Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΚΑΣΤΑΝΕΩΝ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Β. Έθιμα λαϊκού εορτολογίου

     Τα Χριστούγεννα, στις Καστανιές Έβρου τα γιορτάζαμε τελείως διαφορετικά την παραμονή από ότι στις άλλες περιοχές. Συνήθως όταν αναφέρουμε την παραμονή των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς έχουμε στο μυαλό μας παιδάκια που λένε τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα για να μαζέψουν λεφτά και αναγγείλουν στους ανθρώπους τη γέννηση του Χριστού. Στο χωριό μας, η παραμονή των Χριστουγέννων είναι κάπως διαφορετική.

     Στο χωριό μας, κάθε παραμονή Χριστουγέννων, τα παλικάρια του χωριού μας δηλαδή οι άντρες και τα αγόρια νεαρής ηλικίας που δεν είχαν παντρευτεί ακόμη, γυρνούσαν σε όλα τα σπίτια του χωριού και έλεγαν τα Θρακιώτικα κάλαντα. Αυτό γινόταν πάντα με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, δηλαδή της γκάιντας το γνωστότερο θρακιώτικο όργανο και του ταμπούρλου. Ο άντρας που περπατούσε πρώτος και ουσιαστικά είναι ο αρχηγός της ομάδας φορούσε ένα καπέλο το οποίο λεγόταν καβουράκι και εκεί μέσα έβαζε τα αγαθά που του δίναμε απ’ τα σπίτια μας. 

     Την παλαιότερη εποχή, αυτά που συνήθως δίναμε ως αντάλλαγμα στα παλικάρια ήταν ξηροί καρποί, όσπρια, φρούτα και διάφορα λαχανικά. Οι πιο πλούσιοι του χωριού δίναμε δραχμές με τις οποίες αγόραζαν ποτά και φαί τα παλικάρια και διασκέδαζαν αφού πρώτα είχε γυρίσει και είχαν πει τα κάλαντα σε όλο το χωριό.

     Τα κάλαντα όμως που τραγουδούσαμε στο χωριό είναι διαφορετικά από αυτά που ακούγονται στη σημερινή εποχή. Έχουν τελείως διαφορετικές λέξεις και Θρακιώτικη προφορά. Τα κάλαντα λοιπόν που λέγονται στο χωριό μας έιναι:

‘’Παν’ βγηνικό και αν βγήκαμε,

Σαρχιντικό θα πάμε,

Ελάτε παλικάρια μου,

Να ζήσουμε τιμένα,

Να πάμε στον αφέντη μας,

Τουν πολυχρουνισμένο,

Που’χει τα σπίτια τα ψηλά,

Και τα ψηλά παλάτια,

Για να τ’ανέβω,

Δεν μπουρώ,

Και πίνω τα φαρμάκια.

Σ’αυτό του σπίτι,

Που ‘ρθαμη,

Πέτρα να μη ραγίσει,

Και ο νοικοκύρης του,

Σπιτιού, χρόνια πολλά,

Να ζήσει’’

     Τη σημερινή εποχή τηρούμε ακόμα το έθιμο με τα παληκάρια. Όλοι στο χωριό αγαπάμε αυτό το έθιμο και πιστεύουμε πως έιναι διαχρονικό και πως συνεχιστεί για πολλούς αιώνες ακόμα.

     Σήμερα, παλικάρια γίνονται τα αγόρια του λυκείου και του γυμνασίου καθώς και κάποιοι ανύπαντροι άντρες οι οποίοι όμως δεν ξεπερνούν τα εικοσιπέντε ετών. Τις  μέρες που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα τα παλικάρια πηγαίνουμε σε διάφορα σπίτια και ζητάμε από τους άντρες του σπιτιού να μας δώσουν το καδουράκι τους για να βάζουμε μέσα τα λεφτά που μαζεύουμε. Προσπαθούμε τα μαζέψουμε όσα περισσότερα καδουράκια έτσι ώστε να έχουμε όλοι από ένα.

     Την παραμονή των Χριστουγέννων γυρίζουμε τα κάλαντα στο χωριό με τη συνοδεία των μουσικών οργάνων όπως ακριβώς έκαναν και οι πρόγονοί μας. Κάθε σπίτι λοιπόν μας δίνει ότι έχει ευχαρίστηση το οποίο μπορεί να είναι ή χρήματα ή φαγώσιμα.

     Αφού τελειώσουμε τα κάλαντα, συγκεντρωνόμαστε όλα τα παλικάρια στο προαύλιο της εκκλησίας και μετράμε τα λεφτά που έχουμε μαζέψει. Αφού λοιπόν τα μετρήσουμε τα παίρνει ο αρχηγός της ομάδας για να αρχίσει τις προετοιμασίες για το βράδυ.

