Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΑΣΗΜΕΝΙΟΥ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου:

Την ημέρα του φιλίππου ήταν η τελευταία μέρα πριν τη σαρακοστή των χριστουγέννων. Η νοικοκυρά ετοίμαζε φαγητό με κρέας(κόκκαλο κοκκινιστό), γιατί από την επόμενη μέρα άρχιζε η νηστεία.

Στις 23 Δεκεμβρίου το βράδυ άρχιζε το δωδεκαήμερο. Οι νοικοκυρές προσπαθούσαν μέχρι εκείνο το βράδυ να τελειώσουν όλες τις δουλειές τους. Στους αργαλειούς το πλέξιμο το γνώσιμο ξέρω, γιατί θα άρχιζαν να βγαίνουν οι Καλικάντζαροι κι επειδή ήταν σκανδαλιάρηδες θα μπέρδευαν τις κλωστές.

Αυτοί ανακατεύανε τον αγαθό κόσμο. Το βράδυ αυτής της ημέρας τα μικρά παιδιά έψελναν τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα. Και φωνάζανε «Κόλιαντα μπαμπού τσικ – τσικ». Οι νοικοκυρές τους δίνανε μικρές κουλούρες, που έφτιαχναν οι ίδιες και χαλούπια.

Στις 24 Δεκεμβρίου, οι άνδρες του σπιτιού έσφαζαν τα γουρούνια ακόμα που θα ήταν το κρέας στις οικογένειες για όλο το δωδεκαήμερο. Αυτό, άλλο το πάστωναν ΕΕ, με άλλο έφτιαχναν λουκάνικα για το λαρδί. Το λιώνανε και το έφτιαχναν λίπος που το χρησιμοποιούσαν για τη μαγειρική.

Το βράδυ καθόταν όλοι γύρω από τον σοφρά και τρώγαν τα 9 φαγητά τα οποία ήταν νηστίσιμα. (φασολάδα, κρεμμύδι, σκόρδο ψωμί, πατάτες νερόβραστες, καλαμπόκι, ρυζόπιτα, κρασί και για γλυκό μπακλαβά).

Ανήμερα χριστουγέννων η καμπάνα χτυπούσε 04:00 το πρωί, για τη λειτουργία της γέννησης. Μικρή, μεγάλη ήταν με την καλή τους φορεσιά στην εκκλησία.

Μετά το τέλος της λειτουργίας και αφού οι άνθρωποι γύριζαν στο σπίτι έστρωναν το σοφρά κι έτρωγαν την μπάμπω που ετοίμαζαν από το βράδυ.

Την έφτιαχναν από κρέας ψιλοκομμένο, ρύζι ακόμα κόκκινο πιπέρι, ρίγανη, μαύρο πιπέρι και έντερο χοιρινό πολύ σχολαστικά καθαρισμένο. Μέσα σε αυτό έβαζαν τα παραπάνω υλικά και είτε το έβραζαν είτε το τηγάνιζαν. Πάνω στο τραπέζι είχαν και κόκκινο κρασί. Το μεσημέρι ετοίμαζαν τις τσιγαρίδες που ήταν κρέας τηγανητό με πράσο. Μόλις έπεφτε η νύχτα τα παλικάρια του χωριού στόλιζαν την καμήλα και γυρνούσαν όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα κάλαντα. Οι νοικοκύρηδες τους έδιναν κρέατα, τα οποία στο τέλος τα ψήνανε σε κάποιο σπίτι και γλεντούσαν ως το πρωί. Με αυτό τον τρόπο λοιπόν περνούσαν οι 3 ημέρες των χριστουγέννων.

Το πρωί της πρωτοχρονιάς όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Το μεσημέρι έκοβαν τη βασιλόπιτα την οποία έφτιαχναν γυναίκες του σπιτιού. Μέσα σε αυτή έβαζε το φλουρί αλλά και άλλα σημάδια που συμβόλιζαν τα κοτόπουλα ακόμα το σπίτι, της σοδειά ακόμα τα χωράφια και τα μεγάλα ζώα του σπιτιού.

Τη βασιλόπιτα την έκοβε πάντα ο μεγαλύτερος σε ηλικία άντρας του σπιτιού. Ξεκινούσε από το κομμάτι του χριστού μέχρι το μικρότερο μέλος της οικογένειας.

Αφού τελείωνε η διαδικασία της κοπής, έστρωναν το τραπέζι και έτρωγαν ψητά παστά κρέατα.

