Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ-ΣΑΠΩΝ, ΣΑΠΩΝ

109 Β

Κενανίδου Σόνια

Α΄ ΕξάμηνοΑριθμός μητρώου: 255

 

Περιοχή όπου έγινε η επιτόπια επιφανειακή έρευνα: Σάππες Ν. Ροδόπης

Περίοδος έρευνας: Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1995

 

Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα

Από του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου) και για σαράντα ακριβώς μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα νηστεύουμε. Αυτή η νηστεία όμως δεν είναι τόσο βαριά όσο το σαρανταήμερο του Πάσχα. Σ΄αυτήν μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα τρώγανε ψάρι.

Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου- 5 Ιανουαρίου)

Θρακιώτες

Εμείς τα Χριστούγεννα τη παραμονή θυμιάζουμε, κάνουμε το θυμίασμα. Παίρνουμε του Χριστού τη κουλούρα, το κουλίκ(ι). Αυτό είναι ψωμί ζυμωτό, σταυρώνουμε ζυμάρι και καρύδια γύρω-γύρω βάζουνε. Αυτό όλη τη νύχτα θα είναι στο τραπέζι επάνω δεν θα σηκωθεί και το θυμιάζει τη παραμονή το βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας. Και δίνει ευχές να΄ναι καλά τα παιδιά, καλά γεράματα να΄χουμε. Και τη πρωτοχρονιά το κάναμε.

Θρακιώτικα κάλαντα, κάποια έτσι ξεχωριστά, δεν ξέρω. Θα σου πω όμως κάποια που τα έγραψε ένας όταν ήμασταν κάτω στη Μέση Ανατολή, στον πόλεμο:

Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας / οσάν απόψε άλλες χρονιές σε κάθε σπιτικό σας / ερχόντουσαν να σας τα πει κάθε μιρκό παιδάκι / κρατώντας το χαρούμενο στο χέρι φαναράκι ./ Καημένη Αθήνα και χωριά κι ελληνικά νησάκια / τα κάλαντα δεν θα σας πουν εφέτος τα παιδάκια / δεν έχουνε τη δύναμη στους δρόμους να γυρνούνε / γιατί ο εχθρός τους στέρησε και το ψωμί, πεινούνε / Έπειτα κάθε σπιτικό θα ΄χει κι απ΄ένα πόνο / γι΄αυτό δεν θα γιορτάσουνε το φετινό το χρόνο / ποιο σπίτι ο χάρος άφησε να μη μαυροφορέσει / κάθε τραπέζι που στρωθεί θα΄χει άδεια και μια θέση / Όταν τη νύχτα θα χτυπούν των εκκλησιών οι καμπάνες / τους άντρες τους και τα παιδιά θα θυμηθούν οι μάνες / και ο πόνος τους θα΄ναι βαθύς, μεγάλος ο καημός τους / άλλες θα κλαίνε το χαμό κι άλλες το χωρισμό τους / Τα φετινά Χριστούγεννα μαύρα, βουβά, θλιμμένα / και τ΄ουρανού τα σύννεφα κι αυτά μαυροντυμένα / Κι όμως γοργά με τον καιρό με του ήλιου την ακτίνα / θα ξαναλάμψει με χαρά και πάλι η Αθήνα / Ο μαυρισμένος ουρανός ξάστερα θα γελάσει / του χρόνου τα Χριστούγεννα με νίκες θα γιορτάσει.

Πονεμένα Χριστούγεννα

Ξημέρωνε Χριστούγεννα στην πονεμένη Ελλάδα /  βαριά σηκώθηκε άγρυπνη μ΄εκείνη τη χλωμάδα / και πως θα κάνουμε γιορτή που το φαΐ που χρήμα / ρωτούν τη μάνα τα παιδιά και τα ορφανά το μνήμα / Μα η Ελλάδα που ΄κανε γιορτές μες της σκλαβιάς τα χρόνια / ξέρει να ζει ελεύθερη στις εκκλησιές αιώνια / και λέγει σ΄όλα τα παιδιά στους Έλληνες ελάτε / θάρρος με πίστη και καρδιά σήμερα κοινωνάτε / κι έτσι περήφανοι κι αγνοί στην εκκλησιά πηγαίνουν / και πεινασμένοι παγεροί οι Έλληνες προσμένουν /  λίγο ψωμί με στέρηση και λάδι δράμι δράμι / φέρνουν κρυφά στον παπά μετάδοση να κάνει / Τώρα γυρνούν στο φτωχικό καλύβι χορτασμένοι / κοιμούνται ακόμη οι βάρβαροι κουφοί και ντροπιασμένοι / Του χρόνου τέτοια μέρα διπλή γιορτή θα κάνει η άγια χώρα /  στης λευτεριάς το μήνυμα και στου Χριστού την ώρα .

