Τελετουργίες από ΦΕΡΩΝ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Τα Χριστούγεννα αρχίζουμε από την παραμονή της γιορτή. Τα παιδιά έλεγαμε παλιά τα κάλαντα κρατώντας φανάρι, που στη βάση τους έκαιγε κερί. Μερικοί κρατούσαμε καράβι ή ομοιώματα φάτνης ή εκκλησίας που φωτιζόταν με κεριά. Το φως που τρεμόλαμπε, θύμιζε το άστρο της Βηθλεέμ. Εκτός από το τρίγωνο χρησιμοποιούσαμε συχνά και άλλα μουσικά όργανα όπως τύμπανο, κλαρίνο και τα λοιπά. Στο τέλος λέγαμε «και του χρόνου να είστε γέροι». Στα παιδιά δίναμε νομίσματα, γλυκά και ξερούς καρπούς. Γενικά την παραμονή σφάζαμε γουρουνόπουλα. Οι νοικοκυρές ζυμώναμε τα Χριστόψωμα, με ειδικά σχήματα και στολίδια, όπως αρνάκια ή αλέτρι με βόδια. Την παραμονή των Χριστουγέννων στρώναμε το τραπέζι πανηγυρικά. Τοποθετούσαμε 9 ή 7 είδη νηστίσιμων φαγητών, τα οποία συμβολίζουν τα μέρη που επισκέφθηκαν η Παναγία, ο Χριστός και ο Ιωσήφ μετά τον διωγμό του Ηρώδη. Για να περάσουν οι ώρες μέχρι να φύγουμε για το ναό, οι μεγάλοι έλεγαν ιστορίες, παραμυθία, παροιμίες. Ένα από τα παραδοσιακά μας φαγητά είναι η «Μπάμπω» την οποία κάναμε οι νοικοκυρές, την παραμονή καθαρίζαμε καλά το παχύ χοιρινό έντερο, τι γεμίζαμε με κομματάκια από κρέας συκώτι, πλιγούρι και μπαχαρικά το βράζαμε σε σιγανή φωτιά και το ψήναμε στον φούρνο. Γενικά το χριστουγεννιάτικο τραπέζι ήταν πλούσιο. Συγκεντρωνόμασταν οικογενειακά για να γευτούμε τα νόστιμα παρασκευάσματα της μητέρας. Μετά από τα φαγητά ακολουθούσε ποικιλία γλυκών, κουραμπιέδες, φοινικιά και φυσικά γλυκά σιροπιασμένα με φύλλα, που συμβολίζουν το σπαργάνωμα του Χριστού, όπως το σαραγλί που γίνεται με διάφορους τρόπους, χαλβάς αμυγδαλενιος, μπακλαβάς με αμύγδαλο, φιστίκι ή καρύδια. Απαραίτητα ήταν τα φρούτα και οι ξηροί καρποί, τα πρωτοχρονιάτικα έθιμα έχουν πολλές ομοιότητες με τα χριστουγεννιάτικα. Την παραμονή των Χριστουγέννων ψέλναμε τα κάλαντα σε ομάδες παιδιών. Οι νοικοκυρές κάναμε βασιλόπιτα, η γέμιση της οποίας ήταν από πλιγούρι. Ανάμεσα στα φύλλα βάζαμε το νόμισμα και άλλα σημάδια: κλαδάκι για το σπίτι, κουκί, σιτάρι για τα γεννήματα, σταφίδα για τα αμπέλια, τυρί για τα γελάδια και δύο κλαδάκια κρανιάς για την καλή χρονιά. Τα φώτα ή Θεοφάνια ήταν μεγάλη γιορτή γιατί αγιάζαμε τα νερά. Την παραμονή ο παπάς φωτίζει τα σπίτια. Οι αγρότες ραντίζαμε με αγιασμό τα χωράφια του στα οποία ρίχναμε και στάχτη, για να μην βγάλουν τα γεννήματα δίαυλο. Οι νοικοκυρές ρίχναμε στάχτη στις 4 γωνίες του σπιτιού, για να μην έρθουν έντομα ή άλλα κακά. Ανήμερα την Φώτων κάναμε