Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Α) Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων τα παιδιά, παρέες-παρέες, πηγαίνουν στα σπίτια για να ψάλλουν τα κάλαντα. Στα χέρια τους κρατούν αναμμένα φαναράκια, στολισμένα με πολύχρωμα χαρτιά. Στο κάθε σπίτι αναγγέλλουν την άφιξη τους με την λέξη: Κόλιντα, επαναλαμβάνοντάς την ώσπου να ανοίξει η πόρτα. Αν αργεί εκτοξεύεται η χαριτωμένη απειλή:
Δωσι μια κουρούδα (κουλούρα)
Να μη σε βγάλου’που ντ’ καμινούδα (καπνοδόχος)
Τα παιδιά την νύχτα εκείνη μαζεύουν πολλά δώρα και σε είδος και σε χρήμα:
Β) Ανήμερα Πρωτοχρονιάς
Τα παιδιά κρατώντας στο χέρι τους μια μικρή βέργα που η μία άκρη τους έχει πολλές διακλαδώσεις που σε αυτές δένουν χρωματιστές κλωστές, πηγαίνουν την μέρα της Πρωτοχρονιάς στα σπίτια συγγενών και φίλων, λέγοντας:
«Τριστριστιάλκα
Σ’ έτη πολλά και του χρόνου»
Χτυπούν με την βέργα αυτή τις πλάτες των συγγενών και αυτοί τους δίνουν το πρωτοχρονιάτικο δώρο.
Γ) Τα Φώτα η Θεοφάνια για τον λαό μας είναι όπως γράφει ο Γ. Μέγας, μεγάλη γιορτη, «θεοτρομη», γιατί αγιάζουν τα νερά και φεύγουν τα «παγανά». Ο λαός πιστεύει ότι ανοίγουν τα ουράνια κι ο, τι ζητήσεις γίνεται και ακόμη πως η θάλασσα γίνεται γλυκιά και πίνεται. Την παραμονή με την «Πρωταγίαση» (λέγεται και κρυφός αγιασμός από τον λαό μας) ο παπας φωτίζει τα σπίτια. Άλλωστε οι κοπέλες κρατούσαν ζωντανό το βασιλικό στη γλάστρα ως την παραμονή των Φώτων. Από τον βασιλικό αυτό έκοβαν ένα ματσάκι και το έδιναν στον παπά, από τον οποίο έπαιρναν τον δικό του βασιλικό. Αν το κατόρθωναν αυτό ήταν χαρούμενες, γιατί πίστευαν πως θα παντρεύονταν εκείνη τη χρονιά.
Τα παιδιά τραγουδούν τα κάλαντα των Θεοφανίων:
«Σήμερα τα Φώτα κι ο φωτισμός
Κουρ’ της κυράς μας της Παναγίας
Κα’ στον Ιορδάνη ντο μποταμό
Κανταν η Κερά μας η Παναγιά
Λίβανο βαστούσε, κερί κρατει
Και τον Αι Γιάννη παρακαλεί
Αι Γιάννη αφέντη και βαπτιστά
Δύνασαι βαπτίσεις Θεού Παιδί;
Δύναμαι και σώνω και προσκυνώ
Δια να βαπτίσω Θεού Υιον
Δια να ανέβει πανου στον ουρανό
Να μαζέψει δρόσο και Λίβανο
Να φωτίσουν οι κάμποι και τα νερά
Να δροσιστεί κι ο αφέντης με την νερά»
Δ) Πασχαλινά έθιμα
Τα πασχαλινά έθιμα αρχίζουν το Σάββατο του Λάζαρου. Ο φτωχολαζαρος είναι μια εξαιρετικά συμπαθητική θρησκευτική μορφή για τον ελληνικό λαό. Η παραμονή του στον Κάτω Κόσμο συγκίνησε ιδιαίτερα τον σκλαβωμένη ραγιά, που στην καθημερινή του ζωή έβλεπε τον χάρο με τα μάτια του στο πρόσωπο του κατακτητή. Την Μεγάλη Εβδομάδα σε πολλές περιοχές της πατρίδας μας κάνουν τριήμερο, δηλαδή νηστεύουν τις τρεις πρώτες μέρες. Το έθιμο αυτό το τηρούν κυρίως τα κορίτσια, γιατί πιστεύουν «νηστικής καρδιάς πιάνει η ευχή» κι έτσι ελπίζουν να βρουν γαμπρό. Την τελευταία βραδιά για να ονειρευτούν ποιον θα πάρουν βάζουν κάτω από το μαξιλάρι τους «χαρμυροκούλουρα». Οι μόνες δουλειές που επιτρέπονται τη Μεγάλη Εβδομάδα είναι το καθάρισμα του σπιτιού, το μαγείρεμα, το βράσιμο των αυγών και το ζύμωμα. Την Μ. Τετάρτη γίνεται το ευχέλαιο στην εκκλησία και σε πολλά σπίτια. Ο παπάς ευλογεί τα αυγά και το αλεύρι. Επίσης παρασκευάζεται και το προζύμι για τα