Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, ΚΟΣΜΙΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
151Β
Χρυσούλα Δόλλιαρη
Τμήμα ελληνικής φιλολογίας
Συλλογή λαογραφικού υλικού από το Κόσμιο Ροδόπης
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
Α.Θρησκεία- έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
α΄ πληροφορητής
Προυστάτης Άγιους ήνταν, Άγιος Αθανάσιος. Του χουριό μας του φύλαξι πουλλές φουρές από εχθρούς. Μια φορά ήρθαν οι Τουρκ΄ κι έχουμι ένα πλατάν΄ μες ντ΄αυλόγυρου κι ήρθαν μέχρι του πλατάν΄ οι Τουρκ΄ κι σήκουσι μια θύελλα, μια σκουτείδα κι δε μπόρσαν να προυχωρήσουν στου χουριό.
Το πανηγύρ΄ γινόταν όταν γιορτάζει δύο Μαΐου ο Άγιος Αθανάσιος. Απού βράδυ ήρνταν νταούλια, όργανα, πράματα, θάματα, μαζεύνταν κόσμος κι χόριυε. Ύστρα είχι κι γραμόφουνα, πλάκις. Του κουρμπάν΄ κάθε χρόνο το κάναμι ντον Άι- Δημήτρη. Μαζεύνταν απ΄τον χουριό στου παρεκκλής΄ πέντι, δέκα άτουμα, έσφαζαν προυβατίνες, έσφαζαν μοσχάρια, τα ΄βραζαν κι πιρνούσι κόσμος κι έπιρνι.
Τέλη Ιουλίου πάλι πήγιναν σντου Κουρσιμλού, γιατί τση Παναγίας ικεί ήμασταν. Πήγιναν μια βδουμάδα, ούτι δέκα μέρις κάθουνταν. Έκαναν τ΄αμάξια τς γιορτιλίκια, έπιρναν στα καλάθια τα πράγματά τς, έπιρναν κοτόπουλα ζουντανά, τα ΄σφαζαν ικεί σντου Κουρσιμλού.
Του Αγίου Νικολάου πήγιναν άντροι σντου Κουρσιμλού, δεν πήγιναν γυναίκις. Έπιρνι παππούς Ματσιακς προυζύμ΄ έκαναν λουκουμάδις, έπιρναν κι κανένα αρνί έσφαζαν.
Ψάρια ‘ιβγαλαν μπόλκα.
( Ξανθή Καραγεωγίου)
Β πληροφορητής
Τα Χριστούγεννα εκάναμι νηστίσιμο ψουμί και θυμιαζόμασταν μι του θυμιατό. Αλλά ντη Προυτοχρονιά έπριπι να έχουμε τουλάχιστο δεκατρία πράγματα στου τραπέζ΄. Τέσσερα πέντε λουγιό φαγητά, φρούτα, φυσικά φρούτα τότε κοιτούσαμε. Περιμέναμε πότε θα να έρτ΄ Πρωτουχρονιά απ΄ένα μανταρίν΄ θα να μας δώσουν. Και μετά έπαιρνι μπαμπάς ουμ του σιδήρου απ΄ τ΄αλέτρι κι μ΄αυτό θύμιαζει κι μάνα μ΄ έκανι γλυκιά πίτα μι φύλλα, μι ζάχαρ΄ στρώσεις, στρώσεις, λάδ΄ κι απάνου έβαζι θυμουνιές κι εκάναμι ένα κουλουράκ΄, ένα κλικούδ΄ ελίγαμι για τα γιλάδια, ένα για τα βόδια, ένα κλικούδ΄ για τα πρόβατα. Κι κείν ντην ώρα θα περιμένουμι στου τραπέζ΄, θα να πηγαίν΄ μπαμπάς ουμ να δώς΄ κλικούδ΄ στα βόδια, στα πρόβατα, θα να τα θυμιάς΄ κι θα να γυρίσ΄ ύστιρα κι θα να καθήσουμι να φάμε.
Τα Θειουφάνεια μας έφιρνι νουνά στραγάλια, ξυλουκέρατα, σταφίδες κι άπου μια λαμπάδα κι απάν σντη λαμπάδα ένα κλουνάρ΄ βασιλικό κι μι μια κόκκινη κλουστή τυλιγμέν΄. Του Πάσχα δε μας έφιρνι τίπουτα.
Σντη μεγάλ΄ σαρακοστή, ποια ήνταν η μεγαλύτερη στου σόι, όλ΄ του σόι θα να πιράς΄, συγχουρμένα να ντη κάνουν. Κι ύστρα θα να ΄ρχίσουν να νηστεύουν. Ντη Δευτέρα έπριπι όξω σντην αυλή ν΄ανάψ ντη μπακούρα κι όλ΄ τ΄αγγεία να τα ζυματίς΄ , να τα βραίς΄, να καθαρστούν αφού θα ν΄αρχίς΄ σαρακοστή. Ντη καθαρουδευτέρα θα να πλένουν, θα να βράσουν, θα να τρίψουν κατσαρόλες, ταψιά γιατί κείν΄ τα χρόνια ο κόσμος δεν είχι λάδ΄. Έτρουγι όλο το βούτυρο απ΄τα ζώα.
