Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, ΝΕΟΥ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

447 Β

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας

      ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙ ΝΟΜΟΥ ΡΟΔΟΠΗΣ

 

Της φοιτήτριας: Βόινου Ειρήνη

Μάθημα: Λαογραφία Ι

Διδάσκων: Μ.Γ.Βαρβούνης

Εξάμηνο: Ε΄

Ακαδημαικό έτος:1999 -2000

Συλλογή λαογραφικού υλικού:  Ιανουάριος 2000

 

Β. ΄Εθιμα του λαϊκού εορτολογίου

α. Η σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα

“Νήστευαν ο κόσμος κ έτρωγαν ζαχαρονέρ', ψωμί, αλάτ και πιπέρ, ελιές, ταραμά. Δεν έπρεπε να φάνε ώσπου να΄ρθουν τα Χριστούγεννα, μέχρι τότε που ελ΄ α παν στην εκκλησία τη νύχτα, να γυρίσνε να βαλ΄το τραπεζ΄ και τότε να φάμ΄πε όλα. Η μάνα΄μ έκανε μηλίνα και δεν τηνέ δοκίμαζε.”

                  Κυράνθη Βόινου

<< Την Παραμονή των Χριστουγέννων μαγειρεύγαμε φασόλια νερόβραστα και βάναμ΄ στο τραπέζ΄λίγο κρασί και ψωμί . Και πέρναμε κ ένα υνί σιδερένιο από αλέτρι και  θυμιάζαμε πας στο υνί κ΄ελεγάμε: “Καλωσήρθ΄ ο αφέντης  ο Χριστός , Καλωσήρθ΄ ο αφέντης ο Χριστός” .Τρώγαμε και τελευταία που έμνησκε μες στο πιάτο λίγα φασόλια και  λίγο ψωμί,  τα βάναμ΄πε κατ΄στο εικονοστάσι και τα δινάμ΄ στο Χριστό να τα φάει>>.

                   Γερακίνα Βρουζέλη

Β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου  - 5 Ιανουαρίου )

 Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά

<<Ερχόταν τα Χριστούγεννα και το βράδ΄π΄ελ΄α  χτυπής΄η καμπάνα αργά το βράδ΄

ελ΄α κοινωνήσμε και μετά να κάτσμε στο τραπέζ΄να φάμε πίτες και  κρέας.

Τ’ Αη – Βασιλιού έπρεπε να βάλμε στο τραπέζι  χρυσά , ένα βραχιόλ΄ ή δαχτυλίδ΄ χρυσό  για να πάει όλος ο χρόνος χωρίς στέρηση.  ΄ Εκανάμ΄ και Χριστόπιτες, βασιλόπιτες  μηλίνες, τυρόπιτες, απ΄όλα .>>

Κυράνθη Βόινου

<<Τα Χριστούγεννα  έσφαζαν τα  γουρούνια. Το τσίρωναν, το έγδερναν, το κρεμούσαν σ΄ένα παλούκι. Το ΄καναν καβουρμάδες, τσουλτσούρδια δηλαδή ζεματούσαν άντερα και τα κρεμούσαν με κλωστή στο τζάκ΄ . Κάναμε πίτες με φύλλα κουκλωτή την έλεγάμ΄, σαρμάδες, τυρόπιτες, απ΄όλα.

Την Παραμονή  των Χριστουγέννων έπαιρνε ένας το νταβούλ΄, ο Γκαλατζιανός  ήτανε και άλλος  τη λύρα, ο Γιώργης  ο Γκόρης.

