Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, ΝΕΑΣ ΣΑΝΤΑΣ, Δ. ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ-ΣΑΠΩΝ
697 Β
Νέα Σάντα νομού Ροδόπης
Τσιλιγκίρη Αικατερίνη- Ειρήνη
Β. Έθιμα λαϊκού εορτολογίου
α) Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
β) Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)
γ) Γιορτές Φεβρουαρίου
δ) Απόκριες
ε) Κινητές εορτές
Πάσχα, Σαρακοστή πριν το Πάσχα.
Μετά το Πάσχα ως της πεντηκοστής.
στ) Γιορτές φθινοπώρου εώς γιορτή του αγίου Φιλίππου
Εμείς οι Σαρακατσάν΄ αλλά κι όλοι οι κάτοικοι του χωριού νήστευαν όλη τη σαρακοστή. Τότες όμως τα παλιά χρόνια δεν νήστευαν μόνο απ΄το φαγητό αλλά κι απ΄όλα τα πράγματα που θεωρούσαν ότι δίνουν χαρά στο κορμί τους περισσότερο παρά στη ψυχή τους. Όλοι περίμεναν τα Χριστούγεννα με μεγάλ΄ ανυπομονησία. Πήγιναν οι άντρες παραμουνές κι έκαμαν τα ψώνια τς. Τα ψώνια ήταν καλούδια, σύκα, στραγάλια, καρύδια, μύγδαλα και τέτοια. Αυτά ήταν τα ψώνια τς. Όσον αφορά τα γλυκά, δεν κάμαν εκείνα τα χρόνια γλυκό. Τα γλυκά τς ήταν πάλι ψωμί, έφτιαναν τη χριστόκλουρα που τη σχεδίαζαν από πάνω μι το πιρούν κι έβαναν κι κουφέτα κι σταφίδες απού πάνω. Μιτά του πινήντα αρχίνησαν οι νοικοκυρές να κάμουν και μελομακάρονο και κουραμπιέδες. Τς παραμονές πήγαιναν μικροί-μεγάλοι κι έλεγαν τα κάλαντα στα σπίτια κι ο νοικοκύρης του σπιτιού τους κέρναγε πορτοκάλια, σταφίδες, καρύδια, καλούδια, δηλαδής κι από καμιά δεκάρα. Ανήμερα τα Χριστούγεννα πήγαινε όλο το χωριό στην εκκλησία απ΄τς πέντε η ώρα το προυί κι μόλις σχόλναγε λέγαν τα χρόνια πουλά κι ευχιόταν ου ένας τουν άλλον. Μόλις πήγαιναν στου σπίτ ο νοικοκύρς του σπιτιού θα 'καμε αρνιά, κατσίκια. Πρώτα- πρώτα θα 'λεγε τα χρόνια πουλλά κι έπαιρνε ένα κλαδάκ πράσινου κι πήγαινε στου τζάκι στη φουτιά, τσιτσίριζε αυτό καθώς καίγουνταν κι έλεγε << Αρνιά, κατσίκια, πρόβατα, γίδια, νυφάδις, γαμπροί κι απ΄όλα τα καλά>>. Κι έπειτα με τη σειρά τς έκαμε το ίδιο όλη η 'κουγένεια. Κι όποιος θα πήγαινε μουσαφίρς στου σπίτι θα καμε αυτή την ίδια δουλειά κι ύστερα θα λεγε τα χρόνια πολλά, θα καθόταν, θα ΄πινε κανένα τσιπουράκι, κανένα κρασάκι. Χοιρινό έφτιαναν τς παραμονές των Χριστουγέννων. Τα έσφαζαν κι έφτιαναν τς μπάμπουρες, έφτιαναν τα πατσά, καβουρμά. Πατσά έκαμαν το κιφάλ, τα πόδια και δεν τα καμαν όπως τώρα νερουλά με ξύδ κι τέτοια, αλλά σαν καβουρμά στιγνό κι τα τρουγαν τα Χριστούγεννα. Τη παραμονή τς Προυτοχρουνιάς πάλι μαζεύουνταν όλα τα πιδιά μαζί, μόνο τα πιδιά όμως, κι πήγαιναν από σπίτ σι σπίτ και λέγαν τα κάλαντα κι ο νοικοκύρς τς έδωνε καλούδια πολλά κι σπάνια και λεφτά. Τη μέρα της παραμονής προυτοχρουνιάς η νοικοκυρά ζύμωνε κι έφτιανε τη βασιλοκλούρα με ψωμί και σχέδια το σταυρό, με σταφίδες και κουφέτα. Πρωί- πρωί έκαιγε καθαρό βούτυρο στο τηγάν και καμε το ψωμί βούκες-βούκες μέχρι που μούσκεψε το ψωμί κι έφτιανε να φάει η οικουγένεια για προυινό μπουτγκβάλα ή αλλιώς μαμαλέγκα. Μέσα στη βασιλοκλούρα έβανε ένα φιλαράκι για τα πρόβατά τς, ένα χαρτάκι για το σπίτι, ένα ξυλαράκι για το χωράφι π.χ και μετά από κάτι παρόμοιο για το Χριστό, την Παναγιά, το ζευγάρ και για όλους κι μιτά βάναν κι το φλουρί, καθόταν όλοι γύρω-γύρω κι έτρουγαν. Κι ο καθένας ότι τύχαινε το παιρνε και το βαζε στα μαλλιά του για να πληθαίνει το κάθε σύμβολο π.