Τελετουργίες από Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΣΑΚΚΟΣ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου.
Χριστούγεννα: Την παραμονή των Χριστουγέννων σφάζαμε το γουρούνι, αφού προηγουμένως η νοικοκυρά θύμιαζε το μέρος εκείνο και το ίδιο το γουρουνόπουλο. Στο μέτωπο των μικρών παιδιών βάζουμε από μια σφραγίδα με αίμα για να έχουν, καθώς λέγαμε την υγεία τους. Τα εντόσθια του γουρουνιού τα γεμίζαμε με ρύζι, συκώτι και μπαχαρικά. Κάναμε τους λεγόμενους μπαμπαδες. Το βράδυ στο τραπέζι έπρεπε να υπάρχουν εννέα ειδών φαγητά: 1) το Χριστόψωμο που συμβόλιζε το σώμα του Χριστού, 2) καρπούζι που συμβόλιζε το αίμα του Χριστού, 3) κρεμμύδι, 4) πράσο, 5) πιπεριά που συμβόλιζε τη νηστεία, 6) μήλο, 7) πορτοκαλί, 8) λεμόνι που συμβόλιζε την λιτότητα, 9) σαραγλί το οποίο συμβόλιζε την γλυκιά γλώσσα του Χριστού.
Την ημέρα των Χριστουγέννων τα παλικάρια του χωριού έκαμναν τον μπαμπαλιάρη ή μπομποσιάρη, όπως τον λέγαμε στο χωριό. Ένα παλικάρι το ντύναμε με μια μακριά γούνα, με το μαλλί προς τα έξω. Στο κεφάλι έβαζε μια κατσαρόλα με σαρίκι, το πρόσωπό του το κάναμε με το κάρβουνο κατάμαυρο, στη μέση του βάζαμε μια τριχιά όπου κρεμούσαν με κουδούνια και στο χέρι του κρατούσε ένα ρόπαλο χονδρό.
Ένα άλλο παλικάρι το ντύναμε γυναίκα, με παλιά φορέματα, τα λεγόμενα τιρλίκια. στο κεφάλι είχε μαύρο τσεμπέρι, τεχνητές πλεξούδες, χάνδρες, βραχιόλια για και ένα μικρό μαντηλάκι με το οποίο θα χόρευε το θρακιώτικο συγκαθιστό. Αυτούς τους συνόδευαν μουσικά όργανα. Ένας άλλος κρατούσε καλάθι για το κρέας, άλλος δισκάκι για το αλεύρι και άλλος έναν κουμπαρά για τα λεφτά. Όσα παλικάρια συμμετείχαν σε αυτήν την εκδήλωση, στο αριστερό μέρος του προσώπου τους έκαναν ένα σημάδι με κόκκινη μπογιά.
Με αυτό μας το έθιμο κάναμε αναπαράσταση της φυγής του Ιωσήφ και της Παρθένου Μαρίας, όταν ο Ηρώδης είχε διατάξει την σφαγή των αρρένων παιδιών μέχρι 2 ετών. Παίζοντας η γκάιντα και χορεύοντας ο μπαμπαλιάρης με τη νύφη, γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού χωρίς να αφήσουν κανένα. Όλοι τους περιμέναμε με χαρά και τους ετοιμάζαμε δίφραγκο, τάλιρο, κρέας, ψωμί ή λίγο αλεύρι. Και όταν τελείωναν έστηναν χορό στην πλατεία του χωριού. Μετά άλλαζαν ρούχα, έβαζαν τα καλά τους και το έστρωναν στο χώρο. Πρώτη έσερναν το χορό τα παλικάρια και τις τρεις μέρες των Χριστουγέννων.
Τοτολίδου Σεβαστή (η θεία μου)
Πρωτοχρονιά: το βράδυ της παραμονής ακόμα όλοι οι άνδρες ετοιμάζονταν να παίξουν χαρτιά για το γούρι της χρονιάς. Έπαιζαν σχεδόν όλοι. Διότι πολλοί νομίζουν ότι αυτό επιβάλλεται και ότι αν δεν έπαιζαν θα θύμωνε μαζί τους ο Αϊ Βασίλης. Πολλούς τους παρότρυναν οι γυναίκες τους να δοκιμάσουν την τύχη τους και να μην τσιγκουνευτούν τα λεφτά τους. Μέχρι το 1950 ο κόσμος έπαιζε την βραδιά αυτή με δραχμούλες μόνο για να δοκιμάσει την τύχη του. Μετά όμως το 1950 τα πράγματα άλλαξαν και μέχρι σήμερα ο κόσμος δεν παίζει πια με δραχμούλες. Την βασιλόπιτα της ζυμώναμε για την ψήναμε το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Νύχτα ακόμα σηκωνόταν η κάθε νοικοκυρά για να κάνει την πίτα με τη δραχμή. Μέσα στην πίτα βάζαμε και διάφορα άλλα δώρα για το κάθε μέλος της οικογένειας και για το σπίτι και τον Χριστό.
