Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, Δ. ΙΑΣΜΟΥ, ΠΟΛΥΑΝΘΟΥ
Πριν τα Χριστούγεννα κρατούσαμε 40 μέρες νηστεία. Τρώγαμε κυρίως λαδερά. Δεν
τρώγαμε τυροκομικά, κρέατα, ψάρια, αβγά. Ύστερα την Παραμονή των
Χριστουγέννων πολλά παιδάκια ετοιμάζαμε μεγάλες εκκλησίτσες από χαρτόνια και
στα παράθυρα και στην πόρτα κολλούσαμε ζελατίνα κίτρινη. Την εκκλησίτσα από
πάνω, στην θέση των κεραμιδιών κολλούσαμε βαμβάκια. Αφού την τελειώναμε
βάζαμε το βράδυ τον φακό μέσα για να έχει φως η εκκλησίτσα. Επίσης την
παραμονή, μόνες μας κάναμε γλυκό : γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι ξερό και
κουραμπιέδες. Το βράδυ της Παραμονής λέγαμε τα κάλαντα. Ο κόσμος μας έδινε
ξυλοκέρατα, κάστανα, πορτοκάλια, μανταρίνια και λεφτά το ανώτερο μισή δραχμή.
Πηγαίναμε και στα μουσουλμανικά καφενεία και λέγαμε τα κάλαντα. Αυτοί μας
δίνανε όλοι όσοι ήταν εκεί από μισή δραχμή. Επίσης την Παραμονή σφάζανε
γουρούνια και οι επιτήδειοι που δεν κρατούσαν νηστεία τηγανίζανε κοντά το μισό
γουρούνι, το τρώγανε και πίνανε γιατί 40 μέρες κρέας στο σπίτι δεν έμπαινε. Την
ημέρα των Χριστουγέννων το γουρούνι το κάνανε μπάμπω. Τα σκώτια όλα τα
κάνανε κομματάκια, βάζανε μπαχάρια και μυρωδικά συν πράσο και γεμίζανε το
χοντρό έντερο του γουρουνιού. Ύστερα το βάζανε στην κατσαρόλα και το βράζανε.
Μετά το βγαζαν, το κάνανε φέτες και το τρωγαν. Κάνανε και λουκάνικα, μπριζόλες
καπνιστές, λαρδί και πίτες. Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς η μάνα μου πήγαινε
στην Κομοτηνή να ψωνίσει και με έφερνε πάντα ένα μπαλόνι μυτερό ή κουνέλι και
ένα τόπι μικρό. Του αδερφού μου του έφερνε μια μεγάλη μπάλα ‘’φουτμπολ’’.
Λέγαμε το βράδυ τα κάλαντα. Εμείς στον Πολύανθο τα λέγαμε αλλιώς τα κάλαντα
του Αη-Βασίλη : «Άγιος Βασίλης έρχεται, από την Καισαρεία, της αρχόντισσας
κυρίας βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι έγραφε το παλικάρι. Το παλικάρι
έγραφε την μοίρα του την έλεγε. Να μεγαλώσω μια φορά να πάω στην Αγιά Σοφιά
και εκεί να μεταλάβω με τους Τούρκους να τα βάλω. Και συ Τουρκιά μην πολεμάς
με της Ελλάδος τα παιδιά γιατί είναι παλικάρια, ξακουσμένα λιοντάρια». Αυτό
κυρίως το τραγουδούσαμε στα τούρκικα καφενεία και αυτοί χαμογελούσαν και μας
έδιναν λεφτά. Την Πρωτοχρονιά δεν είχαμε κάποιο συγκεκριμένο φαγητό να φάμε.
Τρώγαμε ότι αρέσει στον καθένα. Η μάνα μου έφτιαχνε φρικασέ με το χοιρινό.
Έφτιαχνε και βασιλόπιτα που ήταν κανονική πίτα με φύλλα και μέσα έριχναν το
νόμισμα. Συνήθως η δικιά μας ήταν τυρόπιτα. Την Παραμονή των Φώτων λέγαμε πάλι τα κάλαντα. Στο Δωδεκαήμερο αυτών των γιορτών δεν πλέναμε ρούχα, γιατί θεωρούσαμε ότι έρχονται τα καραντζέλια(= καλικάντζαροι) και βρωμάνε τα ρούχα
μας. Την ημέρα των Φώτων το πρωί, πηγαίναμε στα σπίτια των συγγενών και πολύ
φίλων με μια βίτσα στο χέρι και κάναμε σούρβα- σούρβα. Αυτό ήταν έθιμο που
χτυπούσαμε με την βίτσα τον άνθρωπο για να γίνει γερός και λέγαμε: «σούρβα,
σούρβα για χαρά, για σταφίδα, γερό κορμί, γερό σταυρί, και του χρον΄γεροί και
καλόκαρδοι». Ύστερα μας έβαζαν να πάμε και στη σόμπα. Απ΄το στόμιο της σόμπας
βάζαμε μέσα την βίτσα και χτυπούσαμε λέγοντας: «στλιά, στλιά, στλιά, στλιά,
στλιά, στλιά όσες τρύπες το δερμόνι τόσα πλια( πουλιά, κότες) μέσα στο αλώνι».
