Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΝΕΑΣ ΒΥΣΣΗΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Τα Χριστούγεννα γινόταν τα τεμπελέκια. Νεαρά αγόρια τα οποία είχαν τελειώσει το
δημοτικό σχολείο, έφτιαχναν παρέες- ομάδες που τις ονόμαζαν «τσέτες» και
τριγύριζαν στο χωριό την πρώτη και δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων λέγοντας
τραγούδια σε σπίτια συγγενών και φίλων.
Η ομάδα είχε μια συγκεκριμένη δομή. Είχε έναν αρχηγό τον «Νταιρεμπάση» που
συνήθως ήταν αυτός που γνώριζε τα τραγούδια και τον «καμηλιέρη» αυτόν που
προστάτευε την ομάδα από τις αντίπαλες ομάδες, φορούσε παλιά ρούχα και είχε
καλυμμένο το πρόσωπο με μαντήλα. Οι νεαροί που έκαναν τα τεμπελέκια
φορούσαν τραγιάσκα στο κεφάλι λεγόταν «σιάπκα» είχαν στο αριστερό πέτο από το
σακάκι καρφιτσωμένο τον «αμάραντο» φύλλα κισσού που είχαν καλυμμένα πάνω
τους ψεύτικα φύλλα χρυσού και φορούσαν μπότες από λάστιχο, τα ‘’ποδήματα’’
που τις γυρνούσαν στο πάνω μέρος για να φαίνεται το άσπρο μέρος το εσωτερικό.
Ο αριθμός των μελών της παρέας δεν ήταν συγκεκριμένος. Συνήθως όμως δεν
ξεπερνούσε τα 15 άτομα. Η παρέα είναι εξοπλισμένη με τον «νταιρέ». Ήταν ένα
αυτοσχέδιο ντέφι που φτιαχνόταν ως εξής: Από ένα ξύλινο κόσκινο που κοσκίνιζαν
το αλεύρι, αφαιρούσαν την σίτα έκοβαν το πλαινό ξύλο σε ορισμένες τετράγωνες
τρύπες και τοποθετούσαν εκεί κομμάτια λαμαρίνας (από τενεκέ συνήθως)
στρόγγυλα, ώστε να παράγουν ήχο. Στην μια πλευρά του νταιρέ τοποθετούσαν
δέρμα το τέντωναν πάρα πολύ καλά και στην συνέχεια έβαφαν τον «ντταιρέ» στο
χρώμα που τους άρεσε. Από τις αρχές του Δεκέμβρη η παρέα συγκεντρώνονταν στο
σπίτι κάποιου από τα μέλη της και ξεκινούσαν τις πρόβες των τραγουδιών.
Παράλληλα, σχεδίαζαν ποια σπίτια θα επισκεφτούν για να πουν τα ανάλογα
τραγούδια τα οποία είχαν σχέση με την οικογενειακή κατάσταση του καθενός. Όταν
λοιπόν έφταναν τα Χριστούγεννα η παρέα ξεκινούσε τα «τεμπελέκια».
Στο δρόμο τραγουδούσαν το τραγούδι του δρόμου:
«Χελιδόνια που πετάτε
χελιδόνια που πετάτε
μες τα γάργαρα νερά μες τα γάργαρα νερά
εμπρός αφέντη μου μπροστά».
Φτάνοντας στο σπίτι, χτυπούσαν την πόρτα και ταυτόχρονα τραγουδούσαν :
«Άνοιξε κυρά μ’ την πόρτα σου
την πόρτα σου την καρένια
έχου δυο λόγια να σε πω
και κείνα ζαχαρένια».
Αν δεν άνοιγε η πόρτα του σπιτιού οι «τεμπελεκτσήδες» έφευγαν τραγουδώντας :
«Αρκούδα μας η μαλλιαρή,
μι μαλλιαρά ποδάρια
δεν την βαστάει ο κώλος της
να βγει στα παλικάρια».
Όταν έμπαιναν στο σπίτι έμπαιναν όλοι στο χαγιάτι του και ξεκινούσαν το τραγούδι:
ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
«Αρχή τα δόξα το Χριστό
Χριστός τώρα γεννιέται
γεννιέται και βαφτίζεται
στους ουρανούς απάνω
και παλ’ θέλει να κατεβεί
στου θρόνου να καθίσει
στου μόσχου και στου λίβανου
και στην πολλή θυμίαμα».
ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ
«Αφέντη μου στην πόρτα σου
χρυσή καντήλα φέγγει
αν βάλεις λάδ’ θα καίγετι
αν βάλεις λάδ’ θα καίει».
