Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Την ημέρα της παραμονής των Χριστουγέννων όλες οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Ένα από όλα αυτά είναι και το φαγητό, το έθιμο του Σουφλίου που λέγεται «Μπάμπου». Αυτό γίνεται από τα εξής υλικά: ένα χοιρινό έντερο, κρέας χοιρινό, κρέας μοσχαρινό, λίγο συκώτι και λίγο πνευμόνι από οποιοδήποτε ζώο, λίπος χοιρινό, λίγο πράσο ψιλοκομμένο, λίγο ρύζι, αλάτι, ρίγανη και μαύρο πιπέρι.

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων συνήθιζαν να τρώνε σε κάθε σπίτι εννιά φαγητά. Δηλαδή η κάθε νοικοκυρά μετρούσε στο σπίτι της και στο τραπέζι της εννιά νηστίσιμα φαγητά λ.χ. ελιές, κρεμμύδια κ.λ.π. Το φαγητό το ιδιαίτερο που έτρωγαν αμέσως μόλις τελείωνε η λειτουργία της γέννησης του Χριστού, δηλαδή την μπάμπου, σύμφωνα με το έθιμο που το έκανε ο νοικοκύρης. Την ώρα αυτή έριχναν στο τζάκι ένα μεγάλο ξύλο, κούτσουρο ώστε να καίει όλη τη νύχτα της γέννησης του Χριστού. Στην φωτιά αυτή και δίπλα στο κούτσουρο έβαζαν το πήλινο αγγείο και έβραζε η μπάμπου. Οι πιο μεγάλοι στην ηλικία συνήθιζαν να κοιμούνται όλη τη νύχτα και το μόνο που έκαναν ήταν να ξαπλώνουν γύρω γύρω από το τζάκι επάνω στα μαξιλάρια. Στα μικρά παιδιά τους έλεγαν ότι ανοίγει ο ουρανός αυτή τη νύχτα.

Μαζί με τα άλλα φαγητά οι νοικοκυρές ψήνανε και ψωμί χωρίς μαγιά (προζύμι) και μέσα βάζανε ένα νόμισμα. Αυτό το ψωμί το έψηναν μαζί με το βράσιμο της μπάμπου την ίδια ώρα, όχι στο φούρνο αλλά στο τζάκι.

Όταν χτυπούσαν οι καμπάνες για την γέννηση του Χριστού τότε όλοι πήγαιναν στην εκκλησία να προσευχηθούν, μόλις γύριζαν στο σπίτι αμέσως έστρωναν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Προτού να αρχίσουν ο γεροντότερος έκοβε το ψωμί χωρίς την μαγιά, ο Χριστόψωμο δηλαδή όπως το έλεγαν. Όταν το έκοβε σε μικρά κομματάκια έλεγε: «Αυτό είναι για τον Χριστό, αυτό για την Παναγία, αυτό για το σπίτι, για τα κουκούλια, για τα χωράφια και στο τέλος για τα άτομα της οικογένειας.

Τη δεύτερη εβδομάδα της Αποκριάς την έλεγαν «αλλατζιάτικη», δηλαδή την εβδομάδα αυτή μια μέρα έτρωγαν νηστίσιμο φαγητό, την άλλη όχι νηστίσιμο. Τη δευτέρα της εβδομάδας αυτής έκαναν το εξής: οι άνδρες που βρίσκονταν στα καφενεία συνεννοούνταν να κάνουν κάτι παράξενο έπαιρναν από ένα ξύλο χοντρό, που το άκρο του να ήταν διχαλωτό (τσιατάλα) και με αυτό κυνηγούσαν τα σκυλιά και με το δίχαλο τα πατούσαν στο λαιμό, ώστε να σταματήσουν και τότε ένας άνδρας έδενε στην ουρά του σκύλου με σύρμα ένα τενεκέ και κατόπιν το άφηναν να τρέχει ελεύθερο έχοντας από πίσω και τον τενεκέ. Αυτό το έκαναν σε όλα τα σκυλιά όσα μπορούσαν να πιάσουν. Υστερα όλοι μαζί έκαναν μια γραμμή ο ένας πίσω από τον άλλον και συνδέονταν μεταξύ τους με ένα σκοινί. Μπροστά πήγαινε ο ψηλός. Όλοι τους κάτι κουβαλούσαν, ένα δισάκι, άλλος σκόρδα, κρεμμύδια και κουδούνια στο λαιμό τους. Ο πρώτος είχε στο χέρι του ένα στούμπο (δηλαδή χοντρόχερο μεγάλο και ξύλινο από γουδί). Οι άνδρες αυτόν όπως ήταν στη σειρά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν στους κατοίκους του κάθε σπιτιού να προσκυνήσουν το χονδρόχερο. Εκείνοι που ήταν από πίσω πηδούσαν στον τόπο τους για να κάνουν θόρυβο και έλεγαν: «εδώ είναι το τυρί, εδώ είναι τα αυγά, εδώ το κρασί κ.λπ. και όλα τα καλά του σπιτιού». Τότε έβγαινε η νοικοκυρά και τους έδινε ότι είχε από τρόφιμα. Όλα αυτά που μάζευαν τα πήγαιναν στα καφενεία και εκεί έτρωγαν έπιναν και γλεντούσαν. Επίσης με το σχοινί που είχαν έφραζαν το δρόμο σταματούσαν στο δρόμο τους πλούσιους, του ζητούσαν χρήματα και μετά γλεντούσαν πάλι όλοι μαζί.

