Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΠΛΑΤΗΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Α) Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

Τότε κανένας δεν έλεγε ότι νηστεύει, αλλά ότι κρατάει την Σαρακοστή. Δηλαδή τη νηστεία την ονομάζουμε σαρακοστή. Δεν κάναμε κάτι διαφορετικό από αυτά που ο κόσμος σήμερα στη Σαρακοστή. Νήστευαν όλοι όμως αυστηρά και για όλη τη σαρακοστή. Όχι όπως κάνουμε τώρα που νηστεύουμε μια εβδομάδα, αλλά ολόκληρη τη σαρακοστή.

Β) Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)

Μετά τη νηστεία που σταματούσε, πηγαίναμε όλη στην εκκλησία να κοινωνήσουμε. Όταν γυρνούσαμε, σφάζαμε το γουρούνι και το αφήναμε τρεις μέρες για να στραγγίξει. Την τρίτη μέρα ξεκινούσαμε και φτιάχναμε καβουρμά, λουκάνικα και παστά. Την πρώτη μέρα κάναμε το φαγητό μας, αν και συχνά το είχαμε έτοιμο από το προηγούμενο βράδυ. Αυτό το φαγητό το φτιάχναμε σε μια χωμάτινη κατσαρόλα και ήταν κρέας με κρεμμύδια, σκόρδα και το ονομάζαμε καπαμά. Ακόμη την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, θυμιάζαμε τα νηστίσιμα φαγητά. Κάναμε ένα ψωμί που λεγόταν Χριστόψωμο και σαραγλί με σουσάμι. Αυτά μαζί με σκόρδα, κρεμμύδια, κρασιά και άλλα νηστίσιμα τα βάζαμε στο τραπέζι. Μετά ο άντρας έπαιρνε μια κεραμίδα, βάζαμε πάνω κάρβουνα και θυμίαμα και έτσι θυμιατίζαμε. Πρώτα πήγαινε στην εικόνα της Παναγίας και ύστερα στο τραπέζι για να θυμιατίσει και τα νηστίσιμα. Μετά το πήγαινε στον καθένα απ’ την οικογένεια, έκανε αυτός τρεις φορές με το χέρι του κατά πάνω του τον καπνό και μετά έκανε τον σταυρό του. Έτσι θυμιατίζαμε την παραμονή των Χριστουγέννων. Το μόνο φαγητό που βάζαμε πάνω στο τραπέζι για να το θυμιατίσουμε ήταν η φασολάδα. Αντίθετα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς που ξαναθυμιατιζαμε έχουμε και κρέατα πάνω στο τραπέζι. (Πληροφορητής: Δερνεκτσή Μαρία)

Απόκριες

Όπως και τώρα έτσι και τότε ντύνονταν καρναβάλια και γυρνούσαν στα σπίτια. Οι άντρες ντύνονταν με γυναίκειες φορεσιές ενώ οι γυναίκες με αντρικές φορεσιές. Σε άλλα σπίτια τους έδιωχναν σε άλλα τους έβαζαν μέσα. Σε όσα σπίτια έμπαιναν μέσα ζητούσαν κέρασμα. Το κέρασμα που έδιναν πάντα, ήταν οι κουραμπιέδες, δεν έδιναν αλλά κεράσματα στα καρναβάλια. Ανήμερα της Αποκριάς όλοι μαζί πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία. Μετά γυρνούσαν σπίτι έτρωγαν για μεσημέρι και το απόγευμα ετοιμαζόταν και πήγαιναν στην πλατεία που είχε γλέντια. Το βράδυ ο κουμπάρος έπαιρνε ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινε στο σπίτι του κουμπάρου του για να γλεντήσουν εκεί, μαζί με τις οικογένειες τους. Όταν έφταναν, έλεγαν σχωρεμένα, δηλαδή ότι είπαν και αν μάλωσαν όλο το χρόνο, από εκείνο το βράδυ το συγχωρούσαν και το ξεχνούσαν. Οι μικρότεροι όταν ήταν χωριστά από τις μάνες και τις πεθερές το νοικοκυριό πήγαιναν εκεί για να γλεντήσουν. Κρεμούσαν κι ένα αυγό απ το ταβάνι και όποιος το δάγκωνε, εκείνος το έτρωγε. Ύστερα έτρωγαν όλοι μαζι στο τραπέζι, που αυτό το βράδυ είχε πολλά κρέατα και λίγα από τα άλλα φαγητά (Πληροφορητής: Δερνεκτσή Μαρία)

Κινητές εορτές (σαρακοστή, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή)

Τη σαρακοστή του Πάσχα όλοι ήταν στα χωράφια, ασχολούνταν με τις δουλειές τους. Πάλι όμως νήστευαν, αλλά τώρα νήστευαν εξήντα μέρες για το Πάσχα και όχι σαράντα όπως έκαναν για τα Χριστούγεννα.