Αυτά που βάζαμε στην πίτα ήταν ένα κομμάτι σανίδας που συμβόλιζε το σπίτι, ένα κομμάτι βελανιδιάς που συμβόλιζε τα πρόβατα, ένα κομμάτι άχυρο τα ζώα.
Μετά την εκκλησία όλη η οικογένεια συγκεντρωνόταν γύρω από το τραπέζι και στη μέση η πίτα. Ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε την πίτα σε τεμάχια που έδειχναν το σημάδι του κάθε δώρου. Το πρώτο του χριστού, το δεύτερο του σπιτιού, μετά του παππού, γιαγιας, πατέρα, μητέρα, μεγαλύτερου παιδιού και στη συνέχεια των μικρότερων. Στο κάθε κομμάτι που κοβόταν βρίσκαμε το δώρο και μετά συνεχίζαμε για το δεύτερο. Μεγάλη ήταν η χαρά αν η δραχμή έπεφτε στον πατέρα, που ήταν και ο αρχηγός της οικογένειας. Σε λίγο έβγαιναν οι άνδρες πήγαιναν στα καφενεία, οι γυναίκες στην πλατεία και άρχιζαν να συζητούν για τους τυχερούς της ημέρας. Όσο για το ποδαρικό συνεχίζει και μέχρι σήμερα.
Την ημέρα αυτή σαν φαγητό είχε καθιερωθεί γουρουνίσιο κεφάλι. Ειδικά μαγειρεύαμε το πρόσωπο με την γλώσσα, την ουρά και τα πόδια.
Μετά το 1950, οι πίτες άρχισαν να αντικαθιστούνται από γλυκά τύπου τσουρεκιού Και να καθιερώνονται οι επισκέψεις στους εορτάζοντες. Από αυτήν την εποχή άρχισαν και τα μικρά παιδιά να ξυπνούν το πρωί της Πρωτοχρονιάς για να αναζητούν μέσα στα παπούτσια τους τα δώρα του Αϊ Βασίλη.
Πανταζίδου Ευαγγελία (η νονά μου – πρόεδρος συλλόγου γυναικών Σάκκου)
ΤΑ ΦΩΤΑ.
Παραμονή των φώτων, όλες οι νοικοκυρές σηκωνόμασταν πολύ πρωί για να συγυρίσουμε το σπίτι. Θα περνούσε ο παπάς να ευλογήσει το σπίτι, τους στάβλους και τις αποθήκες. Έπρεπε λοιπόν να τα βρει όλα καθαρά. Αν πάγωναν τα νερά από έριχναν το Σταυρό σήμαινε πως όλη τη χρονιά θα έχουμε υγεία και καλή σοδειά.
Την ημέρα των φώτων όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά θα πηγαίναμε να δούμε ποιος θα έβρισκε το Σταυρό. Ο σταυρός ήταν ένας μικρός ασημένιος. Σταύρος και νονός της χρονιάς ήταν αυτός που τον έβρισκε την προηγούμενη χρονιά. Ο νονός ετοίμαζε μια μεγάλη πίτα και η εκκλησιαστική επιτροπή τεμάχιζε την πίτα σε μικρά κομματάκια αφού προηγουμένως έβαζε σε ένα κομμάτι το Σταυρουδάκι.
Μετά το πέρας της εκκλησίας αφού περνάμε το αντίδωρο, περνούσε ο καθένας και έπαιρνε ένα κομματάκι πίτα. Σε όποιον έπεφτε το σταυρουδάκι αυτός γινόταν ο νονός της καινούργιας χρονιάς και κρατούσε το Σταυρουδάκι όλο τον χρόνο στο εικονοστάσιο του σπιτιού του. Μετά ο νονός πήγαινε στο καφενείο και κερνούσε όλους τους παρευρισκόμενους. Αυτοί με τη σειρά τους του έδιναν τις ευχές τους. Μέχρι το 1940 αυτός που έβρισκε τον σταυρό εκτός από το κέρασμα έκανε και στο σπίτι του τραπέζι. Και σαν φαγητό ήταν καθιερωμένος ο γουρουνίσιος πατσάς.
Τοτολίδου Σεβαστή (η θεία μου)
ΑΠΟΚΡΙΕΣ.
Μέχρι το 1940 καρναβάλι δεν γινόταν ούτε στο Μ. Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης ούτε και αργότερα στον Σάκκο. μετά το 1940 τα παιδιά άρχισαν σποραδικά να ντύνονται καρναβάλια.