΄Ηταν και ο αδερφός  του ο Πάντης  πιο παλιός  λύρατζης.  Αυτός  ήταν απ΄την  Ντάρβα, δηλαδή  το Νεοχώρι  και  ήταν ποιητής  έκανε στιχάκια και  μάζευε  πολλά  λεφτά. Αυτοί  πήγαιναν  το βράδ΄  στα σπίτια , στους  γεωργούς  κ΄ έλεγαν αυτό:

<<΄Ηρθαμε στον αφέντη  μας τον πρώτο ζεβγελάτη  πό΄χει τα βόδια δρέκοντα, αλέτρι σιδερένιο  και σπέρνει  την  ημέρα  ντου  εννιά σινιάκα στάρι  τα σπέρνει  ντα βαλίζει  ντα  τα διβολάντα κιόλα ή από χαρά χαρούμενος και  καλοκαρδεμένος)

 

Σπέρνει και πάει στο σπίτι ντα , πάγει και στα παιδιά ντου.

Αφέντη μου στο σπίτι σου χρυσό καντήλι καίει χωρίς αλύσι κρέμεται χωρίς το λάδι φέγγει. Αν βάλεις λάδι και κερί φέγγει τον κόσμο όλο φέγγει τα Γεροσόλυμα και του Χριστού τον τάφο”.

Αν είχε κοριτσάκι στο σχολείο τραγουδούσανε :

“Κυρά μου το κορίτσι σου κυρά μου το παιδί σου να την ταΐζεις ζάχαρη να την ποτίζει μέλι να τηνε στέλνεις στο σχολειό γράμματα για να μάθει .

Κοντύλισε το χέρι ντης και χύθηκε η μελάνη και κλαίει και πάει στη μάνα ντης και κλαίει και παγιατί ντης.

   Γερακίνα Βρουζέλη

Σώπα κόρη μου μη κλεινείς κ΄εγώ θα σε τα πλένω”.

 

“Η ξενιτιά κι ο θάνατος στο ζύγος είναι ζγιασμένη (ζυγιασμένη)

 η ξενιτιά παραβαρεί γιατ΄είναι νειδισμένη ξένες πλυνούν τα ρούχα ντου ξένες τα σαπουνίζουν πλυνούν ντα μια πλυνούν ντα δυο στις τρείς πορτοβολούν ντα. Πάρε ξένε΄μ τα ρούχα σου και πάρ΄τον δρόμο πού΄ρθες”.

 

Αν είχε κορίτσι αρραβωνιασμένο έλεγε άλλο στιχάκ΄, αλλά δεν το ξέρω. ΄Ημουν μικρή καμιά οχτώ χρονών και ενάμισι ήμαν όταν ήρθα πε τη πατρίδα.

Υστερα ο Πάντης και ο Γκαλατζιανός έλεγχαν πάλι την Παραμονή Χριστουγέννων το “ : Παναγία εκοιλοπόνα”.

    Γερακίνα Βρουζέλη

“Κερά Θεοτόκου εκοιλοπόνα εκοιλοπόνα και παρακάλιε και παρακάλιε τους αγίους όλους τους αγίους όλους, τους αρχαγγέλους βοήθήσετέ με αυτήν την ώρα αυτή την ώρα τη βλογημένη τη βλογημένη τη δοξασμένη . Ώστε να πά σου και να γυρίσου μαμή να φέρουν Χριστός γεννιέται Χριστός γεννιέται χαρά στον κόσμο χαρά στον κόσμο τοις αρχαγγέλους σαν ήλιος φέγγει σα νιό φεγγάρι σα νιό φεγγάρι, σαν παληκάρι”.

Την Παραμονή Πρωγοχρονιάς τα παιδιά είχανε καημό να σκωθούν νύχτα η ώρα τρείς για να τραγουδήσνε το Αη-Βασίλη. Χριστούγεννα δεν πήγαιναν, μόνε Πρωτοχρονιά. Μένα μ΄ελεγε η μάνα΄μ “Μπρε παιδί ΄μ κοιμήθσε λίγο και γω ξυνπούσα και ρωτούσα “Ποτ΄α ξημερώσ;Η

Την Πρωτοχρονιά από βραδύς άντρες παρέα ήπινάνε λίγο στο καφενείο και πήγαινάνε στα σπίτια και έλεγαν το “Ηρθαμε στον αφέντη μας”.

