Τελετουργίες από ΕΛΛΗΝΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
α. Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
Στις οκτώ Νοεμβρίου είναι του Επαμεινώνδα Ταξιάρχου Μιχαήλ, ο παππούς Μελιχολιστράτης όπως τον ελέγαμε Μιχαήλ και Γαβριήλ δηλαδή γιορτή, πηγαίνουμε και χορεύουμε. Ύστερα νηστεύουμε τα εισόδια της Θεοτόκου στις 21 και κοινωνούμε. Στις 4 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Όλα τα σπίτια έβραζαν και βράζουν Βαρβάρα για να φάνε. Άμα κάποιο ζευγάρι ήταν αρραβωνιασμένο έβαζαν σε μια κούπα δύο πορτοκάλια και πηγαίνουν στην πεθερά έπαιρναν κάνα μπαξίσι και το στέλναν στη νύφη. Τη φτιάχνουν είκοσι μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Η βαρβάρα είναι σιτάρι, το βράζουμε, βάζουμε καρύδια, μήλα, ταχίνι ή σάμι και ότι άλλο θέλει ο καθένας και τρώει για δύο-τρεις μέρες.
(Βασιλική Μπρατίκα)
β. Γιορτές του Φεβρουαρίου
Τον Φεβρουάριο πρώτη Φεβρουαρίου είναι του Αγίου Τρύφωνα, γιορτή όπου κλαδεύουν τα αμπέλια όλοι οι γεωργοί όσοι είχαν. Ύστερα στις δύο Φεβρουαρίου είναι ο Παπαυτής γιορτάζει η Παναγία. Πάει να σαρουπήσει η Παναγία και ο Τρύφωνας κλάδευε και την είπε παένει και η Μαρία η μπασλιάρω και τον καταράσκε και έκοψε τη μύτη του με το δρεπάνι. Την επόμενη μέρα είναι του Συμεών, δεν κόβουμε επειδή είναι θαυματουργή γιορτή. Στις δέκα Φεβρουαρίου είναι το Ψυχοσάββατο που κάνουν για τους νεκρούς. Ζύμωναν κουλουράκια, έβραζαν το σιτάρι και πάεναν στην εκκλησία, στα νεκροταφεία ήταν η γιορτή αγίου Χαραλάμπου. Μετά είναι η Καθαρή Δευτέρα που λέμε, νηστεία με πάλι μια εβδομάδα και κοινωνούσαμε για τα Χριστούγεννα και άρχιζαν οι χαιρετισμοί για το Πάσχα, τριε εβδομάδες. Στις εικοσιπέντε Φεβρουαρίου βγαίνουν τα εικονίσματα από την εκκλησία. Όλοι παίρνουμε από μια εικόνα και γυρίζουμε τρεις φορές γύρω-γύρω την εκκλησιά. Πηγαίνουμε μέσα αφήνουμε τις εικόνες εκεί που βρήκε την εικόνα που κρατάει ο καθένας και ο παπάς αρχίζει να διαβάζει.
(Βασιλική Μπρατίκα)
γ. Απόκριες
Όταν σχολούσε η εκκλησία στις Απόκριες οι άντρες ντύνονταν καρναβάλια με τα κουδούνια και γυρνούσαν το χωριό. Τους έδιναν ψωμί και κρέας και μετά χόρευαν στην πλατεία. Τα ζευγάρια που τα στεφάνωναν, έπαιρναν ένα μπουκάλι κρασί και πήγαιναν στους νονούς, κουμπάρους.
Οι παντρεμένοι πήγαιναν στον νουνό και συγχωρνιούνταν. Εκείνος είχε γκιουβέτσι, τα λουκάνικα ψημένα, είχε τα αυγά βρασμένα και συγχωρμιούνταν. Γυρνούσαν στο χωριό για σχώρια στις απόκριες.
