αράπηδες. Το έθιμο αυτό επικράτησε μέχρι το 1940 αλλά με αισθητή ατονία Λόγω των πολέμων από το 1912. Οι Εβρίτες πίστευαν και στα καρκατζελια Δηλαδή τους καλικάντζαρους. Τα φαντάζονταν ως τέρατα με ουρά με πρόσωπα Βρώμικα και ότι την νύχτα εισέρχονται μέσα στα σπίτια και μολύνουν τα σκεύη και τρώνε τα παιδιά. Η Πρωτοχρονιά δεν γιορταζόταν προ 30 ετών περίπου όπως σήμερα με δέντρα στολισμένα και βασιλόπιτα την οποία κόβουν τα μεσάνυχτα.
Περιορίζονταν στην Παρασκευή της πίτας του Αγίου Βασιλείου από τυρί ή κρέας μέσα στην οποία τοποθετούσαν εκτός από κέρμα η κλωναράκι, κόμβι,
Κουρελάκι, τα οποία αντιπροσωπεύουν το σπίτι, τα χωράφια, το αμπέλι και τα πουλερικά του σπιτιού. Το απόγευμα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς όλα του σπιτιού κάθονται στο τραπέζι. Δίδεται η ευχή με το καλό να έρθει ο καινούργιος χρόνος και ξεκινά η διανομή της πίτας. Όποιος κερδίσει του δίδεται ως δώρο η εικόνα του Αγίου Βασιλείου. Την επόμενη μέρα πρέπει να σηκωθούν όλοι νωρίς για να πάει Όλοι χρόνια καλά και να περάσει γρήγορα. Η νοικοκυρά αφού σπάσει μέσα στο δωμάτιο ένα ρόδι για να πάει καλά η χρονιά καθαρίζει το δωμάτιο μέσα και έξω. Αυτό σημαίνει ότι όπως το ρόδι είναι γεμάτο κόκκος έτσι και το σπίτι είναι πλήρες αγαθώς Και το σκούπισμα από έξω προς τα μέσα σημαίνει ότι τα αγαθά έρχονται από έξω χωρίς να βγαίνουν ξανά από το σπίτι. Ιδιαίτερα εορτή των φώτων, πλην της θρησκευτικής καταδυσεως δεν γίνεται. Ανέκαθεν μετά την λειτουργία, το εκκλησίασμα προπορευόμενο τον εξαπτέρυγων, μητροπολίτου, κλήρο και ιεροψαλτών μετέβαινε με στρατό ή στον ποταμό Κιζιλ-ντελη-ντερε Όπου γινόταν η κατάθεση του σταυρού. Πολύ έπεφταν στο ποτάμι για να πιάσουν το σταυρό και να το γυρίσουν σε όλο το χωριό και να προσκυνήσει. Τις απόκριες στο Διδυμότειχο γιόρταζαν μία διονυσιακή γιορτή, τη γιορτή του Κιοπεκ - Μπέη η Μπένι Όπως λέγεται τώρα και σημαίνει σκυλάρχοντας. Η γιορτή αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα αλλά λίγο τροποποιημένη. Συνδέεται με την καλή η κακή σοδειά, γι' αυτό αποφεύγουν να αναθέσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε άτομα που χαρακτηρίζονται γρουσούζικα. Η γιορτή αυτή δείχνει το δεσμό των κατοίκων με τον τόπο, τις παραδόσεις και την ιστορία τους. Είναι μία αγροτική παράσταση, στην οποία η συμμετοχή του κόσμου είναι μεγάλη. Τον Μπέη συνοδεύουν, Μία κατσιβέλα δήθεν εγκυμονούσα και ανύπαντρη, μία χωρική, δύο κόρες, ένας Κατσίβελος, τρεις χωροφύλακες, ένας επαγγελματίας Γκαϊτατζής, δύο ζουζουλα, Ένας γιατρός, ένας νοσοκόμος, ένας ευρέως έμπορος, της τύχης τα πουλάκια και τέλος ο αρκουδιάρης με την αρκούδα. Η μασκαράδες κατά μία εκδοχή, θεωρούνται απόγονοι τον σατύρων και των μανάδων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, υπάρχει μία υπερβολή στην όλη εκδήλωση με σκοπό να σατιρίσει την βαρβαρότητα των Οθωμανών αξιωματούχων και την ύπαρξη του χαρεμιών τους. Κεντρικό πρόσωπο της πομπής που σχηματίζεται με πολυάριθμοι την συμμετοχή των κατοίκων είναι ο μπέης καθισμένος σε γαϊδούρι, καρικατούρα του θεού Διονύσου και ταυτόχρονα του τούρκου δυνάστη, ντυμένος με πανωφόρι από προβιά και στο κεφάλι κέρατο όμορφος στέμμα. Τα στοιχεία που συμπλήρωσαν την εκδήλωση στα χρόνια της τουρκοκρατίας, σκοπό είχαν να γελοιοποιήσουν τον τούρκο κατακτητή, χωρίς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται. Η εκδήλωση καταλήγει σε ανοιχτό χώρο όπου οι συμμετέχοντες παρουσιάζουν σκηνές από γεωργικές εργασίες. Ακολουθεί χορός, τραγούδι, ξεφάντωμα, καίγοντας, Το τερατόμορφο στέμμα