Χάσκαρς: Το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς ήταν συνήθεια όλοι οι μικρότεροι στην ηλικία να πηγαίνουν από νωρίς να ζητούν συγχώρεση από τους μεγαλύτερους τους συγγενείς και γείτονες. Το βράδυ στο δείπνο μαζεύονταν όλοι οι συγγενείς για να κάνουν την αποκριά σε ένα σπίτι. Αφού έτρωγαν, έπαιζαν ένα παιχνίδι που το έλεγαν «χάσκαρ» στο δωμάτιο που ήταν όλοι μαζεμένοι, από το κέντρο του ταβανιού έδεναν ένα σπάγκο τόσο μακρύ που να φτάνει ως τα κεφάλια των ανθρώπων που ήταν καθισμένοι στο πάτωμα. Στην άκρη του σπάγκου έδεναν ένα κομμάτι χαλβά (καρυδοχαλβά). Ένας πιάνει το σκοινί και το γυρίζει μπροστά από τα ανοιχτά στόματα και ύστερα το αφήνει ελεύθερο ώστε να πιάσουν τον δεμένο χαλβά με το σώμα χωρίς να πιάσουν το σκοινί με τα χέρια. Τελευταία αντί για χαλβά έδεναν ένα αυγό βραστό, δηλαδή να αρχίσουν τη νηστεία τρώγοντας τελευταία ένα αυγό και να αρχίσουν πάλι το Πάσχα με αυγό.

Την ημέρα των αγίων Σαράντα (9 Μαρτίου) η κάθε νοικοκυρά συνήθιζε να βράζει στο σπίτι της ξερό καλαμπόκι ή σιτάρι ή να κάνει λουκουμάδες σε μεγάλα σχήματα «μινίκια» ή τις λαλαγγίτες. Κυρίως οι περισσότερες νοικοκυρές συνήθιζαν να κάνουν λαλαγγίτες πάνω σε μια πυρωμένη και αλειμμένη με λάδι ή λίπος, πέτρα, όπου δεν άφηνε τη ζύμη να πέσει και να κολλήσει αλλά σχηματιζόταν μια στρογγυλή πιτούλα. Αυτές τις λαλαγγίτες κάθε νοικοκυρά μοίραζε στην γειτονιά μαζί με ζάχαρη ή πετιμέζι και έλεγε: «Σαράντα φας, σαράντα πιείς, σαράντα δώσε για ψυχή. Όσα δέντρα έσπειρες κανένα να μη ραγίσει».

Την ημέρα της γιορτής του Λαζάρου είχαν τη συνήθεια τα μικρά παιδιά να γυρνούν παρέες-παρέες από το πρωί από σπίτι σε σπίτι. Τα παιδιά αυτά ντύνονταν με τα γιορτινά τους ρούχα και στολίζονταν με όσα περισσότερα φλουριά είχαν. Στο κεφάλι τους έβαζαν λουλούδια και έτσι γυρνούσαν όλα τα συγγενικά τους και γειτονικά τους σπίτια. Στα χέρια τους κρατούσαν καλαθάκια για τα φιλοδωρήματα και μόλις έφταναν έξω από κάθε σπίτι τραγουδούσαν.

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
1682
Έτος καταγραφής
2004-05
Επώνυμο
Στογιαννίδου
Όνομα
Ιωάννα