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
«Κυρά μ’ χρυσή κυρά μ’ αργυρή
κυρά μαλαματένια
κυρά μ’ όταν στολίζεσαι
έχεις χαρά μεγάλη
έχεις τον γήλιου πρόσωπο
και το φεγγάρι ακαίριου
του άστρου τουν αυγερινό
καθάριο δαχτυλίδι».
ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ
«Το παλικάρι τ’ όμορφου
του παραπονεμένου
στραβώνει την σιαπκούδα του
και καν’ του μεθυσμένου»
ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΤΗ
«Γραμματικός και αν έκατσει
έκατσει για να γράψει
και από το πολύ το γράψιμο
του χυθηκ’ το μελάνι».
ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΚΡΟ
«Ένα μικρού μικρούτσικου,
Σαββατογεννημένου
την Κυριακή βαφτίζεται
βγαίνει στο μισοχώρι».
ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ
«Να ζήστε χρόνια εκατό και χίλιες εβδομάδες και του χρον».
Ο νοικοκύρης τους έδινε χρήματα και η νοικοκυρά τους κερνούσε κρασί και μεζέ.
Φεύγοντας από το σπίτι έλεγαν
«Απ’ αρχοντικό σπιτ’ βγήκαμε
σ’ αρχοντικό θα πάμει Αρχοντ’ σ με την αρχόντισσα
στην σκάλα κατεβαίνει
όσα σκαλοπατήματα, τόσα λόγια την λέει
έχεις στην ρόκα σου μαλλί
στ’ αδράχτι σου κανέλα
και στο ζουλούφι σου μπουρμπά,
καρφίτσα κουκουλένια».
Στον δρόμο έλεγαν κι άλλο τραγούδι :
«Αντίκρισα τον γέροντα
σ’ ένα στενό σοκάκι
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ
Στάθηκα και τον ρώτησα
πως πιάνεται η αγάπη
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ
Από τα μάτια πιάνεται
στα χείλη κατεβαίνει
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ
και από τα χείλη στην καρδιά
ριζώνει και δεν βγαίνει
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ
Σαν ρίζωσε, κλωνάρισε
έκανε ένα λουλούδι
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ
και όποιος το μοσχομύρισε αγάπη δεν χορταίνει,
τριαλαλόμ, τριαλαλόμ».
Α)Τα μικρότερα παιδιά έκαναν «κόλιντρα». Την ημέρα των Χριστουγέννων τα μικρά
αγόρια (8-12 ετών) έπαιρναν μακριά κλαδιά από μουριές, τις βίτσες και περνούσαν
από τα σπίτια χτυπώντας κάτω τις βέργες και τραγουδώντας :
«κοκοκο, μπιμπιμπι, τικτικτικ, κόλιντρα.
Να την φαν τα σκυλιά κι την αλεπού

που φάγει τα μισά τα πουλιά
και τον κουτσοπέτεινο».
Οι νοικοκυρές έβγαιναν και κερνούσαν καρύδια, ξυλοκέρατα και σύκα
αποξηραμένα.
Β)Τα ακόμη μικρότερα παιδιά έκαναν το έθιμο της «καμήλας». Την ημέρα των
Χριστουγέννων πήγαιναν στα σπίτια των συγγενών και γειτόνων και έλεγαν:
«Παρά κουλίκ, παρά κουλίκ, παρά κουλίκ». Δηλαδή χρήματα ή κουλούρι.
Ανταμείβονταν είτε με χρήματα είτε με γλυκά ή φαγητά».