χ τα χουράφια, τα ζωντανά, τα πιδιά, η αγάπ για την Παναγία σαν τα μαλλιά. Ύστερα ερχόταν τα Φώτα. Τα Φώτα πρωί-πρωί σκωνόνταν οι νοικοκυρές και έπαιρνε τα εικονίσματα, λίγο βαμβάκι, τον αγιασμό του παπά και λίγο κρεμμύδι. Πήγαιναν στη βρύς και πλέναν τα εικονίσματα για να διώξουν τα καλικαντζάρια που τόσο καιρό τα είχαν μαγαρίσει τα κονίσματα. Πιο μπροστά όμως πήγαιναν όλοι στην εκκλησία και μετά κατέβαινε ο παπάς με τις εικόνες στα χέρια κι από πίσω οι χωριανοί στο πουτάμ δίνουνταν κι εκεί η λειτουργία, άγιαζε ο παπάς τα νερά και πέφταν τα παιδιά να πιάσουν το σταυρό. Όποιος έπιανε το σταυρό τον ευλογούσε ο παπάς και πήγαιναν μαζί στα σπίτια και κάμαν ευχέλαιο. Στου μεταξύ ξέχασα να πω πως την πρωτοχρονιά όποιος τύχαινε το φλουρί έπρεπε να πάει στην εικόνα της Παναγίας να τς τάξει κάτι να΄ανάψει κι ένα κερί. Τις απόκριες μαζευόταν το βράδυ η κάθε νοικοκυρά έφτιανε το φαγητό της, πίτα και μαζευόταν σε κάποιο σπίτι. Αν υπήρχε πεθερά ή πεθερός, όλα τα παιδιά του μαζεύονταν εκεί. Εντωμεταξύ προτού να μαζωχτούν όλοι να παν στη πεθερά, στον παθερό, πηγαίναμε στον νονό, στο θείο, στο μεγαλύτερο κουνιάδο, σ΄ ένα γείτονα που χαμαν πάρε-δώσε και κάναμε μετάνοιες. Ζητούσαμε συγχώρεση κάναμαν μετάνοιες και φιλούσαμε τα χέρια στους μεγαλύτερους. Μετά μαζευόταν στο σπίτι τ΄ αδέλφια, τ΄ ανίψια, τα ΄γγόνια, η πεθερά, ο πεθερός κι ο καθένας με τη σειρά του και ο μικρότερος στο μεγαλύτερο ζητούσε συγχώρεση. Καθόταν τρώγανε καλά-καλά και μετά έπρεπε όλοι να πουν κι από ένα τραγούδι για να μην ψωριάζουν τα κατσίκια τς. Έπαιρναν κι οι γυναίκες το ταψί και το φερναν γύρω με το χερ τρεις φορές κι όποιος φτερνίζουνταν επειδή το΄χαν για κακό, έπρεπε να του τάξουν ένα ζώο, για να φύγει το κακό απ΄ αυτόν και να πάει στο ζωντανό. Μετά όλη τη μέρα κι αργά το βράδυ ντύνουνταν μικροί-μεγάλοι καρναβάλια και γυρνούσαν από δω κι από κει, κάμαν χωρατά κι αστεία, τρόμαζαν ο ένας τον άλλον κι αυτές ήταν οι απόκριες. (Γούλα Στεριανή)
Α! Στεριανή ξέχασες να πεις πως εμείς κάναμαν κι άλλο την πρωτοχρονιά. Ένα παραμύθ λέει πως την προυτοχρονιά η αρκούδα πάει στο ποτάμι και κάνει μπάνιο τ΄αρκουδάκια τς. Γι΄αυτό οι μανάδες σκώνουνταν απ΄τα χαράματα- νύχτα ακόμη και λούζαν ένα-ένα όλα τα παιδιά τς για να προυλάβουν την αρκούδα που έκανε μπάνιο το παιδί τς. (Τσιλιγκίρη Κατερίνα)
Τον Άι- Γιώργη πάλι κάναμαν κουρμπάν. Σφάζαμε ζουντανά κι τρώγαμαν όλοι μαζί, δίναμε και στους φτωχούς, κάναμε τάματα, πίναμαν κρασί και τραγουδούσαμαν όλοι μαζί. Περιμένοντας το Πάσχα πηγαίναμαν κάθε Παρασκευή στους χαιρετισμούς και νηστεύαμε! Το Πάσχα δεν είχαμαν τίπουτα έθιμα και τα γιορτάζαμε όπως και τώρα. Μαγειρίτσα δεν κάναμε. Σφάζαμε όμως κατσίκια και πηγαίναμαν στο μπαλνταράν (τοποθεσία ανάμεσα στα βουνά- έξω απ΄το χωριό) και τρώγαμαν και πίναμαν όλοι μαζί.
Τον δεκαπενταύγουστο πάλι πηγαίναμε στο πανηγύρ στο Γιάσιο (Ιάσιο) εμείς του καλουκαίρ, πνιγούμασταν στη δουλειά και για να μας κάνει ο πατέρας μας να δουλεύουμε πολύ μας έλεγε πως στο πανηγύρι θα μας πάρει ένα παγωτό και ένα αναψυκτικό φιξ και θυμάμαι που μας έλεγε και γελούσαμε <<Σφίξ-φιξ>>. Δηλαδή να σφιχτούμε στη δουλειά για να μας πάρει τον δεκαπενταύγουστο μια πορτοκαλάδα φιξ. ( Δήμος Τσιλιγκίρης)
Την μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία οι κοπέλες ντύνουνταν στα μαύρα και έψελναν τα εγκώμια ενώ έριχναν μύρο στον επιτάφιο. Τον επιτάφιο πάλι όλο το προηγούμενο βράδυ και το πρωί της μεγάλης Πέμπτης μάζευαν λουλούδια που τα κεντούσαν μεταξύ τους και μ΄αυτό στόλιζαν τον επιτάφιο ( Στεριανή Τσαραγλή)