Και όταν πήγαιναν σε ράφτη έλεγαν :

“Ηρθαμε στον ράφτη μας τον πρώτο μαστοράφτη που κάν΄τα κουστούμια τα καλά και έλεγαν κ άλλα τέτοια σοφίσματα δικά ντους”.

  Γερακίνα Βρουζέλη

γ. Απόκριες

“Τις απόκριες έπρεπε να μαγειρέψουμε ότι είχ ΄ο καθένας ή γαλοπούλα ή κότες και πίτες. Κάθε οικογένεια έπρεπε να΄χ μια πιτάρα τέτοια και μαζεύονταν όλο το συγγενολόι σ΄ένα σπίτι και έβαζαν πέρα για πέρα τραπέζι. Τότε προμήθευαν και τραπέζια και πε όλα, όχι πολυτελείας αλλά είχανε. Της Τυρινής γίνται Καρναβάλια κρυφά που θα πεί έπρεπε να καλύψ΄το πρόσωπο να μην φαίνετου. Να βαλ΄ ανάποδα μια φούστα , να βαλ΄ένα παντελόν΄τα ανδριού τέτοια. Και γυναίκες ήτανε και άνδρες και πε την ώρα άμα ήθελε ξεσκεπάζονταν και χόρευε.Τα δε καλά καρναβάλια γίνονταν την Πιτεροδευτέρα δηλαδή όχι τότε που μαζεύονταν το σόι, την άλλη την μέρα που ξημέρωνε. ΄Ολο το χωρίο ντυνόταν πιτεράδες και Σεημένηδες. Σεημένηδες ντύνονται τα παληκάρια. ΄Επρεπε η νοικοκυρά κειν΄που έχει παιδί παληκάρι 18 χρονώ να πάρει τον κρεβατόγυρο , δηλαδή το μεγάλο το πανί που βάζουν γύρω-γύρω απ΄το κρεβάτι και φαίνεται πεκατ΄ πε την ταντέλα . Κείνον έπρεπε η νοικοκυρά να τον σπάσει στη μηχανή, να το κάν΄ σπαστό, πιέτες όπως ο  εύζωνας για να το φέρ΄στη μέση ίσα ίσα. Θα το φορούσ’ εκείνο, πε κατ΄ θα φορούσε κάλτσες μέχρι επάν΄ και τσαρούχια με φούντα κόκκινη μπροστά όπως ο τσολιάς, το ίδιο.

Και τον έβαζαν ένα γιλέκι, που έκαναν οι ίδιοι για τον Σεημένη. Κεντούσαν πρόχειρα γιλεκάκια, κόκκινα. Και έβαζαν και μια μαντήλα λοξά, η γωνία να φαίνεται πισ’, ερχόταν σαν σταυρός. Και τον έβαζαν τουλπάν΄ με πούλιες κεντημένο που είχ΄ η νοικοκυρά και το ΄βαζε στο κεφάλ΄και σκούπιζε, και πε πάν' ένα κόκκινο φέσ’ και το όπλο στο χέρι. Αυτός λεγόταν Σεημένης. Γινόταν καμιά πενηνταριά απ΄όλο το χωριό κ΄έπρεπε να πάνε σε όλα τα σπίτια των Σεημένηδων να πιούνε. Κάτι θα τους κερνούσαν ή η μάνα ή η νιόνυμφη άμα ήταν παντρεμένος κάνας Σεημένς.

Βόινου Κυριάνθη

Ακολουθούσαν οι Πιτεράδες. Μερικοί μουτζούρωναν τα πρόσωπα με μαύρη μπογιά κ΄έβαναν κουδούνες μεγάλες που είχαν στα πρόβατα. Τα βάναν εδώ μπροστέ και γκλανγκ γκλανγκ μες στο χωριό χτυπούσαν κείνα τα κουδούνια κ΄έλεγαν και άπρεπα λόγια.