κουλούρια. Την Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα αυγά φύλλα αμυγδαλιάς και κίτρινα αυγά. Ακόμη, κρεμούσαν από το παράθυρο ένα πανί βαμμένο κόκκινο, το γνωστό με την επωνυμία «κοκκινοπεφτιάτικη». Επίσης, κρατούσαν τη μπογιά σαράντα μέρες επειδή πίστευαν πως είναι του Χριστού το αίμα. Αν υπήρχε αυγό από μαύρη κότα το έβαφαν πρώτο και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Όποτε έπιανε μπόρα, το χρησιμοποιούσαν μαζί με πυροστιά που έβαζαν ανάποδα στην αυλή για ν’ αποδιώξουν το χαλάζι. Σταυρώνοντας την πυροστιά έλεγαν την ακόλουθη ευχή: Να πάει στα άγρια βουνά στα άκαρπα τα δέντρα, άνθρωπος που δεν πατεί και άνθρωπος που δεν λαλεί. Με αυτό το αυγό σταύρωνε επίσης η νοικοκυρά τα μέλη της οικογένειας της λέγοντας «κόκκινο αυγό, κόκκινα μάγουλα». Την μεγάλη Παρασκευή ο λαός μας συμμετέχει στο δράμα του Θεανθρώπου. Στην Θράκη οι γυναίκες τα παλιά χρόνια ντύνονταν με σκούρα χρώματα. Το πρωί τα κορίτσια στολίζουν τους επιταφίους με λουλούδια και τσεβρέδες. Αφού διαβάζονταν οι Ώρες, κατά τη διάρκεια του Εσπερινού κατέβαζαν τον Χριστό από τον Σταυρό, τον τυλιγαν με σεντόνι, τον πήγαιναν στο ιερό βήμα και με ψαλμωδίες μετέφεραν τον επιτάφιο και τον τοποθετούσαν μπροστά στο κουβούκλιο. Πρώτα προσκυνούσαν οι άντρες και ακολουθούσαν οι γυναίκες. Τα παιδιά περνούσαν τρεις φορές κάτω από τον επιτάφιο για να είναι γερά. Όλη την ημέρα οι γυναίκες φύλαγαν τον επιτάφιο. Έγραφαν και τα ονόματα ζωντανών και πεθαμένων που θα μνημόνευε ο παπάς. Κατά την περιφορά, τον επιτάφιο πλαισίωναν οι κοπέλες που τραγουδούσαν τα πάθη του Χριστού:
«Κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Χριστού τον Τάφο
Εκεί δεντρί δεν ήτανε, δεντρί ξεφανερώνει.
Το δέντρο ήτανε ο Χριστός, η ρίζα η Παναγία
Οι κλώνοι που έπεφταν ήταν οι μάρτυρες
Που μαρτυρούσαν κι έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.»
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου ζύμωναν τσουρέκια και τα έτρωγαν αντί για ψωμί. Επίσης ζύμωναν και μια «Πασχαλιά», κουλούρα με σταυρό στη μέση, που την έβαζαν στο εικονοστάσι. Οι μανές ζύμωναν ακόμη κούκλες και καλαθάκια με σκελετό από βάγια, που έβαζαν ένα αυγό. Την Κυριακή του Πάσχα στις δύο το πρωί έβγαινε ο καντηλανάφτης με την κουδούνα (δύο ξύλα που τα χτυπούσε δυνατά) και καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία. Το Χριστός Ανέστη το έλεγε ο παπάς στον αυλόγυρο. Μετά έμπαιναν πάλι όλοι μέσα στην εκκλησία. Ενώ γινόταν η απόλυση κόντευε να ξημερώσει κι ήταν γραφικό να βλέπει κανείς να φωτίζονται οι δρόμοι από τα αμέτρητα κεράκια. Μόλις έμπαιναν στο σπίτι αλληλοασπαζονταν λέγοντας την ευχή Χριστός Ανέστη, τσουγκρίζοντας τα κόκκινα αυγά, «ξεβούλωναν» το στόμα τους με αυγό, έπιναν γάλα, έτρωγαν τσουρέκι με κασέρι και όποιος ήθελε έτρωγε και μαγειρίτσα. Το μεσημέρι έτρωγαν αρνί στη σούβλα ή ψητό με πατάτες, «σαρμαδες», μηλίνες κα. Ο ειδικός εξέταζε τα σημάδια της ωμοπλάτης. Μετά κοιμούνταν λίγο «αγόραζαν τον ύπνο ως τ’ Άη Γιωργιού που τον πουλούσαν». Όσοι ήθελαν πήγαιναν και στην δεύτερη Ανάσταση. Σε όλη την Θράκη το «παντεσπάνι» ήταν το πασχαλιάτικο γλυκό.