     Με τα λεφτά που έχουμε συγκετρώσει από τα κάλαντα, το βράδυ ετοιμάζουμε στη ταβέρνα του χωριού μας γλέντι με ζωντανή μουσική όπου είναι πληρωμένο από τα λεφτά που συγκεντρώσαμε από τα κάλαντα. Όλο το χωριό έρχεται σε αυτό το γλέντι, τρώει πίνει χορεύει και διασκεδάζει μέχρι το πρωί. Τέλος, τα παλικάρια χόρευαν όλα μαζί το παραδοσιακό ζωναράδικο τραγούδι ‘’Στέργιος’’.

     Την ημέρα των Χριστουγέννων, την παλαιότερη εποχή αφού γυρνούσαμε από την εκκλησία το παραδοσιακό μας φαγητό ήτανε χοιρινό με πατάτες και σαλάτα. Επειδή, τότε λόγω οικονομικής στενότητας τρώγαμε περισσότερα λαχανικά παρά κρέας για την ημέρα των Χριστουγέννων οπού ήταν και μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της ορθοδοξίας, σφάξαμε τον μόσχο από την αυλή μας τον οποίο θρέφαμε για αυτό το λόγο. Επίσης, όποια συγγενική μας ή φιλική μας οικογένεια ήταν πιο στενά οικονομικά και δεν έτρεφε ζώα, τις δίναμε εμείς λίγο από το δικό μας κρέας και εκείνη ως αντάλλαγμα τρόφιμα ή αγαθά δικιάς της παραγωγής. Μαζευόμασταν λοιπόν όλη η οικογένεια και αφού κάναμε την προσευχή μας και ευχόμασταν ο ένας τον άλλον ‘’Χρόνια πολλά’’ και κάναμε την προσευχή μας τρώγαμε το γιορτινό μας τραπέζι.

     Την παραμονή των Χριστουγέννων τα φαγητά που τρώγαμε ήταν πολύ πιο απλά και ελαφριά. Εμείς πάνω στο τραπέζι μας είχαμε την παραμονή των Χριστουγέννων εννέα διαφορετικά φαγητά. Λογώ της λιτής ζωής μας σαν ένα φαγητό μπορούσε να μετρηθεί το ψωμί, το τυρί ή και οι ελιές και όχι απαραίτητα ένα χορταστικό γεύμα. Αφού λοιπόν η νοικοκυρά του σπιτιού στρώσει το τραπέζι το μεγαλύτερο αρσενικό του σπιτιού που συνήθως είναι ο πατέρας του σπιτιού θυμιατίζει το σπίτι λέει μια προσευχή και εύχεται στη οικογένεια και σε όλο το κόσμο Χρόνια Πολλά και Καλά Χριστούγεννα. Εκτός από τον χώρο της κουζίνας, ο πατέρας μας θυμιατίζει και σταυρώνει όλα τα δωμάτια. Τέλος, καθόμαστε στο τραπέζι όλη η οικογένεια και τρώμε όλοι μαζί.

     Τα Φώτα, όταν πλέον φτάνουμε στο τέλος των εορτών, στο χωριό επικρατεί άλλο έθιμο. Το πρωί σηκωνόμασταν όλη η οικογένεια και πηγαίνουμε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να ακούσουμε τη Θεία Λειτουργία. Ήδη μέσα στο Ναό υπήρχε ένα λευκό περιστέρι που συμβολίζει την Αγία Τριάδα «Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα». Προς το τέλος της Λειτουργίας ένας από τους ιερείς της εκκλησίας αφήνει το περιστέρι ελεύθερο και εκείνο πετάει ελεύθερο στο ναό.

     Αργότερα, μετά τη λήξη της θείας Λειτουργίας, όλοι οι χωριανοί πηγαίνουμε στον ποταμό Άρδα ο οποίος βρίσκεται 500 μέτρα μακριά από το χωριό. Εκεί στις όχθες του ποταμού ο ιερέας πετάει τον τίμιο σταυρό στο ποτάμι λέγοντας τη φράση « ‘Εν Ιορδάνη βαφτιζομένου σου Κύριε και της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις». Μόλις ακουστεί αυτή η φράση οι περισσότεροι άντρες του χωριού μας μπαίνουν μέσα στο νερό για να πιάσουν τον Σταυρό. Όποιος τον πιάσει τον βγάζει στην ακτή. Το πέταμα του Τίμιου Σταυρού γίνεται στο χωριό μας ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Όταν δηλαδή βρέχει ή όταν χιονίζει ακόμα και όταν η θερμοκρασία είναι πολύ χαμηλή και τα νερά του ποταμού πολύ παγωμένα.