(Βασιλική Μπρατίκα)
δ. Κινητές εορτές
Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα και την Πεντηκοστή
Τον Απρίλιο είναι που νηστεύουμε την Μεγάλη Εβδομάδα την Κυριακή των Βαΐων πάμε στην εκκλησία. Ο παπάς πήγαινε παλιά στον κάμπο, έκοφτε βάγια γιόμιζε ένα πανέρι, αυτά τα βάγια τα μοίραζαν και όποιου είχε τα πιο πολλά φνύκια, τα πιο πολλά φύλλα δηλαδή, έλεγαν ότι κάνει καλό σάμι. Ύστερα τα πηγαίναμε στην εκκλησία και τα παίρναμε. Τα φέρνανε σπίτι και τα βάζαμε μέσα στο γιαούρτι. Αν εκεί που τα πετάγαμε στον κήπο ξεραίνονταν, τα βάζαμε μέσα σε μια σακούλα και τα καίγαμε γιατί είναι διαβασμένα και δεν έπρεπε να τα πατάμε. Ύστερα όλη την Μεγάλη Εβδομάδα νηστεύαμε, το Πάσχα μετά πηγαίναμε στην εκκλησία, τρεις μέρες χορεύαμε, κάναμε την μαγειρίτσα, κάναμε το Μεγάλο Σάββατο τις κουλούρες και οι γιαγιές και οι πεθερές μας, όλες. Τις έβαζαν (σουσάμι, τις άλειφταν και οσκαλιές. Παένανε Πασχαλιές στη νονά μας και έβαζε φαΐ και τρώγαμε στο χαγιάτι και από εκεί η νονά έβασκε τις δικές της Πασχαλιές και τις πηγαίναμε στο σπίτι. Την Μεγάλη Εβδομάδα τρώγαμε ελιές αφού ήταν νηστεία. ΄Την Πέμπτη εκάναμε σπανακόπιτα μόνο με το λάδι και το Πάσχα γινόταν χορός μετά. Τον Επιτάφιο τον έβγαζαν την Παρασκευή, γύριζαν γύρω-γύρω το χωριό, ύστερα το πάεναν μέσα, περνούσαμε από κάτω και όποιος είχε ευχαρίστηση άφηνε καμιά δεκάρα για την εκκλησιά. Εδώ στο δικό μας το χωριό από τότε που νηστεύαμε μετρούσαν τα αυγά για τί μισιάζει η Πασχαλιά στην σταυροπροσκύνηση. Προσκυνούσαν από τον αέρα και τα σιτάρια στα χωράφια που ήταν δύο πιθαμές.
(Βασιλική Μπρατίκα)
ε. Ακίνητες εορτές της άνοιξης
Το Μάρτιο είναι η γιορτή του Λαζάρου. Γύριζαν τα παιδιά και πάλι γυρίζουν μέσα στο χωριό και έλεγαν «Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσου, ήρθε η μάνα σου από την πόλη, σου φέρε χαρτί και καλαμάρι», τραγουδούσαν, τους έδιναν αυγά, καλαμπόκι βρασμένο χωρίς το κοτσάνι στη χούφτα, ξυλοκέρατα και όποιος είχε τους έδινε μισή δραχμή και δεκάρες. Τα άλλα τα χρόνια άλλαζαν κοριτσάκια σχολικά και γύριζαν. Τώρα μαζεύουν λεφτά το καθένα για τον εαυτό του σαν να γυρίζουν τα κάλαντα. Στα δύο του Μάη γιορτάζει η εκκλησία του χωριού μας του Ελληνοχωρίου και κάνουμε πολύ μεγάλο πανηγύρι. Παίρναμε ένα μεγάλο μοσχάρι, βράζαμε τέσσερα πέντε καζάνια. Ακόμη και τώρα τα κάνουμε αυτά. Παένουμε εμείς από το ΚΑΠΗ ξεφλούμε τις πατάτες, τα κρεμμύδια, τα καρότα, τα σέλινα και όλα γενικά και έρχεται μετά ο μάγειρας από το διπλανό Διδυμότειχο και κανονίζει τις μερίδες. Το απόγευμα στις τέσσερις, στις πέντε η ώρα δίνουν αυτοί που είναι υπεύθυνοι εκεί