Αυτοί λεγόταν πιτεράδες και φοβούνταν ο κόσμος. ΄Ελεγαν πολύ άπρεπα για το τι κάνουν μες στο στρώμα. Ας πούμε ένας είχε μια πολύ ψηλή γυναίκα και δεν είχε πιάσιμο και θα τον έλεγαν “Πώς το κάνς σύ μ΄αυτήνε;”.

΄Απρεπα που διαρκούσαν μόνε κειν΄τη μέρα δεν επαρεξηγιούταν κανένας. Ο άνθρωπος πόμνησκε (έμενε) τι ελ΄α κα΄ν ; Δεν μπορούσε να το δικάσ’, η μέρα το είχε. Αυτοί έπαιρναν και τις σφούγγες που σφουγγούσαν (σκούπιζαν) το φούρνο, κάτι μακριά ξύλα και πάν΄ κάτι κουρέλια δεμένα με σύρμα. Τα΄παιρναν κείνα, πε πισ’ στη μέση ντους τα έσερναν και έλεγαν τέτοια. Και τελευταία γινόταν ένας πολύ μεγάλος χορός κ΄όλοι έπιαναν τους Σεημένδες γιατ΄ήταν για καλό να χορέψουν πε τους Σεημένηδες.

Βόινου Κυράνθη

΄Ολ΄διασκέδαζαν. Ούτε δουλειά, ούτε μαγερειό έκαναν ο κόσμος, έτρωγαν μόνε ψωμί για να δούνε αυτά. Είχαμε έναν κ΄έπαιζε την γκάιντα κ έπαιζε ως τα μεσάνυχτα. Και χόρευαν Σεημένικο χορό ένα λογιώ ήταν και το χωριό άναβε πε το γλέντι. Δεν υπήρχαν ξένοι ή κλέφτες για να στενοχωρηθώ. Άνοιγαμ΄όλ τα σπίτια άφοβα.

   Κυράνθη Βόινου

“Τις Αποκριές μαζευόμασταν όλοι οι συγγενείς στο σπίτι και καθένας είχε το ντετζεράκι ντου και πήγαιναν, ιδίως άμα είχες αδερφό μεγαλύτερο θε λα πας΄κει. Να φάνε κει όλ΄μαζί και ύστερα μαζώνονται τα καρναβάλια, μεις τσ’έλεγάμ΄ Πιτεράδες. Το πρωί ήταν Πιτεροδευτέρα. Ντύνονται τα παληκάρια Σεημένδες με φουστάνια,κεντητά, μαντήλες, φέσια κόκκινα και όπλο πό΄χε μεσα μόνε μπαρούτι, όχ' σφαίρες. Μαζεύονταν στο καφενείο, έπαίρνάνε τη γκάιντα και γύρζανε σ΄όποιο παληκάρ το σπίτ΄ήτανε μαζί. Οι Πιτεράδες ήτανε γύρω-γύρω στους Σεημένδες και κρατούσανε μια σφούγγια πε το φούρνο. Κατόπι μπορεί να είχε 200 και 300 άτομα να γυρνούν καταπόδ΄στους Σεημένδες. Την άλλ΄αποκριά δεν το κάναμε τόσο, πάλι καρναβάλια γίνονται, άλλα όχ΄τόσο. Την Τυρινή πάλι μαζεύνται στα σπίτια. Την πιτεροδευτέρα κάνανε και πολλά αστεία για να γελούν. Κάνανε κάτι σαν γάμο και τα τέλια της νύφης ήτανε η σικαλιά, δηλαδή σίκαλη, κάτι χορτάρια μεγάλα. Για προίκα είχανε ένα γάδαρο και πα στο γάδαρο βάλανε τσουβάλια και παλιά για προίκα. Περνούσαν  πε το σπίτ΄και ήλεγας :”Γερακίνα, μεις έκανάμε προίκα. Τι α μας δόσεις κι εσύ ; Θα σας δώσω γω μια ωραία προίκα τς΄είπα. Και έβαλα γύρω-γύρω στον γάδαρο σκουλιά μεγάλα (κομμάτι μαλλί, σκουλιά λένε και τα μακριά μαλλιά “Ε στα σκουλιά που κρέμονται”).