Γ)ΕΘΙΜΑ ΑΠΟΚΡΙΑΣ
Μια βδομάδα πριν την Καθαρά Δευτέρα γινόταν το έθιμο του «Μπέη». Μπέης
οριζόταν κάθε χρόνο ένας άνδρας του χωριού συνήθως μετά από κλήρωση. Ο
Μπέης κάθεται πάνω σε ένα αμάξι και οι αγελάδες που το σέρνουν είναι
στολισμένες με γαλάζιες χάντρες (τα μουντζούκια). Ο Μπέης φοράει μια μάλλινη
χοντρή κάπα και στο κεφάλι ένα μυτερό καλάθι αντί για καπέλο. Έχει ένα κομπολόι
με πάρα πολύ μεγάλες χάντρες. Διαθέτει και την «τοπούζα» ένα ξύλο με σφαιρικό
εξόγκωμα για να δικάζει τους πλούσιους κατοίκους του χωριού. Τον «Μπέη»
συνοδεύουν οι «κοκώνες». Είναι άνδρες ντυμένοι με γυναικείες φορεσιές με
τσεμπέρια στο κεφάλι, στήθος από κουρέλια ή πορτοκάλια ή μήλα και κοκκινάδι
στα μάγουλα. Η όλη πομπή συνοδεύεται από τους ήχους της γκάιντας. Περνάνε από
τα σπίτια και ο Μπέης με δυνατή φωνή λέει: «Πιρσά πολλά, πινούδια,
μπιμπινούδια(γαλοπούλες), μουσκαρούδια, φκάλια(σκούπες), καρπούζια,
καβούνια(πεπόνι) καλή γεροσύνη και καλό μπιρεκέτ’». Κατόπι ο Μπέης σκορπάει
σιτάρι με το χέρι του. Ο νοικοκύρης έχει την υποχρέωση να δώσει αμοιβή σε είδος,
σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, αυγά, αλεύρι ή και δεμάτια με (φκάλια). Αν ο
νοικοκύρης είναι πλούσιος, οι «κοκώνες» τον κυνηγάνε, τον σηκώνουν στα χέρια
και αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα τον πάνε στον «Μπέη». Αυτός τον χτυπά με την
«τοπούζα» στα πόδια και τον υποχρεώνει να δώσει χρήματα ή κάποιο είδος σε
μεγάλη ποσότητα για να εξοικονομήσει όσο το δυνατόν περισσότερα έσοδα. Το
πέρασμα του Μπέη από το σπίτι, θεωρείται ένδειξη για καλό «μπερεκέτι». Στο
τέλος της ημέρας όλη η πομπή κατευθύνεται στο γήπεδο που γίνεται το «ρίξιμο»
του Μπέη. Οι «κοκώνες» τον πετάνε κάτω από το αμάξι και αφού ο Μπέης σηκωθεί
παίρνει τον «πλούχο» (το άροτρο) και οργώνει με το ζευγάρι το οποίο είναι δύο με
τις κοκώνες. Στην συνέχεια ο Μπέης αρχίζει την σπορά με σιτάρι. Τέλος όλοι
χορεύουν υπό τους ήχους της γκάιντας.
Δ)ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Την Μεγάλη Πέμπτη βαφόταν τα αυγά. Το πρώτο αυγό που βαφόταν ονομαζόταν
«της Παναγιάς» και με αυτό έκαναν ένα σταυρό στο μέτωπο του κάθε παιδιού και
στην συνέχεια το τοποθετούσαν στο εικονοστάσι και έμεινε όλο το χρόνο. Το βράδυ
στην εκκλησία αφού έβγαινε ο σταυρός με τον εσταυρωμένο οι παρευρισκόμενοι
στην εκκλησία συμμετείχαν σε ένα είδος πληστηριασμού προκειμένου να πάρουντον σταυρό. Προσέφεραν χρήματα στον παπά για να κουβαλήσουν τον σταυρό στην περιφορά. Τα χρήματα αυτά πήγαιναν στο ταμείο της εκκλησίας. Την Μ.Παρασκευή νηστεύουν όλη την ημέρα από λάδι και δεν επιτρεπόταν να μασήσουν μαστίχα. Το
πρωί φτιάχνουν τα τσουρέκια και το βράδυ οικογενειακώς όλοι πηγαίνουν στην
εκκλησία όπου φάλλωνται τα εγκώμια από τις μυροφόρες, νεαρά κορίτσια
ανύπαντρα και ελεύθερα. Το Μ. Σάββατο την ακολουθία της Αναστάσεως την
ακολουθούν όλα τα μέλη της οικογένειας. Στο προαύλιο της εκκλησίας μετά το
«Χριστός Ανέστη» γίνεται το τσούγκρισμα των αυγών. Στη συνέχεια όλοι
επιστρέφουν στο σπίτι όπου σερβίρεται η ζεστή σούπα, η μαγειρίτσα. Την Κυριακή
της Ανάστασης έξω από την εκκλησία τα παιδιά τσούγκριζαν αυγά, παίζοντας ένα
ιδιότυπο παιχνίδι που λέγονταν «τσίγκιρ και πάρσιμο». Τσούγκριζαν τα αυγά και ο
νικητής έπαιρνε το αυγό του ηττημένου. Την δεύτερη μέρα του Πάσχα έφτιαχναν το
«κουρμπάνι». Ήταν ψιλοκομμένο κρεμμύδι με κρέας αρνιού ή κότας ψημένο σε
ταψί στο φούρνο.