Αξέχαστο έμεινε το καρναβάλι του 1964. Έκαναν μια αρκούδα με μεγάλη επιτυχία που δεν ξεχώριζε από την αληθινή. Επίσης μια ομάδα ολμιστών με τους όλμους τους, τις οβίδες τους έχοντας επικεφαλής έναν ανθυπολοχαγό και ένα-δύο αλλά καρναβάλια, ανεβασμένα επάνω σε πλατφόρμα γυρίζουν το χωριό.
Την Κυριακή της αποκριάς δεν την πρόσεχαν ακόμα και μέχρι σήμερα. Σαν αποκριές το χωριό ήξερε την Κυριακή της Τυρίνης, που γινόταν και όλες οι εκδηλώσεις. Το βράδυ της Κυριακής αυτής το κάθε σπίτι ετοιμαζόταν από νωρίς. Ο αρχηγός της οικογένειας καθόταν στην καλύτερη γωνιακή θέση και περίμενε τους επισκέπτες συγγενείς του. Φαγητά κυρίως ήταν τυρόπιτες, τις οποίες στο χωριό τις λέγαμε λιακρουάρ. ασφαλώς ήταν και ο ψητός κόκορας.
Εάν στο σπίτι υπήρχε γέρος ή γριά, όποιος ερχόταν να επισκεφθεί το σπίτι τους έδινε και αυτό ένα πορτοκάλι. Στα μικρά παιδιά προσφέραμε καρύδια. Οι επισκέψεις αρχίζουν από πολύ νωρίς και οι μικρότεροι πηγαίνουν στους μεγαλύτερους για να συγχωρέσει ο ένας τον άλλον, όπως λέγαμε.
Μέχρι σήμερα, τα πορτοκάλια και τα καρύδια είναι από τα καλύτερα αποκριάτικα δώρα.
Πανταζίδου Ευαγγελία (η νονά μου – πρόεδρος συλλόγου γυναικών Σάκκου)
ΠΑΣΧΑ.
Το Πάσχα δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Την Μεγάλη Πέμπτη βάφουμε τα αυγά και κάθε πέμπτη μέχρι την Πεντηκοστή δεν τα ζεύαμε τα ζώα μην τυχόν για το καλοκαίρι το χαλάζι χτυπούσε τα σπαρτά. Τις τρεις μέρες ο κόσμος χόρευε και γλεντούσε.
Τοτολίδου Σεβαστή (η θεία μου)
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Απαραιτήτως πλούσιος ή φτωχός έπρεπε να προμηθευτεί με αρνί. Το έσφαζαν αφού προηγουμένως η σπιτονοικοκυρά το θύμιαζε. Παλαιότερα πολλές γυναίκες μαζί, ανάβαμε έναν φούρνο από την παραμονή. Βάζαμε όλα τα αρνιά για να ψηθούν. Μόλις κοκκίνιζαν αυτά, κλείναμε τον φούρνο με λάσπη για τον ανοίγαμε την δεύτερη μέρα, μετά το τέλος της εκκλησίας. Τότε η κάθε μία έπαιρνε το ταψί της, έβαζε πάνω στο αρνί ένα πράσινο κλωνάρι και πήγαινε σπίτι.
Επίσης την παραμονή του Αγίου Γεωργίου τρεις κοπέλες, αμίλητες, πήγαιναν σε τρεις βρύσες για να πάρουν νερό. Μπροστά πήγαινε ο κουβάς και ακολουθούσαν οι άλλες δύο. Εάν ήθελαν να πουν κάτι συνεννοούνταν με νοήματα. Δεν έπρεπε ακόμα να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω. Πολλές για να τις πειράξουν έκαναν τους σκύλους για να γυρίσουν να δουν αλλά αυτές τίποτα. Ήδη στη βρύση στέλναμε τις πιο διαλεχτές της παρέας, ειδικά η τελευταία ήταν και η καλύτερη. Αν τύχαινε να γελάσει καμία έπρεπε να αρχίσουν από την αρχή. Το νερό που έφερναν οι κοπέλες το έριχναν μέσα σε ένα τσουκάλι και το σκέπαζαν με κόκκινο πανί. μετά, κορίτσια και αγόρια ανασηκώνοντας το πανί έριχναν μέσα διάφορα αντικείμενα. Την άλλη μέρα μετά την εκκλησία για το τραπέζι μαζευόμασταν όλοι στην πλατεία ή σε κανένα σταυροδρόμι, σκεπάζαμε πάλι το τσουκάλι με κόκκινο πανί, βάζαμε ένα μικρό κοριτσάκι και τραβούσε μέσα από το τσουκάλι ένα - ένα αντικείμενο. Όποιου ήταν το αντικείμενο του λέγαμε τι τραγούδι να πει. Σε πολλά τραγούδια τύχαινε να αναφέρεται το όνομά του αγαπημένου ή της αγαπημένης του ατόμου που έλεγε το τραγούδι ή το στιχάκι. Αυτό σχολιαζόταν στο χωριό, ακόμα ο Άι Γιώργης συμφωνούσε να παρθεί αυτό το ζευγάρι.