Και την μέρα ήθελε και ο άντρας μου να πάω να σπέρνω ροβύθια κ΄εγώ έκλαιγα και είπα στην πεθερά μ' "Πες τον εσύ να μη ζεψ' να φύγμε”. Εκείνος είπε όχι και γω παίρνω το μπακιρέλ΄τα ρεβύθια και λέω “Γω, άμα ρίξω ένα κουκί στο χαντάκι, να  μείνω κει στον τόπο, έξω θα τα ρίχνω”.

Τόση μανία είχα το καρναβάλι. Και όταν το καρναβάλ ήρθε γύρζε το χωριό και ήρθε σε μας ΄φήνω τον άντρα μου και φεύγω. Γίνομαι τσιγγάνα που είχα έτοιμη στολή και χόρευα πρόβοδος στον χορό και τον κουνούσα το μαντήλι”.

Γερακίνα Βρουζέλη

δ. Καθαρά Δευτέρα

“Την Καθαρά Δευτέρα οι άντρες επαίρνανε μπογιές ή μαύρη σκόνη και όποιον έβλεπαν στον δρόμο τον μπογιάτ'ζανε κ΄έπρεπε να κρύβεται ο κόσμος. Και έπρεπε να τριφτούν όλα τα σκεύη με την στάχτη, τότε τρίβανε τους ντετζερέδες ως και το χαβάνι (γουδί μεταλλικό) έπρεπε να το κάν'με μαλαματένιο. Παίρναν πανί χοντρό και στάχτη και τα ΄τριβαν. Απ΄την Καθαρά Δευτέρα άρχιζε νηστεία και πόμνησκαν μισές πίτες και φαγητά και μπακλαβάδες>>.

    Κυράνθη Βόινου

<<Την Καθαρά Δευτέρα βράζαμε και πλέναμε όλα τα σκεύη. ΄Ετρωγαν μον΄ νηστίσιμα. ΄Οποια είχε κορίτσ’ αρραβωνιασμένο έκανάνετο πρωτοτέτραδο, δηλαδή νήστευε τριήμερο, ούτε ψωμί ούτε νερό και πήγαιναν την Τετάρτη την τρίτ΄ μέρα και κοινωνούσαν. Και μαζώνονται οι γυναίκες συγγενείς απ΄του γαμπρού το σόι και πήγαιναν στο σπίτ΄της νύφης και έκαναν τραπέζ΄νηστίσιο , όπου έτρωγαν και λάδι. Γω σε μια κόρ΄μου έκανα Πρωτοτέτραδο στις άλλες δεν έκανα>>.