Ε) ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής
Στις 26 Ιουλίου ημέρα της Αγίας Παρασκευής γίνεται το πανηγύρι του χωριού. Αν
και το χωριό διαθέτει 2 εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου στο κάτω χωριό και των
Αγίων Κων/νου και Ελένης στο πάνω χωριό , η Βύσσα πανηγυρίζει στις 26 Ιουλίου. Ο
εορτασμός αυτός οφείλεται στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται
περίπου 4χλμ. από το χωριό κοντά στην σιδηροδρομική γραμμή και στα σύνορα με
τη Τουρκία. Σύμφωνα με την παράδοση ένας χωριανός είδε όραμα την Αγία
Παρασκευή να του δίδει οδηγίες να πάει στον συγκεκριμένο λόφο να σκάψει και να
βρει αγίασμα και την εικόνα της. Πράγματι στην βάση του υψώματος που είναι
χτισμένο το ξωκλήσι υπάρχει πηγή από την οποία αναβλύζει το αγίασμα. Σήμερα
στον περιβάλλοντα χώρο έχει ξεκινήσει να χτίζεται και πλέον λειτουργεί το
μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής και της Αγίας Σκέπης με πρωτοβουλία του
αρχιμανδρίτη Ορεστιάδος. Στο πανηγύρι αυτό συμμετείχε αρκετός κόσμος τόσο από
το χωριό όσο και από τα άλλα χωριά. Πήγαιναν αργά το απόγευμα
παρακολουθούσαν την λειτουργία και στην συνέχεια διανυκτέρευαν εκεί στην
ύπαιθρο. Λόγω της μεγάλης συμμετοχής του κόσμου υπήρχαν πλανόδιοι πωλητές
που συγκέντρωναν την προσοχή και το ενδιαφέρον του πλήθους.
ΣΤ) ΚΑΝΙΛΙΤΣΑ(ΚΛΗΔΩΝΑΣ)
Ήταν ένα έθιμο του καλοκαιριού στο οποίο συμμετείχαν νερά κορίτσια που είχαν
τελειώσει το δημοτικό. Γινόταν ανά γειτονιές αργά το απόγευμα και το βράδυ. Τα
κορίτσια καθόταν σε κύκλο και στην μέση καθόταν μια νιόπαντρη κοπέλα που είχε
«μαστραπά» (μεταλλικό κύπελλο για νερό) τσίγκινο γεμάτο νερό και λουλούδια.
Έβαζαν μέσα στον μαστραπά κλωστές (σημάδια λεγόταν) που το καθένα ήταν
διαφορετικό και ανήκε σε διαφορετικό κορίτσι. Η νιόπαντρη τραβούσε μια κλωστή
που αντιστοιχούσε σε κάθε μία από τις κοπέλες και έλεγε:
«Άνοιξε κλήδων άνοιξε

ν’ ανοιξ’ το ριζικό σου
όσα καλά της Βενετιάς
όλα δικά σου να ναι».
Τα κορίτσια απαντούσαν εν χορώ
«Μας άνοιξαν τον μαστραπά
να πούμε τα τραγούδια
να μας ακούσουν έμορφες
και τα παλικαρούδια».
Στην συνέχεια τραγουδούσαν διάφορα αυτοσχέδια τραγούδια από τις κοπέλες που
βρισκόταν εκεί. Τα τραγούδια αυτά ονομάζονταν «μανέδες». Διάφοροι μανέδες που
ακουγόταν:
«Το πληγωμένο στήθος μου
πονάει μα δεν το λέει
τα χείλια μου και αν τραγουδούν
μέσα η καρδιά μου λέει».
«Από όλα τα άστρα του ουρανού
ένα μόνο σου μοιάζει
κείνο που βγαίνει το πρωί
όταν γλυκοχαράζει».
«Δεν ειν’ ο έρωτας ανθός
μαζί του για να παίξεις
μον’ είναι τα αγκάθια σουλβερά
κι αλίμονο σου αν μπλέξεις».
«Ποιος είδε τέτοιο πόλεμο
πολεμούν τα μάτια
χωρίς μαχαίρια και σπαθιά
και γίνονται κομμάτια».
«Στο παραθύρι κάθονται
Μάνα και θυγατέρα
και η μάνα μοιάζει πέρδικα και η κόρη περιστέρα».
«Τα βότανα τα φάρμακα
μον’ το κορμί γιατρεύουν
μα οι πληγές μες την καρδιά
άλλο γιατρό γυρεύουν».
«Ξενιτεμένο μου πουλί
Και παραπονεμένο
η ξενιτιά σε χαίρεται
και γω σε έχω χαμένο».
«Χελιδονάκι θα γενώ
να κάτσω στο λαιμό σου
να σου φιλήσω την ελιά
που χεις στο μάγουλο σου».

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2783
Έτος καταγραφής
2014-15
Επώνυμο
Κανίδης
Όνομα
Θεόδωρος