Τον Άι- Νικόλα, τον είχαμι κι εκείνουν πολιούχο. Πήγαιναν άπου δω, μάζευνταν άντροι, γυανίκες όχι. Τώρα πηγαίνουν γυναίκες αυτά τα χρόνια. Πήγιναν, έπιρναν απού δω κι ντου γκαϊντατζή κι έκαναν γιορτιλίκια κι πήγαιναν κι έκουβαν κουρμπάν΄, έκαναν λουκουμάδις ικεί. Αλλά του πιο πολύ, ημείς πήγινι του χωριό μας κι περιμέναμι βρουχή να΄ρθει Κουσταντίνους κι Ελένη. Θα να κάνουν γιορτιλίκια θα ν΄ανέβουν να πηγαίνουν ικεί. Δικός μας παπάς δεν πήγινι. Πιρνούσαν απού δω απ΄ντου Άι- Θεόδωρου, έπιρναν παπάκι πήγιναν ικεί κι γινόταν γλέντ΄. Έκαν παράκλης΄ ο παπάς έκουβαν λειτουργία αλλά επειδής ήταν Μάιους κι είχι τριαντάφυλλα, πουλύ έκαναν στιφάνια. Πήγιναν ντου Μαΐου κι έρχοταν μι ντη βροχή. Γινόταν, το πίστευαν. Εκείνα τα μέρη ήταν δικά μας, βόδια, γιλάδια, εκεί γεννούσαν.
Του πανηγύρ΄ του Άι- Θανάς΄ γινόταν στις 2 Μαΐου. Του προυί ικεί μήλο να έριχνες δε θα να πές΄. Πόσις χούρι είχι; Γκαϊντα, νταούλια. Δίπλα σντουν Άι- Θανάς΄ είχε δύο καραγάτσια. Δυο άτουμα δεν μπορούσαν να τ΄αγκαλιάσουν, τόσο χοντρά ήταν. Και ήταν απ΄του κιόσκι που είναι σήμερα μέχρι κάτ΄ στο παρεκκλής΄, πέντ΄, έξ΄ τέτοια δέντρα. Και ένα είχε απ΄τη πλευρά απ΄του νεκροταφείου, πολύ χορντρό κι εκείνο. Εκείνο μόνο του Άι- Θανασίου ντην ημέρα έτρεχι, είχι κουφάλα κι κειν ντην ημέρα έτρεχι κείνου εκεί και κόσμος πήγαινε κι έπιρνι κι σταυρώνονταν, άγιασμα του είχαν. Ύστρα στεγνούσαν τα ΄κουψαν.
Ιστορίες σχετικά με τον προστάτη Άγιο Αθανάσιο
Ο Τάσους ήταν δεκατρία, δεκατέσσερα χρουνό κι είχε τα πρόβατα εκεί κάτου σντον κάμπου και κοιμήθκι αυτό και τι βλέπ΄ όνειρο, βλέπ΄ ντουν Άι- Θανάς΄. Εκεί που κοιμόταν ντου λέει, τα πρόβατα σ΄έφυγαν αλλά μη φουβάσι. Να πάρς ασβέστ΄ και να έρθεις ν΄ασβεστώς΄ το μοναστηράκ΄ πο ΄χουμε μπροστά. Κι αυτό ξύπνησε, νύχτα ήταν τότε και πήγε και βρήκε τα πρόβατα σ΄ένα άλλο μέρος και κοιμόταν τα πρόβατα κι έρχεται την άλλη μέρα κι φωνάζ΄: <<Ιμά να πάρς ασβέστ΄κι να παένς να χρηίς΄ του παρακκλής΄>> . Και πήγαμι ύστρα κι είχι πέσ΄ ένα πουλύ μεγάλον κλαδί απάν΄ στου παρακκλής΄ κι σκάφκι κι ύστερα τ΄ασβεστούσαμι.
Άγιους Αθανάσιους είνι υπαρκτός. Πολλοί αισθάνονται ντη σκιά του. Η Σταυρούλα κι εγώ στην ανταρσία στη δημαρχία απού πίσω είχε ένα παλιό κτήριο κι πήγιναν ικεί. Σντου πόλιμο του είχι του ιππικό. Κι άμα γινόταν αγρυπνία Άι- Θανάς΄ πηγαίναμι ιμείς. Και ένα βράδ΄ η Σταυρούλα δεν κοιμόταν γιατί ακουγόταν βήματα κι πήγαιν΄ στου δεξιό του ψαλτήρ΄ κι τα φύλλα απ΄τα βιβλία που γυρνούσαν τα κοιτάζαμι. <<Φραγκούλα! Άγιους Αθανάσιους εινί!>>.
Κι ύστερα όταν ήταν η ανταρσία κι έφυγι του χουριό στην Κομοτηνή είχαμι έναν αστυνόμου κι ντουν έλιγι ντουν άντρα μ΄: <<Χρήστο αν δε γίν΄ δώδεκα η ώρα δε πλαγιάζω. Δώδεκα η ώρα βγαίν΄ Αγίους Αθανασίους γυρίζ΄ ντη πλατεία, θυμιάζ΄ κι μπαίν΄ μέσα. Κι όταν θα μπει τότε πλαγιάζω>>.
Ήταν πάλι ένας αντάρτης κι έλιγι << Μη πάτε, είνι γερά φυλαγμένου του χουριό>>. Ήταν Αγίους Αθανάσιους, αυτός που φυλάει το χωριό. Αλλ' λύσ΄ δε μπορούσαμε να δώσουμε.