     Γερακίνα Βρουζέλη

ε. Πάσχα

<<Το Πάσχα γινόταν άλλ΄ετοιμασία. ΄Επρεπε να νηστεύμε, να περιμένουμε το Πάσχα για  να φάμε. ΄Αρχιζ΄ο κόσμος να ασβεστώνει και να καθαρίζει. Οι γονείς μας κάτι μας έπαιρναν, κάνα φουστάνι, καμιά μπλούζα. Η μάνα μας έλεγε “θα το βάλετε το Πάσχα πρώτη φορά”. Την Πέμπτη, κόκκινη Πέμπτη, έβγαζας όλοι ένα κόκκινο πανί ή απ΄το παράθυρο ή να κρέμεται κόκκινο κιλίμ΄στο στύλο που πλώνμε ρούχα ή έξω απ΄ την πόρτα. Μετά βάφαμε τα΄αυγά. ΄Επρεπε να παρς μπογά απ΄αυτήν που βάφουμε τα ρούχα, έβαζες λίγο ίσαμε ροβύθ΄ και έβαφες πενήτα αυγά. Τα πλύναμε καλά, εβαζάμε το νερό και χλιάραινε, νεκατεύαμε τη μπογιά μέσα σ΄ένα πανί να μην έχει πεταλάκια κ΄έβαζάμε τ΄αυγά κ΄έβραζ΄η μπακίρα. Μετά τα περνούσαμε π΄ένα πανάκ΄ λάδι και γιόμζάμε μια φρουτιέρα και στόλ'ζαμε το σπίτ'. Κι έφταναμε και κουλούρια, τσουρέκια, που δεν ήξεραμε τότε από μπυρομαγιά κ΄έβανάμ σόδα. Την Μεγάλη Παρασκευή δεν έπιανε κανείς τίποτε να κάν΄ , έπρεπε να είμαστε ήσυχοι. Μόνε τα κορίτσια όλα και τα παλικαρέλια πήγαιναν έξω που ήταν τα λιβάδια και κιτρινοβολούσαν πε το άνθος το ψιλό και με άλλα μεγαλύτερα άνθη. Και ό, τι έβρισκαν, που άνθιζε τον Απρίλη, τα κουβαλούσαν στην εκκλησιά και στόλζαν τον επιτάφιο. Και το βράδυ χτυπούσε η καμπάνα νωρίς κ΄έπρεπε όλα τα παιδιά να πούν το “Ζωή εν τάφω”. Πιο νωρίς όμως η κυρία μας έβανε να λέμε το “΄Ασπιλη αμόλυντη”. Το είπα και γώ κάνα δυό φορές. Έβαναν έν΄ αγόρι κ΄ένα κορίτσ΄ και άρχιζε πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Το κορίτσ’ ήταν μπροστά στην Παναγία κ΄έλεγε τα λόγια της και το αγόρ΄μπροστά στον Χριστό. Και το βράδυ έπαιρναν τον Χριστό γύρω και περνούσαν τον επιτάφιο.

 Τόνε σήκωναν έξω απ΄την πόρτα, περνούσαν όλοι από ΄κεί και ύστερα τον έβαναν μέσα στον τόπο του. Το Σάββατο ώρα δώδεκα ακριβώς χτυπούσε η καμπάνα. Πηγαίνάμε στην Ανάσταση με αυγά μες στις τσέπες και μόλις έλεγε το Χριστός Ανέστη τσουγκρούσε ένας πε τον άλλο. Μας έλεγαν :”Πρώτα α φάς διαβασμένο αυγό και μετά θα φάς”. Κι ύστερα στρωνόταν το τραπέζ κ΄έτρωγάμε αρνί καπαμά όχι στη σούβλα>>.

<<Το Λαζαροσάββατο οι τσιγγάνοι έπρεπε να ντύσουν μια κοπέλα πε όλα τα χρυσά τσ’ και σε κάθε σπίτ΄το είχαν σε καλό να χορέψει ο Λάζαρος δηλαδή η τσιγγάνα.΄Ενας άλλος τσιγγάνος είχε το ντέφι. Και μάζευαν πολλά αυγά, τσουρέκια, λαρδί >>.

Κυράνθη Βόινου

Στ. Γιορτές του καλοκαιριού

<<Το καλοκαίρι τ΄ Αη-Γιαννιού (24 Ιουνίου) ανοίγαμε τον Κλήδονα. Μια κοπέλα η ώρα πέντε το πρωί ελ΄α πάει να πάρ΄το αμίλητο νερό απ΄την τουλούμπα. Θα έπαιρνε μια μπακίρα νερό , τ΄αμίλητο νερό χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Από βραδύς μαζεύονταν όλα τα κορίτσια και τα παληκαρέλια έφερναν και τα΄αμίλητο νερό το σκέπαζαν με μια καλή πετσέτα. Και ετοιμάζαμε τις κίτκες, κίτκα θα πεί λίγα λουλουδάκια δεμένα π΄ένα σπαγγόπουλο και σε κάθε κίτκα υπήρχε ένα στιχάκι μέσα πό ΄ πρεπε να μη βραχεί. Γι΄αυτό δε θυμούμαι αν η κίτκα ήταν μες στο νερό ή δίπλα, μάλλον δεν ήταν. Και είχε ένα κοριτσάκι ή αγοράκι δίπλα στην μπακίρα. Και πριν αρχίσουμε τον κλήδονα ελεγάμε γιατ΄η μπακίρα είχε μια κλειδαριά και το ξεκλείδωναμ΄ :