     Στη συνέχεια, ο άντρας ο οποίος έπιασε τον Σταυρό γυρίζει σε όλο το χωριό με τον ιερέα και τον Σταυρό στο χέρι και εμείς του δίνουμε όσπρια, φρούτα, ξηρούς καρπούς ακόμα και χρήματα. Η γιορτή αυτή των Θεοφανίων είναι πολύ σημαντική για το χωριό μας γιατί λόγω του ποταμού Άρδα έχουμε την ευκαιρία να την τιμάμε όπως πρέπει. 

     Ένα ή δύο μήνες μετά τα Φώτα χαρακτηριστικό έθιμο του χωριού μας είναι το έθιμο του Μπέη. Μπέης ονομαζόταν ο Οθωμανός αξιωματούχος που εξουσίαζε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Οι υπόδουλοι Θρακιώτες για μία μόνο μέρα μπορούσαν να κάνουν ότι θέλουν τους Οθωμανούς να τους πειράξουν ή ακόμα και να τους βρίσουν. Αυτή λοιπόν η μέρα ήταν η Καθαρά Δευτέρα. Αυτός ο άντρας ο οποίος γίνεται Μπέης στο χωριό μας είναι καθισμένος στην πλατφόρμα ενός τρακτέρ και συνοδεύεται από την ακολουθία του. Οι ακόλουθοι μπορεί να είναι μουσικοί χανουμάκια και χανούμισσες, τον έφορα, τον γιατρό, τη νοσοκόμα, τον γύφτο και τη γύφτισσα και τα μωρά της, αράπηδες, όλα τα παιδιά των Καστανεών καθώς και όσοι θέλουν να ακολουθήσουν την πλατφόρμα του Μπέη μέσα σε όλο το χωριό. Ο Μπέης περνάει από σοκάκι σε σοκάκι τους σπιτιού μας και μαζεύει από τους χωριανούς τον υποτιθέμενο «Φόρο εισοδήματος» που πλήρωναν παλαιότερα οι Έλληνες υπόδουλοι στους κυριάρχους μουσουλμάνους. Σε κάθε αυλή η νοικοκυρά κερνούσε όλη τη συνοδεία με κρασί και ούζο, μεζέδες και γλυκά και ο νοικοκύρης δίνει τον φόρο δηλαδή χρήματα. Για αντάλλαγμα αυτής της πράξης ο Μπέης και η συνοδεία του πετούσε σε κάθε οικογένεια ξηρούς καρπούς, φρούτα και λίγα γλυκά. Αυτό γινόταν κυρίως για τη χαρά των παιδιών. Ο φόρος αυτός μεταφράζεται σε χρήμα ή σε σιτάρι. Αφού δωθεί στον Μπέη το δοχείο με το σιτάρι και τα χρήματα τους εύχεται «Καλή σοδειά και καλή προκοπή». Αυτές τις δύο ευχές ο Μπέης και η ακολουθία τις έχουν γραμμένες και πίσω από την πλατφόρμα του.

     Αφού τελειώσει η περιοδεία του Μπέη αρχίζει το δύσκολο κομμάτι της δουλειάς του. Η Μπέης ανεβαίνει στη μπροστινή θέση της πλατφόρμας για να ξεχωρίσει από την υπόλοιπη ακολουθία και μαζί με το άρμα του οδηγείται προς τον ποταμό Άρδα. Εκεί, οι χανούμισσες του αφαιρούν το φέσι και του φοράνε ένα μεγάλο ξύλινο καπέλο το οποίο είναι γεμάτο με πούπουλα. Στη συνέχεια, όλη η ακολουθία τον σηκώνει από την πλατφόρμα και τον ρίχνουν στο ποτάμι. Ο Μπέης, αφού μπει μέσα, βγάζει το καπέλο και βρέχει όλο το πλήθος με το νερό του ποταμού ως τιμωρία. Ακολούθως, ανεβαίνει πάλι στο άρμα και μαζί με την ακολουθία και τη πομπή του χωριού, πηγαίνουμε όλοι μαζί προς την πλατεία.

     Μετά ο Μπέης πηγαίνει στη πλατεία του χωριού, για να γίνουν εκεί τα απαραίτητα έθιμα. Τότε ο Μπέης κατεβαίνει από την πλατφόρμα και αρχίζει να μετράει το χωράφι για να «κόψει κατιάκι».