Την ημέρα αυτή ο κάθε γεωργός πήγαινε να δει τα σπαρτά του, διότι σήμερα λέγαμε ότι το χωράφι έδειχνε αν θα ήταν εύφορο ή όχι. Τα τραγούδια του τσουκαλιού διατηρήθηκαν μέχρι το 1940 και σποραδικά μέχρι το 1950. Σήμερα όλα έχουν ξεχαστεί.
Πανταζίδου Ευαγγελία (η νονά μου – πρόεδρος συλλόγου γυναικών Σάκκου)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ.
Την παραμονή της Πεντηκοστής, το Σάββατο το βράδυ μόλις βασίλευε ο ήλιος, δύο άνδρες βγάζανε από το πηγάδι του μαχαλά τους νερό και αυτό γινόταν σε κάθε πηγάδι του χωριού. Αδειάζουμε από το πηγάδι 40 κουβάδια νερό πάντα αμίλητοι, μετά σκέπαζαν το πηγάδι με ένα κόκκινο πανί και αγρυπνούσαν όλη νύχτα δίπλα στο πηγάδι μέχρι και που να σχολούσε η εκκλησία. Μετά μαζευόμασταν εμείς οι γυναίκες, βγάζαμε το πανί και με ένα μεγάλο καθρέπτη κοιτάζαμε στο πηγάδι μέσα. Και στον καθρέπτη που βλέπαμε μέσα στο πηγάδι, διακρίναμε τους πεθαμένους του χωριού που ξανά κατέβαιναν στον Άδη. Λέγαμε ότι από την στιγμή της Ανάστασης του Χριστού, όλοι οι πεθαμένοι γύριζαν έξω χωρίς να τους δούμε.
Κλάματα και τσιρίγματα, σπρωξίματα ποιος να πλησιάσει στο πηγάδι. Οι πιο ατσίδες που ήταν όλη την ώρα δίπλα στον καθρέπτη, δηλαδή μέχρι τις 12 η ώρα το μεσημέρι που κλείνανε οι πόρτες του Άδη είχαν να διηγηθούν ποιους και ποιες είδαν. Στο Σάκκο αυτό συνεχίστηκε μέχρι το 1940.
Στον Σάκκο ο κόσμος πίστευε στα φαντάσματα. Αρκετοί και μέχρι το 1930.
Πολλές φορές πολλοί διηγούνταν για νυχτερινά φαντάσματα, όπως κάποιον τα μεσάνυχτα μια γίδα του είχε μιλήσει και τον είχε κυνηγήσει μέχρι το τάδε πηγάδι που τελικά έχει μπει η γίδα μέσα. Άλλος κριάρι, άλλος αρκούδα και οι υπόλοιποι τα ακούγαμε και σταυροκοπιόμασταν.
Τοτολίδου Σεβαστή (η θεία μου)
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ.
Μέχρι το 1940 την ημέρα αυτή δεν ζεύαμε ζώα. Επειδή η πρωτομαγιά ήταν εργατική όπως και τα ζώα. Εάν κάποιος έζεγνε ζώα τότε τιμωρούνταν με χαλάζι, λέγαμε. Το πρωί της πρωτομαγιάς με την κοπριά του ζώου, κάναμε Σταυρό, τον βάζαμε σε κάθε ζώο και ένα Σταυρό βάζαμε στην πόρτα του στάβλου πήγε στον αχυρώνα. Για να φέρει περισσότερο γούρι βάζαμε ένα Σταυρό και στην πόρτα του σπιτιού. Σήμερα στο χωριό μας η ημέρα αυτή περνάει απαρατήρητη, επειδή είναι η εποχή της σποράς (καλαμπόκι, πατάτα). Κάπου κάπου κανένας γλεντζές έβαζε στο αμάξι του ή μπροστά στο ζυγό κανένα κλωνάρι πράσινο που συμβόλιζε την εργατική πρωτομαγιά. Το πρωί η νοικοκυρά πριν φύγει για το χωράφι κρεμούσε στην πόρτα του σπιτιού της ένα κλωνάρι πράσινο που συμβόλιζε την πρωτομαγιά.
Πανταζίδου Ευαγγελία (η νονά μου – πρόεδρος του συλλόγου γυναικών Σάκκου)