Την Πρωτοχρονιά κόβουμε την πίτα και σ΄όποιον θα πέσει η δραχμή, τη βγάζουμε και πηγαίνει στην εκκλησία. Πρέπει να πάρουμε κερί μ΄εκείνη τη δραχμή, δεν την παίρνει κανένας. Τώρα δραχμή λέγοντας κατοστάρικο ας πούμε.

( κατά το Κ. Λιπορδέζη Γεώργιο)

 

Πόντιοι

Μέσα στο δωδεκαήμερο δεν έπρεπε να παντρευτούν , να βαφτιστούν ή να γίνει μνημόσυνο, γιατί τα νερά είναι αβάφτιστα ακόμη. Σε ώρα ανάγκης, αν ήταν άρρωστο παιδί, κατά ανάγκη το βάφτιζαν κι εκείνο όχι στην εκκλησία, αλλά στο σπίτι.  Γάμο και μνημόσυνο πάντως προετοιμάζεσαι. Ή πιο μπροστά θα το κάνεις ή πιο μετά θα το κάνεις.  Τώρα βέβαια μερικοί παπάδες το κάνουν. Μετά τα φώτα όμως, βαφτίζεται ο Χριστός και όλα γίνονται μνημόσυνα και γάμοι.

Τα Χριστούγεννα έχουμε το κεσκέκι. Πως τώρα είναι η λοχώνα και πηγαίνομαι φαγητό, έτσι και η νοικοκυρά ξενυχτάει μαζί με την Παναγία μέχρι τις πέντε το πρωί που θα χτυπήσει η καμπάνα των Χριστουγέννων και ετοιμάζει το φαγητό που θα πάει στην Παναγία, το κεσκέκι, το φαΐ του Χριστού. Αυτό το ΄χουν και στα νησιά.

Η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου για μένα είναι τα Χριστούγεννα. Γιατί το Πάσχα ο Χριστός γεννήθηκε και σταυρώθηκε. Τα φώτα γεννήθηκε και βαφτίστηκε. Τα Χριστούγεννα ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ο Χριστός.

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα:

Χριστός γεννέθεν! Χαρά στον κόσμον!

Χα, καλή ώρα, καλής ημέραν!

Χα καλό παιδί οψέ γεννέθεν. Τον εγέννεσεν η Παναγία, τον ενέστεσεν αε- Παρθένος.

Τον επέρπαξαν οι σκυλ΄Εβραίοι ασά κρόντικα κι ασήν καρδίαν.

Αίμαν έσταξεν πλεγήν κι έφθασεν ουμπ αν έσταξεν εμυροστάθεν.

(= όπου κι αν έσταξε…)

Εμυρίστεν ατό ο κόσμον όλον για μυρίστατο κι εσύ αφέντη.

Έξω σην αυλήν δέντρον εστάθεν, δέντρον άκαυτον και κυπαρίς΄ δέρμιατ ο ήλιον, δέρμιατ αέρα ( το δέρνει ο ήλιος, το δέρνει ο αέρας) ρούζνε τα θειάφαι μυρίζ αυλέαν.

Εκατεβ αφκά σο σταυροστράτ, διαβαίν άλογα, διαβαίν μουλάραι, χρυσοκάλυβα καλυβωμένα.

Σο κηφαλνατουν χρυσόν τουλ πάνεν και σα μέσα τουν χρυσόν ζωστήραν. Χώρτσον κ΄έπαρεν ανεμοπόδκα και χρυσοκαλυβωμένα (=χώρισρε και πάρε)

Δεβα σο ταρεζ κι έλα σην πόρταν.

Χα τσιρόπα , χα μηλόπα, χα ξερα κοκκιμελόπα.

Έρθαν του Χριστού τα παλληκάρια θέλνε οβα (=αυγά), θέλνε λεφτουκάραι.

 

Πολύ ιερή στιγμή για τους Πόντιους  ήταν η Πρωτοχρονιά που αλλάζει ο χρόνος, γιατί τότε λένε πως τα νερά σταματάνε κι όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό και το πήγαινε στο σπίτι, το θεωρούσαν ευλογία. Την Πρωτοχρονιά αντί για κουλούρια κάνανε ψαθίρια στο φούρνο και βάζανε πάνω αυγό για να κοκκινίσουν και να νοστιμέψουν όπως κάνουν τώρα στο τσουρέκι.