     Φυσικά, όπως λένε πάντα κλέβει στο μέτρημα του χωραφιού. Μετά βάζει τα κεφάλια των αράπηδων στη θέση όπου βάζανε τα κεφάλια των ζώων στο αλέτρι. Συνήθως οι αράπηδες είναι νεόπαντροι άντρες. Το όργωμα έχει αρχίσει με τους αράπηδες στη θέση των ζώων. Στη πορεία όμως αρχίζουν να κάνουν νούμερα όπως για παράδειγμα να λιποθυμούν, να αρχίσουν τα τρέχουν για να ξεφύγουν το μαρτύριο. Όμως, όπως ήδη έχουμε πει, υπάρχει εκεί ο γιατρός και η νοσοκόμα που τους δίνουν φάρμακα και να κάνουν γιατροσόφια και τους επαναφέρουν πάλι στο δύσκολο έργο του ζυγού, χωρίς να έχουν τώρα καμία δικαιολογία διαφυγής.

     Στη συνέχεια, ακολουθεί η σπορά. Ο Μπέης αρχίζει και σπέρνει σιτάρι ή καλαμπόκι για να πάει καλά η σοδειά. Μετά τη σοδειά σειρά έχει ο Θέρος. Το θέρισμα γίνεται με δρεπάνια από τους κουρουτζήδες και στο τέλος ξαπλώνονται ο ένας πάνω στον άλλον και σχηματίζουν τη θυμωνιά δηλαδή μια στίβα από δομοκά. Αφού θεριστεί το σιτάρι ακολουθεί το αλώνισμα το οποίο γίνεται με τον παραδοσιακό πάντα τρόπο. Το αλώνισμα γίνεται με τη ντουκάνα. Η ντουκάνα ήταν ένα  μεγάλο ξύλινο εργαλείο το οποίο έχει πάνω του μικρές κοφτερές πετρούλες και όταν σέρνεται στο αλώνι ξεχωρίζει το σιτάρι από τα στάχυα. Η ντουκάνα σέρνεται κανονικά από τα ζώα αλλά στη περίπτωση του εθίμου από τους Αράπηδες για να γίνει με αυτόν τον τρόπο εμφανής η εκμετάλλευση του ανθρώπου και στη συγκεκριμένη περίπτωση του υπόδουλου Έλληνα.

     Το έθιμο του Μπέη ένα από τα χαρακτηριστικά έθιμα της Βόρειας Θράκης. Έχει ως σκοπό να μας αναπαραστήσει, με κωμικό βέβαια τρόπο τον απάνθρωπο και χυδαίο τρόπο συμπεριφοράς των μουσουλμάνων προς τους υπόδουλους Έλληνες όταν η Θράκη βρισκόταν 600 χρόνια κάτω από τον Τουρκικό ζυγό.

     Το χωριό μας, γιορτάζει επίσης και σε πολύ έντονο κλίμα την Μεγάλη Εβδομάδα καθώς και την Κυριακή των Βαϊων. Το Πάσχα όπως άλλωστε και τα Χριστούγεννα είναι οι δύο μεγαλύτερες γιορτές της Ορθοδοξίας και για τις Καστανιές είναι πολύ ιερές.

     Την Κυριακή των Βαϊων όπως άλλωστε και όλη η Ελλάδα έτσι και στο χωριό τρώμε μπακαλιάρο. Την παλαιότερη εποχή συνήθως τρώγαμε κάποιο άλλο ψάρι όπως σαρδέλα ή σκορδαλιά την οποία την έφτιαχναν οι νοικοκυρές στο σπίτι τους. Το απόγευμα πηγαίναμε στην εκκλησία για να παρακολουθήσουμε την Λειτουργία. Γύρω στις εννέα το βράδυ, χαμήλωναν τα φώτα της εκκλησίας και τότε οι γυναίκες ρίχναμε τις μαντήλες μας κάτω στο πάτωμα αλλά και ότι άλλο ρούχο διαθέταμε γονατίζαμε και προσευχόμασταν. Στη συνέχεια ο ιερέας κατώντας την εικόνα του Ιησού και σε συνοδεία με τους ψάλτες περνάνε από πάνω από τα ριγμένα μας ρούχα. Αυτό συμβολίζει την είσοδο του Ιησού στη Ιερουσαλήμ και η υποδοχή του από τους κατοίκους της πόλης.

     Από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι και την Κυριακή του Πάσχα η περίοδος αυτή ονομάζεται μεγάλη Εβδομάδα. Αυτή η εβδομάδα όλος ο κόσμος έτσι και εμείς νηστεύουμε από λαδερά, κρέας, ψάρι και γαλακτοκομικά καθώς και από κακές πράξεις και συμπεριφορές. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα γίνεται ο ορθρός και ο εσπερινός της Μεγάλης Εβδομάδας.