από ένα κουπάκι σε όλους και μας δίνουν από ένα κομμάτι, κρέας, μαζί με ψωμί και ένα κουταλούδι και ένα πηρουνάκι και μια πορτοκαλαδίτσα και μετά αρχινάει το γλέντι. Παίζουν τα όργανα και έρχουντε και από τα διπλανά χωριά κόσμος, από τη Θυρέα, από το Λαγό, από την Κυανή, από την Καρωτή από το Διδυμότειχο και χορεύουμε μέχρι πρωία. Στις δύο Μαϊου, γιορτάζει η εκκλησία μας, ο Αη-Θανάσης, παλιά πολύ παλιά όμως όταν ήταν οι παππούδες και οι προσωπαππούδες μας το πανηγύρι το έκαναν στις εικοσιέξι Οκτωβρίου. Είχαμε όμως στα οικόπεδα μας κάτω στο χωριό χόρτο και επειδή έρχονταν συνέχεια οι Διδυμοτειανοί με τις νταλίκες τους και απωλούσαν τα άλογά τους που πατούσαν το χόρτο, πιάνονταν, δέρνουνταν με τους χωριανούς οι Διδυμοτειανοί και γι΄αυτό το λόγο το παναήρ δε γίνεται τον Οκτώβρη αλλά τον Μάη για να μην είναι χορτάρια και για να έρτουνε στο παναήρ αλλά να μην κάνουν ζημιές.Στις δεκαεφτά του Μάη είναι της Αναλήψεως όπου πήγαιναν κόσμος άνθρωποι στα πηγάδια έπαιρναν έναν καθρέπτη μαζί τους, κοίταζαν μέσα και έλεγαν σαράντα μέρες από τότε που πέθαιναν οι πεθαμένοι πήγαιναν όξω και ο κόσμος τους έβλεπε που περνούσαν, μπορεί όμως να ήταν και καμιά φαντασία.
(Βασιλική Μπρατίκα)
στ. Γιορτές του καλοκαιριού
Στις γιορτές που ήταν το καλοκαίρι παραπάνου είμασταν στα χωράφια παρά γιορτάζαμε. Μόνο στη γιορτή της Παναγίας τον Αύγουστο στις δεκαπέντε καθόμασταν και ξεκουραζόμασταν. Από τον άγιο Σωτήρα στις έξι Αυγούστου που γιόρταζε νηστεύαμε και ύστερα κοινωνούσαμε, όποιος όμως άνθρωπος δεν μπορούσε να αντέξει νηστεία δεκαπέντε μέρες και από εκεί άρχιζε δουλειά; Στα χωράφια κανονικά.
ζ, Γιορτές του Φθινοπώρου ως την εορτή του αγίου Φιλίππου.
Το Σεπτέμβριο στις δεκατέσσερις είναι του Σταυρού, καλή γιορτή. Τα παλιά τα χρόνια ήταν παιδάκια που δεν σπούδαζαν και κρατούσαν πρόβατα για δουλειά. Είχαν τα δικά τους πρόβατα άμα δεν άρεζαν από τον νοικοκύρη και ύστερα έπαιρναν από τον άλλο τον νοικοκύρη πρόβατα και πάεναν όλο το χρόνο τα βοσκούσαν. Τότε δεν ήταν γράμματα να μαθναν τα παιδιά, είχαν μόνο οι μπαμπάδες τους δέκα με είκοσι πρόβατα και έπαιρναν και από τη γειτονιά όσα είχε ο καθένας πέντε, δέκα τα βοσκούσαν όλο το χρόνο και έπαιρναν και μεροκάματο, όχι όμως λεφτά γιατί τότε δεν υπήρχαν πολλά, αλλά τους έγιναν σιτάρι ή καλαμπούκια για να τα φέρναν στην οικογένεια τους. Όταν πάλι έρουνταν ο Σεπτέμβριος τον άλλο χρόνο τ΄άφηναν αυτά τα πρόβατα που τα σερνικά τα έλεγαν κότσια. Άμα άρεζαν τον νοικοκύρη τα ‘παιρνε και τον άλλο χρόνο άμα δεν τον άρεζαν έπαιρνε από άλλο γείτονα σε περίπτωση που δεν πλέρωνε.
(Βασιλική Μπρατίκα)