Στις 5 Ιανουαρίου, ξυπνούσαν πρωί πρωί και καθάριζαν το σπίτι. Έβαζαν τα καλά στρωσίδια και περίμεναν τον παπά ν αγιάσει το σπίτι που έφερνε μαζί του. Αφού γινόταν ο αγιασμός καθόταν όλοι στο τραπέζι, έτρωγαν και έπιναν.

Στις 8 Ιανουαρίου αναβιώνουν το έθιμο της μπάμπως. Οι ρίζες του ξεκινούν Από τη μακρινή ανατολική ρωμυλία και είναι ξεχωριστό έθιμο. Με το έθιμο αυτό τιμάται ή ΄΄μπάμπω΄΄, Η μαία του χωριού, ένα πρόσωπο ξεχωριστό για τις μικρές κοινωνίες εκείνης της εποχής και ειδικά για τις γυναίκες. Στο πρόσωπό της τιμάται η ζωή, ή γονιμότητα, η γυναίκα, που μέσα από τις οδύνες του τοκετού μεταμορφώνεται σε μάνα.

Για αυτό η ημέρα της μπάμπως είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στις γυναίκες, οι οποίες αφού τελέσουν τα έθιμα σύμφωνα με τις υποδείξεις των μεγαλυτέρων, γλεντούν και διασκεδάζουν με παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια μέχρι αργά.

Η καθαρά δευτέρα ήταν η αρχή της νηστείας για το πάσχα. Αυτή την ημέρα οι γυναίκες ετοίμαζαν χαλβά, ταραμά και φασολάδα. Το τραπέζι ήταν νηστίσιμο.

01 Απριλίου, είναι η μέρα που λέμε ψέματα. Λέμε ψέματα για την προστασία των μπουμπουκιών των λουλουδιών, που ανθίζουν. Με τα πρωταπριλιάτικα παραπλανούμε τους φοβερούς δαίμονες της βαρυχειμωνιάς τους ξεγελάμε για να χτυπήσουν αλλού ακόμα μακριά από τα δέντρα, όσα να λιώσουν και να χαθούν με τα τελευταία χιόνια.

Του αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου). ο άγιος Γεώργιος είναι δρακοντοκτόνος. Με το κοντάρι του σκοτώνει ΄΄και αφήνει το νερό της πολιτείας να τρέξει΄΄. Εορτή των ποιμένων που αφήνουν τα χειμαδιά και ανεβαίνουν στα βουνά. Προσφέρουν στην εκκλησία του ένα όλο άσπρο αμνό. Ο ιερέας τον ευλογεί. Η επιτροπή των περιφερειών γύρω από τον ναό 3 φορές. Με το αίμα του αλείφουν τις 4 γωνίες της εκκλησίας και οι πιστοί έτρωγαν το κρέας του.

Την τελευταία κυριακή της αποκριάς, δηλαδή την κυριακή της τυροφάγου, είναι συνδεδεμένη και με διάφορες προλήψεις όπως ότι κατά τη διάρκεια της δεν πρέπει κανείς να λούζει τα μαλλιά του ακόμα γιατί θα ασπρίσουν ή ότι δεν πρέπει κανείς να παντρεύεται γιατί το ζευγάρι δεν θα έχει ευτυχισμένη ζωή. Ιδιαίτερη θέση στην αποκριάτικη περίοδο έχει η πέμπτη της κρεατίνης εβδομάδας, η λεγόμενη τσικνοπέμπτη, γιατί την ημέρα αυτή όλα τα σπίτια ψήνουν κρέας ενώ παλιότερα έλιωναν το λίπος από τα χοιρινά και τσίκνα ήταν διάχυτη παντού.

Την κυριακή της αποκριάς, οι νοικοκυρές έσφαζαν ένα πετεινό, τον οποίο μαγείρευαν με ρύζι και έπειτα έτρωγε όλη η οικογένεια. Την ίδια ημέρα έφτιαχναν ρυζόπιτα. Έπειτα άρχιζε η νηστεία από κρέας. Κρέας έτρωγαν ξανά το πάσχα.

Η εβδομάδα μετά την κυριακή της αποκριάς μέχρι την κυριακή της τυροφάγου, λεγόταν άσπρη εβδομάδα, γιατί υπήρχε η συνήθεια να τρώνε γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά. Οι γυναίκες δεν λούζονταν την εβδομάδα αυτή ακόμα για να μην ασπρίσουν τα μαλλιά τους όπως χαρακτηριστικά έλεγαν.

Την κυριακή της τυροφάγου γινόταν γλέντι στην πλατεία. Πολλοί μασκαρεμένοι γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, όπου οι νοικοκυρές τους έδιναν ένα συμβολικό ποσό. Εφ οι στολές τους βασίζονταν στη φαντασία, όσων τις φορούσαν και τις έραβαν και αποτελούνταν από παλιά κομμένα ρούχα.