μεγάλο αγιασμό. Συνηθίζαμε να κάνουμε πλειστηριασμό προς όφελος της εκκλησίας για το ποιος θα φέρει το Σταυρό ή την εικόνα της Βαπτίσεως. Μόλις έριχνε ο παπάς τον σταυρό στη θάλασσα ή στο ποτάμι πέφτανε και οποίος τον έπιανε γύριζε μέσα στα σπίτια και τον κερνούσαμε. Αρχίζαμε τα πασχαλινά έθιμα το Σάββατο του Λάζαρου. Του Λάζαρου κατά ομάδες τα παιδιά γυρνούσαμε από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα «λαζάδικα». Την Κυριακή των Βαΐων ο παπάς έγινε βάγια (φύλλα από δάφνη η φοίνικα) που διατηρούσαμε οι πιστοί στο εικονοστάσι για το ξεμάτιασμα. Την μεγάλη Τετάρτη κάναμε το ευχέλαιο στην εκκλησία και σε πολλά σπίτια. Ο παπάς ευλογούσε τα αυγά και το αλεύρι. Επίσης παρασκευάζαμε και το προζύμι για τα κουλούρια. Την Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τα αυγά με το ριζάρι. Κρατούσαμε την μπογιά σαράντα μέρες επειδή πιστεύαμε ότι είναι το αίμα του Χριστού. Την μεγάλη Πέμπτη επίσης ζυμώναμε τα τσουρέκια. Την μεγάλη Παρασκευή συμμετείχαμε στον δρόμο του Θεανθρώπου όπου οι γυναίκες φορούσαμε σκούρα χώματα. Το πρωί στολίζαμε τους επιταφίους με λουλούδια και τσεβρέδες. Όλη την ημέρα, οι γυναίκες φυλάγαμε τον επιτάφιο. Γράφαμε και τα ονόματα των ζωντανών και πεθαμένων που θα μνημόνευε ο παπάς. Κατά την περιφορά του επιταφίου πλαισιώναμε οι κοπέλες και τραγουδούσαμε τα πάθη του Χριστού. Το βράδυ της Ανάστασης αλληλοασπαζὀμαστε και λέμε την ευχή Χριστός Ανέστη, τσουγκρίζαμε τα κόκκινα αυγά και τρώνε μαγειρίτσα. Το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα τρώμε αρνί στη σούβλα ψητό. Θεωρούσαμε τα αναστημένα αυγά ότι είχαν ξεχωριστές ιδιότητες (είναι αυτά που παίρνουμε μαζί μας οι πιστοί στην εκκλησία για να ακούσουμε το Χριστός Ανέστη). Την Πεντηκοστή γονατίζαμε στην εκκλησία 3 φορές πάνω σε καρυδόφυλλα. Τις 2 φορές για να συγχωρέσουν οι αμαρτίες μας και την τρίτη για τους πεθαμένους. Τα φύλλα της καρυδιάς τα βάζαμε μέσα στα σεντούκια μας για να μην φάει ο σκόρος τα μάλλινα. Τις αποκριές γλεντάμε πολύ. Ένα έθιμο που αναβιώνουμε έως σήμερα, είναι το έθιμο της καμήλας το οποίο γινόταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Φτιάχναμε ένα σκελετό με ξύλα και τον ντύναμε με κουρέλια και δέρματα ώστε να πάρει την μορφή της καμήλας. Ύστερα δύο παληκαριά μπαίνουμε από κάτω και αποτελούμε τα πόδια της καμήλας. Οδηγούμε την καμήλα σε όλα τα χωριά με συνοδεία φλογέρας και σταφυλιού. Και δίνουμε στην καμήλα λουκάνικα και χρήματα. Και αυτή γονατίζει και μας φιλά το χέρι. Στη διάρκεια της περιφοράς έτρεχε