Την Πρωτοχρονιά πριν να πάμε στην εκκλησία πηγαίναμ πρωί-πρωί στο ποτάμ , έριχναμ κορκότα και ανάβαμ και δύο-τρία κεριά σι ποταμί την άκραν, σο ριμίν (=στο ρέμα). Γεμίζαμ τον κουβά νερό και το φέρναμ στο σπίτι να πλυθούν για τον καινούριο χρόνο. Όταν έρχονταν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς με τη λύρα οι άντρες να πουν τα κάλαντα ( τα τελευταία τέσσερα χρόνια το κάνουν πάλι) τους έβαζαμ τραπέζι ή τους κερνούσαμε κάτι. Και όταν γέμιζε το δισάκι με τρόφιμα πήγαιναν και τ΄άδειαζαν στις φτωχειές οικογένειες για να κάνουν και κείνες γιορτές.

Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα:

Απόψε εν αρχηχρονιάν σας εύχομεν καλήν χρονιάν / ευτυχές το νέο έτος να το έχομεν και φέτος./ Έχομεν και εορτή του Κυρίου περιτομή / του Αγίου Βασιλείου ιεράρχου σεβασμίου. / Κατεθίμον αρχικόν ήρθα και στ΄ αρχοντικό / δια να σας καλαντήσω και να σας ευχαριστήσω. / Φίλε εν έχετε παιδία και λειπούν σην ξενιτία / έυχομεν να τα ειδήτε ως καθώς επιθυμείτε / τι με μέλουν τα περιττά που καταντούνε βαρετά / σας εύχομεν ευτυχίαν και του χρόνου με υγείαν / Δώρα δώτε δώρα πάρτε και Βασίλειον τιμάτε / Ζήτε ζήτε ευτυχείτε και το έτος να χαρείτε.

Στα φώτα εσφάζαμ κότα και οι παλιοί έκαμναν ένα ψωμί στα λειτουργιά, άναβαν το κερί και πήγαιναν το σπάναν στου γαϊδαριού το σαμάρι απάν γιατί ο Χριστός ανέβηκε στο γαϊδούρι. Αλλά βόδια πα να είχαν, αγελάδες πα να είχαν, το κάμναν. (Και την Πρωτοχρονιά μερικοί κάναν πάλι ψωμί μέσα στη στάχτη, το σπάναν στου βοδιού τα κέρατα και άναβαν από ένα κερί στα κέρατα του). Στα φώτα τον αγιασμό που παίρναμε πήγαιναμ΄ κι έριχναμ στα χωράφια. Έβαζαμ μέσα κι άλλο νερό για να φτάσει και αγίαζαμ τα χωράφια για να έχουν καλή σοδειά.

Γ. γιορτές του Φεβρουαρίου

Θρακιώτες

Τότε είναι τα τριήμερα Τρύφωνα, Υπαπαντής και Συμεών. Του Αγίου Τρύφωνα είναι γεωργική γιορτή. Κάνουνε αγιασμό και τον παίρνουνε οι γεωργοί, προπαντός οι αμπελουργοί και ρίχνουνε στα χωράφια και στα αμπέλια. Μερικοί έκαναν και κόλλυβα και μοίραζαν. Την Υπαπαντή γιόρταζαν οι μάνες και οι μαμές.

(κατά την Κ. Λιπορδέζη Μαρίκα)

 

Το Φεβρουάριο είναι η Υπαπαντή, η Παναγία σαραντίζει και από κει και πέρα κλείνουν οι γιορτές. Δεν είναι όπως το Δεκέμβριο που 16 μέρες χτυπάει η καμπάνα και 15 όχι.  Το Φεβρουάριο κάθεται πάντα το τριώδιο, δηλαδή πλησιάζει η μεγάλη σαρακοστή και από το τριώδιο κι ύστερα γάμοι δεν γίνονται. Μετά το Πάσχα γίνονταν. Μόνο αν κάποιος έκλεφτε ένα κορίτσι για να μη γυρίζουν έτσι τους στεφάνωναν. Την αποκριά να κάνουν γάμο; Ποτές. Ξέρ΄ς τι έλεγαν; Την άλλη μέρα σαρακοστή είναι, Καθαρά Δευτέρα νεόνυμφοι θα είναι;

(Κατά τη Κ. Χαταμανίδου Φωτεινή)