του Μπέη. Αλλά και στην τελευταία σκηνή, το έθιμο εξακολουθεί να λειτουργεί με διπλό στόχο, την ευλογία της γης και την σάτιρα απέναντι στην τουρκική διοίκηση. Την καθαρά Δευτέρα το απόγευμα όλος ο λαός εξέρχεται στον καλέ και κάθε οικογένεια Καταλαμβάνει μία θέση πάνω στο γραφικό λόφο. Παίρνουν μαζί τους τρόφιμα νηστίσιμα, τρώνε και διασκεδάζουν. Αυτά είναι τα λεγόμενα κούλουμα που λένε στις άλλες πόλεις της Ελλάδος. Την παραμονή των Αγίων Θεοδώρων τα κορίτσια ετοίμαζαν κόλλυβα για τους ζωντανούς και τα πήγαινα να τα διαβάσει ο παππάς. Μετά το διάβασμα από τον παπά, έπαιρναν λίγα κόλλυβα και τα έβαζαν πάνω από το μαξιλάρι και πίστευαν ότι θα δουν το πρόσωπό του μέλλοντος συζύγου τους. Στην εορτή του Αγίου Φανουρίου κάνουν τα κορίτσια νηστίσιμη λαδερή πίτα. Την πήγαινα στην εκκλησία για να την διαβάσει ο παππάς. Κόβουν, μοιράζουν και κρατούν τα κορίτσια την πρώτη μπουκιά τους, την βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να την δώσουν σε αυτόν που θα παντρευτούν. Την ημέρα του Λάζαρο, έντυναν μερικά παιδιά με άσπρα μακριά πουκάμισα, τα έδιναν καλαθάκια και αυτά πήγαινα στα σπίτια χόρευαν και τραγουδούσαν:
"Λάζαρε και τίμιε στην Αγία κοιτεσαι..."
Οι γυναίκες τα έδιναν αυγά και λεπτοκουκια.
Την μεγάλη Πέμπτη βάφουμε κόκκινα αυγά. Έχουνε έτοιμα τα τσουρέκια. Βάζουν σε δίσκο τα τσουρέκια, αυγά και γλυκό και στέλνουν οι κουμπάροι αναμεταξύ τους τσουρέκια. Αν υπάρχει εκεί καναπεδάκι, τότε ο νονός του, του στέλνει λαμπάδα λουλουδάτη. Την μεγάλη Παρασκευή πηγαίνουν στην εκκλησία για να ψάλλουν όλοι μαζί τα εγκώμια για τον πεθαμένο Χριστο, Και να κάνουν και την περιφορά του Επιταφίου γύρω από την ενορία. Το μεγάλο Σάββατο το βράδυ πηγαίνουν στην εκκλησία για να ανάψουμε τις λαμπάδες τους με το άγιο φως και να ακούσουν το αναστάσιμο μήνυμα. Ακολουθεί γεύμα στα σπίτια και την επόμενη μέρα γίνεται μεγάλο γλέντι. Πίστευαν ότι οι ψυχές μετά την ανάσταση του Κυρίου περιφέρονταν στον κόσμο. ότοκη και να γίνεται συνέχεια τρία χρόνια, όταν, Γιορτάζει τα γενέθλιά του ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, 24 Ιουνίου. Παίρνουν ένα κουβαδάκι και βάζουν μέσα νερό από τρία πηγάδια. Το κουβαδάκι το παίρνει η καλήνιτσα, Μαζί με δύο κορίτσια και πηγαίνω στα σπίτια της γειτονιάς. Εκεί το κάθε άτομο ρίχνει μέσα στο κουβαδάκι ένα σημάδι, δαχτυλήθρα, κουμπί και άλλα πράγματα χωρίς να βλέπει η καληνιτσα. Στο δρόμο, τα κορίτσια με την καληνύχτα ντυμένη νύφη, τραγουδούν ένα τραγούδι: "Καληνιτσα μου πρωτοστεφανη Μανα μου σ' έστειλε για κρύο νερό και για δροσερό". Αφού μαζέψουν σημάδια από όλη τη γειτονιά σκεπάζουν το κουβαδάκι και Το βάζουν κάτω από μία τριανταφυλλιά. Όλα αυτά γίνονται την παραμονή. Την άλλη μέρα της γιορτής μαζεύονται σε ένα μέρος εκείνη που έχουν δώσει σημάδια. Στη μέση κάθεται η καληνιτσα, Έχοντας μπροστά της έναν καθρέφτη. Κοιτάζει τον καθρέφτη και βγάζει ένα σημάδι από το κουβαδάκι. Μία άλλη κοπέλα διαβάζει ένα στιχάκι από το ημερολόγιο και το δίνει μαζί με το σημάδι σ' αυτήν που το είχε δώσει. Αυτό γίνεται συνέχεια ώσπου να τελειώσουν όλα τα σημάδια. Στις 29 Αυγούστου που είναι ο αποκεφαλισμός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου νήστευαν τελείως και από λάδι. Τρώνε ξινά και πίκρα. Δεν τρώνε μαύρο σταφύλι και δεν κόβουν το κεφάλι του καρπουζιού και του πεπονιού. Στο ηλιοβασίλεμα της ημέρας αυτής ανάβουν φωτιές για να καούν οι ψύλλοι τους. Στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου στο εκκλησάκι προς τιμήν του σφάζουν κόκορες μέχρι τη δύση του ηλίου.