η καμήλα και ξέφευγε. Τότε τρέχαμε όλοι για να την πιάσουμε και την χτυπούσαμε. Με την κακοπάθεια του ζώου θέλαμε να δείξουμε στις τις περιπέτειες του ανθρώπου μέσα στη ζωή και το χρόνο. Τις αποκριές πηγαίναμε στους γεροντότερους και μετά πηγαίναμε για να ζητήσουμε συγχώρεση. Έτσι ξεκινούσαμε τη νηστεία του Πάσχα. Ο γεροντότερος έκανε τα χασκια. Δηλαδή κερνούσε πάνω στο ταβάνι ένα κομμάτι χαλβά και κουνούσε το σκοινί. Οι υπόλοιποι γονατίζαμε και μετά χέρια πίσω προσπαθούσαμε να το πιάσουμε. Αυτός που το έπιανε ήταν ο πιο τυχερός για όλο το χρόνο. Μέσα στο γενικό αποκριάτικο ξεφάντωμα οι άνθρωποι θυμόμασταν τους πεθαμένους και τους τιμούσαμε το Ψυχοσάββατο με τις μακαριές. Κλείναμε το γλέντι με τη συγγενική τράπεζα. Την τελευταία βραδιά που την είχαμε επίσημη και με την οποία συμβολίζαμε τους οικογενειακούς δεσμούς. Την τυρίνη εβδομάδα δεν τρώγαμε κρέας. Έτσι στο πλούσιο τραπέζι που κάναμε τα φαγητά μας ήταν τυρόπιτες, χορτόπιτες, ζυμαρικά, αυγά, διάφορα γλυκά και άφθονο κρασί. Την καθαρά Δευτέρα κρατούσαμε τριήμερο δηλαδή αυστηρή νηστεία χωρίς να φάμε η να πιούμε καθόλου. Όσοι δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε ολόκληρο το τριήμερο βαστούσαμε το μισό. Όσοι δεν αντέχαμε τόσο σκληρή νηστεία έπρεπε να φάμε γιατί ήταν μεγάλη αμαρτία να λιποθυμήσουμε από πείνα. Όσοι δεν κρατούσαμε τριήμερο την καθαρά Δευτέρα τρώγαμε όσπρια, ελιές, ταραμά, στρείδια, μύδια, αυγοτάραχο, χαβιάρι, χαλβά, μέλι, ρετσέλια και άλλα. Αν ήταν καλός ο καιρός πηγαίναμε στην εξοχή με τα καλάθια και τις μπουκάλες. Ξαπλώναμε στο γρασίδι, δοκιμάζαμε τους νηστίσιμους μεζέδες και πίναμε κρασί. Ένα ακόμη έθιμο είναι το έθιμο του Αγίου Θεοδώρου. Την παραμονή του Αγίου Θεοδώρου μετά της μια το βράδυ, τα μεσάνυχτα, μαζευόμαστε μερικές παρέες αγοριών και πηγαίναμε σε διάφορα σπίτια κοριτσιών. Συνηθίζαμε να παίρνουμε διαφορά αντικείμενα τα οποία βρίσκανε στις αυλές και τα άλλαζαν θέση. Παλαιότερα τα συγκεντρώναμε σε ένα συγκεκριμένο μέρος του χωριού όπου οι ιδιοκτήτες μπορούσαν να βρούνε. Σήμερα όμως συνήθως τα πετάμε ή απλά τα κρύβουμε σε κάποια γωνία του σπιτιού. Στου Αι Γιώργη όλες οι οικογένειες ετοιμάζαμε από ένα αρνί και μια μπουγάτσα. Το βάζαμε από το βράδυ στο φούρνο και το βγάζαμε το πρωί μετά την εκκλησία. Ο παπάς, τότε, γυρνούσε από σπίτι σε σπίτι και διάβαζε ευχές. Μετά έπαιρνε ένα πόδι του αρνιού και την μπουγάτσα. Μέχρι να επισκεφτεί ο παπάς τα σπίτια του χωριού και να διαβάσει τις ευχές, δεν επιτρεπόταν σε κανένας μας να δοκιμάσει από τα φαγητά.