Δ. Αποκριές

Θρακιώτες

Εδώ προπολεμικώς γινόταν πολύ πολύ ωραία καρναβάλια. Ιδιωτικά και οργανωμένα παρέες-παρέες. Τότες ντύνονταν οι μεγάλοι, πενήντα- εξήντα χρονών άνθρωποι, όχι παιδιά. Και με χορούς και νταούλια γυρνούσανε. Με πολύ ομορφιά και τάξη. Γίνονταν και οι μεγάλες γυναίκες και πήγαιναν στα σπίτια. Όχι όμως να έχουν μάσκες και αυτά, να μη τις γνωρίζεις. Πήγαιναν στα σπίτια, τις κερνούσες, πήγαιναν αλλού μετά, έτσι. Όμορφα πράγματα, ήσυχα. Στην Κομοτηνή ανέβαιναν και στα παϊτόνια και γύριζαν.

(κατά την Κ. Λιπορδέζη Μαρίκα)

Πόντιοι

Οι απόκριες είναι οχτώ μέρες. Και μετά την Καθαρά Δευτέρα εμείς γέμιζαμ τα σκεύη μας όλα στο ποτάμι. Έτριβαμ, έπλεναμ, γιατί αρχινάει η νηστεία. Εκεί μέσα γάλα πα έφαγαμ, αυγά πα έφαγαμ, έπρεπε να καθαρίσουν. Την Κυριακή το βράδυ τρώγαμ΄ ένα άσπρο βρασμένο αυγό και λέγαμε με το αυγό κλείνεις το στόμα σου και την Ανάσταση με το αυγό τ΄ανοίγεις.

(κατά την Κ. Χοταμανίδου Φωτεινή)

Ε. κινητές εορτές

Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την πεντηκοστή

Στη μεγάλη σαρακοστή δεν έχουμε πολλές γιορτές, όπως στη μικρή σαρακοστή τα Χριστούγεννα. Είναι ο Ευαγγελισμός, του Λαζάρου, των Βαΐων και η Μεγάλη Βδομάδα. Η νηστεία το Πάσχα είναι βαριά, αυστηρή. Μερικοί πολύ θρήσκοι όλη τη σαρακοστή θα χτυπούσε η καμπάνα το απόγευμα για τον εσπερινό και μετά θα ΄βαζαν τραπέζι. Μόνο το σαββατοκύριακο τρώγανε στην ώρα τους.

Στη σαρακοστή του Πάσχα επειδή είναι βαριά νηστεία βάλαν και την Τετάρτη και την Παρασκευή προηγιασμένη. Και όταν κάνει τη λειτουργία ο παπάς λέει τα προηγιασμένα, μπροστά έχουν προηγιάσει την Τετάρτη και την Παρασκευή, κοινωνάν τον κόσμο. Κοινωνούσαν πιο πυκνά. Και βάλαν τρεις Κυριακές τη Σταυροπροσκήνυση για να πάρει ο κόσμος δύναμη και να συνεχίσει να φτάσει στο Πάσχα. Ενώ το σαραντάμερο των Χριστουγέννων δεν τα΄χει αυτά, γιατί δεν είναι βαριά νηστεία. Τρώνε και λάδι την Τετάρτη και την Παρασκευή, ενώ το Πάσχα δεν τρώνε.

Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν καθόμαστε στο τραπέζι να φάμε, μαχαίρι δεν κρατάμε. Παίρνουμε στο χέρι όρθιοι ένα κομμάτι ψωμί και μετά τρώμε το βράδυ μετά τον επιτάφιο, όπως όταν πάμε σε κηδείες. Το Πάσχα σφάζαμε αρνί, κατσικάκι και οι φτωχοί σφάζαν κότα. Αντί για τσουρέκια κάναμε ψαθίρια και νομίζω το Μεγάλο Σάββατο και όχι τη Μεγάλη Πέμπτη όπως τώρα, βάφαμε τ΄αυγά. Στην Ανάσταση το βράδυ πήγαιναμ΄ όλοι από ένα αυγό. Έπρεπε να το είχαμε μαζί μας ν΄αγιαστεί, να φάμε πρώτα εκείνο το αγιασμένο τα΄αυγό και ύστερα έτρωγαμ γιαούρτι, ψαθιρ(ε)α, ότι είχαμε.

(Κατά την Κ. Χοταμανίδου Φωτεινή)

 

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
109
Έτος καταγραφής
1995-96
Επώνυμο
Κενανίδου
Όνομα
Σόνια