     Την Μεγάλη Πέμπτη διαβάζονται στην εκκλησία μας τα δώδεκα Ευαγγέλια. Τα Εγκώμια διαβάζονται στην Εκκλησία από τις γυναίκες του χωριού και εμείς τις ακούμε με ευλάβεια και σεβασμό και σιγοψιθυρίζουμε αυτούς τους ύμνους. Στη συνέχεια γίνεται η αναπαράσταση της Σταύρωσης του Ιησού. Χαμηλώνουν τα φώτα και ο παπάς κρατώντας ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό με αναπαράσταση του Ιησού επαναλαμβάνει τρεις φορές τη φράση «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Αυτά τα λίγα λεπτά είναι πολύ συγκινητικά και μας κάνουν να φανταστούμε εικόνες από τη σύλληψη αλλά και την Σταύρωση του Χριστού.

     Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μέρα πένθους και θλίψης. Το πρωί στον όρθρο γίνεται η αποκαθήλωση όπου ο ιερέας κατεβάζει τον Ιησού από τον σταυρό τυλίγοντάς τον με ένα άσπρο σεντόνι. Η καμπάνα της εκκλησίας μας χτυπά πένθιμα όλη την ημέρα για να μας υπενθυμίσει την κηδεία του Χριστού. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γυρίζεται στο χωριό μας ο Επιτάφιος. Τον επιτάφιο τον κρατάνε τέσσερις άντρες οι οποίοι όμως πρέπει να έιναι στο ίδιο ύψος. Στην περιφορά, μπροστά από τον επιτάφιο βρίσκονται οι ιερείς με τα εξαπτέρυγα και πίσω του γυναίκες του χωριού οι οποίες ψάλουν μυρολόγια για τον Χριστό. Η πομπή είναι πολύ μεγάλη. Όλοι εμείς που ακολουθούμε έχουμε αναμμένο ένα κερί και προσέχουμε να μη σβήσει μέχρι το τέλος της περιφοράς.

     Μόλις τελειώσει η πομπή και επιστρέψουμε στην εκκλησία όλοι οι πιστοί περνάμε κάτω από τον επιτάφιο είτε περπατώντας είτε μπουσουλώντας κάνοντας σχήμα Σταυρού. Στη συνέχεια προσκυνάμε την εικόνα και παίρνουμε γαρύφαλλα και μύρο. Την παλαιότερη εποχή τον επιτάφιο τον στολίζαμε οι γυναίκες του χωριού το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης με άνθη του κήπου μας  τα οποία ήταν συνήθως γαρύφαλλα.

     Το Μεγάλο Σάββατο, είναι η μέρα της Ανάστασης του Χριστού. Το πρωί πάμε όλοι στον Όρθρο και το μεσημέρι όλη η οικογένεια τρώμε θαλασσινά με βραστές πατάτες. Το φαγητό μας είναι ελαφρύ. Ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά για το βράδυ της Ανάστασης. Κατά τις δέκα το  βράδυ αρχίζει η εκκλησία. Όλοι οι πιστοί οδεύουν προς τον ναό έχοντας μαζί τους κόκκινα αυγά και τη λαμπάδα μας. Όταν πλησιάζει 12 ο πάτερ μαζί με τη συνοδεία του βγαίνει στο προαύλιο του ναού και συνεχίζει εκεί τη Λειτουργία. Μόλις πάει 12 αρχίζουν τα χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες και εμείς τσουγκρίζουμε τα αυγά και ευχόμαστε ο ένας στον άλλον ΄΄Χριστός Ανέστη΄΄. Ύστερα από αυτό ξαναμπαίνουμε μέσα στο ναό μέχρι να τελειώσει η Θεία Λειτουργία.

     Την επόμενη μέρα το πρωί γίνεται στο χωριό μας περιφορά της εικόνας της Αναστάσεως του Ιησού όπου ακολουθεί όλο το χωριό οι οποίοι φορώντας τα καλά τους ρούχα γιορτάζουν αυτή τη χαρμόσυνη μέρα. Στη συνέχεια, στα σπίτια μας ετοιμάζουμε γλέντι στην αυλή μαζί με όλη μας την οικογένεια ψήνοντας κατσίκι και διάφορα άλλα κρεατικά.    

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2993
Έτος καταγραφής
2016-17
Επώνυμο
Ζιώλγα
Όνομα
Αναστασία
Εικόνες