Ε. Αποκριάτικα εθιμα – Καθαρά Δευτέρα
Στη Θράκη γλεντούσανε πολύ στις αποκριές. Κατά τις τρεις εβδομάδες του Τριωδίου ξεχνούσαν τα βάσανα της καθημερινής ζωής και ξεφάντωναν με χορούς και αποκριάτικα τραγούδια όπως: « Έχασα τη γυναίκα μου με την τριχιά δεμένη και όποιος την εύρει χάρισμα τ’ μα την τριχιά να φέρει. Έχασα την γυναίκα μου από ‘ιψες το βράδυ κι όποιος τη βρει να τη χαρεί γιατί θα πάρω άλλη».
Την πρώτη βδομάδα που ο λαός μας αποκαλεί «προφωνή», κάθε οικογένεια προμηθευόταν το σφαχτό της. Την εβδομάδα αυτή τη λέγανε και «αμολυτή» ή «απόλυτη» γιατί κατά την λαϊκή δοξασία απολύονται οι ψυχές των πεθαμένων κι έρχονται στον Απάνω κόσμο. Η δεύτερη εβδομάδα είναι η «κρεατινή» και η τρίτη η «τυρινή η μακαρονού». Ονομάστηκε έτσι γιατί εκτός από τα κόλλυβα στις «μακαριές» προσέφεραν στους νεκρούς και ζυμαρικά που από την λέξη «μακαία» ονομάστηκαν «μακαρόνια». Η καθαρή Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της μεγάλης Σαρακοστής, γι αυτό ο λαός την αποκαλεί «πρωτονηστισιμη» Δευτέρα ή «αρχιδευτέρα». Πολλές γυναίκες κρατούν τριήμερο, δηλαδή ούτε τρώνε ούτε πίνουν. Όσες δεν μπορούσαν να κρατήσουν ολόκληροι το τριήμερο βαστούσαν το μισό. Κάθε μέρα μετά το Μεγάλο Απόδειπνο έτρωγαν «κεντινό» (απογευματινή), δηλαδή έτρωγαν μια φέτα ψωμί κι έπιναν καφέ κι ένα ποτήρι νερό. Οποία δεν άντεχε τόση σκληρή νηστεία έπρεπε να φάει, γιατί ήταν μεγάλη αμαρτία να λιποθυμήσει από την πείνα. Όσοι δεν κρατούσαν τριήμερο, την καθαρή Δευτέρα έτρωγαν όσπρια αλάδωτα, ελιές, ταραμά, στρείδια, μύδια, αυγοτάραχο, χουβιάρι, χαλβά, μέλι κα. Αν ήταν καλός ο καιρός πήγαιναν στην εξοχή με τα καλάθια και τις μπουκάλες. Ξάπλωναν στο γρασίδι, δοκίμαζαν τους νηστίσιμους μεζέδες κι έπιναν κρασί. Με την Καθαρά Δεύτερα τελειώνουν τα αποκριάτικα γλέντια κι αρχίζει η Σαρακοστή με τις πολυήμερες νηστείες που την κρατούσαν πίστα οι πρόγονοι μας. Τότε που δεν υπήρχαν ημερολόγια οι μάνες έπαιρναν ένα κομμάτι χαρτί, σχεδίαζαν την Κυρά Σαρακοστή χωρίς στόμα, αφού ήταν νηστεία, με Σταυρωμένα χέρια για τις πολλές προσευχές κι επτά πόδια. Κάθε εβδομάδα έκοβαν και ένα πόδι. Το Μ. Σάββατο κοβόταν και το τελευταίο. Η μελαγχολική Κυρά Σαρακοστή φεύγει και τη διαδέχεται η πασχαλινή χαρά.