Μία βδομάδα πριν το Πάσχα κάναμε ένα έθιμο που το έλεγαν βάγια. Τα κορίτσια έπαιρναν από τον αργαλειό ένα εξάρτημα στρογγυλό που το έλεγαν αντἰρι. Πάνω σε αυτό ζωγράφιζαν ματιά, μύτη, στόμα, μαλλιά και του κρεμούσαν και μια βάγια, ένα κλαδάκι. Έβαζαν και ξύλα για χέρια και πόδια και το έντυναν με γυναικείες φορεσιές. Στην αρχή την έπαιρνε ένα κορίτσι και τα άλλα την ακολουθούσαν και την πήγαινε στην εκκλησία. Από εκεί μετά άρχιζε να τη γυρίζει σε όλο το χωριό, από σπίτι σε σπίτι. Έτσι μάζευαν από τα σπίτια που πήγαιναν, πλιγούρι, αλεύρι και όταν τέλειωναν όλο το χωριό, επειδή τότε τα λεφτά ήταν πολύ λίγα, πήγαιναν σε ένα σπίτι ότι είχαν μαζέψει απ το βαγιό, τη Βάγια, όπως έλεγαν το έθιμο και την κούκλα και περίμεναν να μαζευτούν όλες μαζί οι μάνες τους σε εκείνο το σπίτι. Όταν μαζεύονταν όλες, έπαιρναν τα υλικά και ξεκινούσαν και έφτιαχναν κάτι πίτες, που τις ονόμαζαν μπουγάτσες, έφτιαχναν και το μπουρμά όπως έλεγαν αλλιώς τα μπουγιανίκια, καλούσαν όλο το χωριό και έρχονταν όλοι μαζί εκεί και έτρωγαν. Ύστερα άρχιζαν οι χαιρετισμοί. Για μια εβδομάδα, κάθε βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία και μετά ερχόταν η μεγάλη Πέμπτη που έβαφαν τα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή έκαναν τις Πασχαλιές, δηλαδή ψωμιά που είχαν πάνω πέντε κόκκινα αυγά. Το μεγάλο Σάββατο έκαναν την Ανάσταση στην εκκλησία και την Κυριακή του Πάσχα το πρωί πήγαιναν πάλι στην εκκλησία. Μετά, όταν γυρνούσα σπίτι όπου έσφαζαν τα αρνιά, τα έβαζαν στον φούρνο, τα έψηναν, γλεντούσαν, έτρωγαν, έπιναν και χορεύαν.

Ακίνητες εορτές της άνοιξης

Στις ακίνητες γιορτές της άνοιξης, επειδή είχε και καλό καιρό, σε όλα τα χωριά, ανάλογα ποιον άγιο είχαν προστάτη, όταν αυτός γιόρταζε, γίνονταν πανηγύρια. Από το δικό μας χωριό πήγαιναν στα διπλανά χωριά στα πανηγύρια και του Άη Γιώργη που γιόρταζε το δικό μας χωριό, έρχονταν από τα γειτονικά σε μας, για το δικό μας πανηγύρι. Αλλά ο κόσμος πιο πολύ πήγαινε στα πανηγύρια γιατί είχαν φαγητό και υπήρχε μεγάλη πείνα.

Γιορτές του καλοκαιριού

Το Δεκαπενταύγουστο νηστεύαμε πάλι για δεκαπέντε μέρες. Το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία και από εκεί οποίος γιόρταζε, καλούσε φίλους και συγγενείς στο σπίτι για να κεράσει καφέ. Το απόγευμα επειδή τότε ο κόσμος έβγαινε πολύ γινόταν γλέντι στο χωριό που κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ.

Γιορτές του Φθινοπώρου ως την εορτή του Αγίου Φιλίππου

Η μόνη γιορτή που ξέραμε ήταν του Σταυρού, αλλά δεν τη γιορτάζαμε πολύ, επειδή τότε ξεκινούσε η σπορά και όλοι οι άντρες ήταν στα χωράφια. Οι γυναίκες πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά πηγαίναμε στο σπίτι κάποιας που γιόρταζε να μας κεράσει καφέ.  (Πληροφορητής: Δερνεκτσή Μαρία) 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
1841
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Βαρτζίδης
Όνομα
Γεώργιος