“Ανοίγουμε τον Κλήδονα με τ΄Αη Γιαννιού τη χάρη

Και όποιος έχει τυχερό να σκύψει να το πάρει” Και το παιδί έπαιρνε στην τύχη μια κίτκα και την έδινε στο παληκάρ΄ ή στο κορίτς΄ πού΄χει σειρά . Και άλλος διάβαζε το στοιχάκι. Μετά έβαζε την κίτκα κάπου μες στο χώμα και άμα μετά από δέκα-είκοσι μέρες είχε μυρμήγκια πολλά, θα είχε πλούτη πολλά. Αν δεν είχε, δεν θα είχε πολλά. Και γινόταν φωτιές συνάμα και πηδούσανε κ΄ έλεγαν “Βγες κακόχρονε, μπες καλόχρονε”.

Δηλαδή να βγεί ο κακός χρόνος να μπεί ο καλός. Μετά διασκέδαζαν με χορό και πηδήματα φωτιάς>>.

<<΄Άλλες γιορτές ήταν τσ’ Παναγίας που είχε πανηγύρ΄στα φατήριακα. Και πηγαίνάμε στα πανηγύρια. ΄Εκαναν όλος ο κόσμος τσέργες, έβαζαν κάτι βέργες που είναι χλωρές πας στ΄αμάξια ντους, τά ΄βαζαν κύκλους , βέργες απ΄τα δέντρα, απ΄το δάσος κ΄έριχναν μια ψάθα κ΄ένα ΄ πε παν΄ κόκκινο ή πράσινο το καλύτερο, κ΄έζεβαν τα ζώα και πήγαιναν με τραγούδια και χαρές στο πανηγύρ΄ . Κ΄έμνησκας κεί, και μαγείρευγας κει στα φατήριακα και διασκέδαζαν. Μετά ήταν της Αγίας Μαρίνας στο Ιμαρέτ (Ίμερος) που είχε και θυσίες, τώρα κόπκαν, ζώα έβραζαν στα καζάνια κ΄έδιναν στον κόσμο.

Βόινου Κυράνθη

Ζ.Γιορτές του Φθινοπώρου

<<΄Ητανε του Συμεών, του Συμιού που δεν έπρεπε να κόψεις τίποτε. ΄Επρεπε από πριν να κόψεις και το τυρί και το ψωμί να μη πιάσεις μαχαίρ΄ κείν΄ τη μέρα προπαντός οι έγκυες, γιατί έβανε στο παιδί σου κάποιο σημάδι ο Συμεών. Αυτό που λέει:” Ο Συμεών συμιώνει ή Βαρβάρα βαρβαρώνει ο Αη Νικόλας παραχώνει”.΄Εκρυβαν και τα μαχαίρια και όλα, έκοβες με το χέρ . Μετά ήταν του Αη –Δημητριού. Τότε έπρεπε κάθε νοικοκυρά να βγάλει τα λινά τα ρούχα, τα λινά τσ’ που είχε και τους ντοσεμέδες (στρώνουν τους καναπέδες μ΄αυτά) γαλάζια με άσπρο , και το΄χ το καλοκαίρι όλο. Κι έπρεπε τον Οκτώβριο, τ΄Αη Δημητριού να στολίσ’ τα μάλλινα, να ετοιμαστεί για τον χειμώνα>>.

 

Βόινου Κυράνθη

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
447
Έτος καταγραφής
1999-00
Επώνυμο
Βόινου
Όνομα
Ειρήνη
Εικόνες