Το βράδυ της κυριακής της τυρινής γινόταν και το έθιμο της ΄΄συγχώρεσης΄΄.

Οι άνθρωποι επισκέπτονταν τους γονείς τους κομμάτια πεθερικά τους, τους παππούδες τους, τους κουμπάρους τους και αφού τους προσκυνούσαν ζητούσαν ΄΄συγχώρεση΄΄. Στα παιδιά που πήγαιναν επίσκεψη οι συγγενείς έδιναν λεφτά.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αποκριάς ήταν η μεταμφίεση. Οι άνθρωποι ήταν ντυμένοι με τομάρια από μαύρους τράγους και ζωσμένοι με μεγάλα κουδούνια.

Επίσης υπήρχαν άντρες που ήταν ντυμένοι γυναίκες, κοπέλες και μεταμφιεσμένοι γέροι γύριζαν τα σπίτια και με δυνατούς αρμονικούς χτύπους των κουδουνιών από τις κινήσεις και τα τραγούδια ξεσήκωναν όλο το χωριό.

Επίσης αυτοί οι κουδουνοφόροι αναπαριστούσαν τελετουργικά τη σύγκρουση μεταξύ των διεκδικητών μιας νύφης και των προστατών της, Από τη μια και του επίδοξου αρπαγού, από την άλλη, Η οποία καταλήγει στην τελική εξόντωση του τελευταίου. Όλα αυτά μέσα σε φοβερό θόρυβο και αναταραχή.

Η μεγάλη εβδομάδα.

Οι πιστοί παρακολουθούν κάθε βράδυ στην εκκλησία τα θεία πάθη. Την μεγάλη Δευτέρα ΄΄ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός΄΄ ενώ την μεγάλη τρίτη στις εκκλησίες οδύρεται ΄΄η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή΄΄, Κατά το περίφημο ίδιομέσο τροπάριο της μοναχής Κασσιανής. Την μεγάλη Τετάρτη οι νοικοκυρές πλένουν και καθαρίζουν το σπίτι ενώ το απόγευμα γίνεται στην εκκλησία το μέγα ευχέλαιο και το βράδυ ο Μυστικός Δείπνος.

Την μεγάλη Πέμπτη στα μπαλκόνια των σπιτιών ήταν απλωμένα κόκκινα πανιά, που συμβόλιζαν το αίμα του χριστού. Οι νοικοκυρές δεν έπλεναν και δεν άπλωναν ρούχα ακόμα την ημέρα αυτή ενώ έβαφαν τα κόκκινα αβγά, τα πρώτα των οποίων τα τοποθετούσαν στο εικονοστάσι. Επίσης την ίδια μέρα γινόταν και το ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού και του τσουρεκιού στους φούρνους των σπιτιών.

Στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία των παθών με τα δώδεκα ευαγγέλια. Οι κοπέλες αναλάμβαναν να στολίσουν τον επιτάφιο με γιρλάντες από λουλούδια. Έτσι την μεγάλη παρασκευή το πρωί ο επιτάφιος ήταν έτοιμος για να δεχτεί το ΄΄σώμα του Χριστού΄΄, κατά την Αποκαθήλωση.

Η μεγάλη Παρασκευή, ημέρα πένθους. Κανείς δεν έπρεπε να πιάσει στα χέρια του σφυρί ή βελόνι, ούτε να φάει γλυκά. Η νηστεία περιλάμβανε ελάχιστα στο τραπέζι, ταχινόσουπα, μαρούλι ή φακές με ξύδι, με το οποίο πότιζαν το σώμα του Χριστού. Γινόταν ο εσπερινός και η περιφορά του επιταφίου. της πομπής προηγούνταν η μαυροφορεμένη, μαυροφόρες, ο κλήρος, τα εξαπτέρυγα. Σε όλη τη διαδρομή, οι πιστοί έρραναν στον τάφο με λουλούδια και αρώματα κρατώντας αναμμένα κεριά.

Το μεγάλο Σάββατο οι πιστοί φρόντιζαν να πάρουν στα σπίτια τους τη λαμπάδα με το Άγιο φως της ανάστασης και πριν μπουν στο σπίτι έκαναν το σημάδι του σταυρού με τον καπνό του κεριού πάνω στο κεφαλάρι της πόρτας, άναβαν έπειτα το καντήλι και φρόντιζαν να το κρατούν όλο το χρόνο για να το ανανεώσουν την επόμενη Ανάσταση.

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1735
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Καλφούδη
Όνομα
Μαρία