Μετά το φώτα έπλεναν και κάναμε και μπάνιο για να είμαστε ευλογισμένοι με τα
αγιασμένα νερά. Του Αι- Γιαννιού έβγαιναν την Παραμονή έβγαιναν τα κορίτσια,
όλες οι κοπέλες του χωριού παίρνανε ένα μπακιράκι , πήγαιναν πόρτα- πόρτα και
μαζεύανε αντικείμενα: άλλος έριχνε την βέρα του, άλλος ένα κουμπί. Ότι είχε ο
καθένας το έριχνε στο μπακιράκι. Ύστερα πηγαίνανε στο ποτάμι μετά την δύση του
ηλίου από κει έπαιρναν νερό και πήγαιναν έρχονταν αμίλητα γι αυτό και λεγόταν το
αμίλητο νερό. Το φέρνανε στο χωριό το βάζανε κάτω από μια τριανταφυλλιά και το
σκεπάζανε. Το πρωί μαζεύονταν όλοι στο σχολείο μπροστά και βάζανε ένα παιδάκι
να καθίσει και το σκεπάζανε με ένα κόκκινο πανί και το δίνανε το μπακιράκι στα
χέρια του. Αυτό έβγαζε ένα- ένα τα αντικείμενα. Μία κρατούσε ένα ημερολόγιο με
στιχάκια και διάβαζε στο καθένα το στιχάκι, όταν έπαιρνε το αντικείμενο. Ύστερα το
βράδυ ανάβαμε φωτιές και πηδούσαμε από πάνω για να ξορκίσουμε τα κακά
πνεύματα.
Α)Πριν τις Αποκριές, το Τριώδιο δεν νηστεύαμε ούτε Τετάρτες ούτε Παρασκευές
τρώγαμε αρτύσιμα και ήταν η χαρά μας. Μπαίναμε στις Απόκριες και για 15 μέρες
ντυνόμασταν καρναβάλια. Δεν φορούσαμε συγκεκριμένα πράγματα: άλλοι
ντύνονταν άνδρας, άλλος Τουρκάλα, άλλος έβαζε ανάποδα τα ρούχα του, όλοι όμως
είχαν κλειστά τα μούτρα τους. Όταν πηγαίναμε στα σπίτια μας καλοδέχονταν και
μας κερνούσαν. Την ημέρα της Αποκριάς τρώμε κρέας. Εχτροί και φίλοι φιλιώναμε
και μαγειρεύαμε εκλεκτά φαγητά. Το βράδυ της Τυρινής τρώγαμε καλά, όχι όμως
κρέας και ψάρι και ύστερα κρεμούσαμε απ’ το ταβάνι μια κλωστή στην οποία
δέναμε ένα κομμάτι χαλβάς Αποκριών. Όλοι μέσα στο σπίτι δένανε τα χέρια τους
πίσω και προσπαθούσανε να πιάσουν τον χαλβά με το στόμα. Όποιος το κατάφερνε
θεωρούνταν τυχερός. Μετά το φαγοπότι, τρώγαμε από βρασμένο αυγό και με το
αυγό έκλεινε η νηστεία και θα άνοιγε με κόκκινο αυγό. Τη Δευτέρα είναι η καθαρή
Δευτέρα που κρατούσαμε όλοι τριήμερο και για τρεις μέρες δεν τρώγαμε τίποτα.
Αυτοί που δεν έκαναν τριήμερο τρώγανε χαλβάδες και λαδερά. Το τριήμερο άνοιγε
με κοινωνία. Την τελευταία εβδομάδα της νηστείας είναι η Μεγάλη Εβδομάδα.
Β)Δέκα μέρες πριν την Μεγάλη Βδομάδα ασβεστώναμε τα σπίτια μας, καθαρίζαμε,
πλέναμε και ήμασταν έτοιμοι να δεχτούμε το Πάσχα. Την Μεγάλη Βδομάδα κάθε
βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία. Την Πέμπτη το βράδυ ξενυχτούσαμε τον
εσταυρωμένο και λέγαμε διάφορα τροπάρια. Όλο το βράδυ πήγαινε και ερχόταν ο
κόσμος. Το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής μαζεύαμε λουλούδια από όλο το χωριό.
Ο κόσμος έδινε λουλούδια από τα σπίτια τους γιατί το είχαν για πολύ καλό.
Στολίζαμε τον Επιτάφιο, περνούσαμε και από κάτω και το απόγευμα γινόταν η
περιφορά. Επίσης την Μεγάλη Πέμπτη βάφαμε τα αυγά μας και το Σάββατο ψήναμε
τα τσουρέκια που είχαμε ετοιμάσει από βραδύς. Το Σάββατο το βράδυ πηγαίναμε
στην εκκλησία και οι νουνοί προσπαθούσαν να στείλουν το μεγαλύτερο κερί στο
βαφτιστήρι τους γιατί ήταν το ακριβότερο δώρο. Από νωρίς φτιάχναμε και την
Μαγειρίτσα και μετά το ‘’Χριστός Ανέστη’’ την τρώγαμε. Εμείς για την Κυριακή του
Πάσχα παίρναμε ολόκληρο αρνί και το σουβλίζαμε και το τρώγαμε μέχρι να
τελειώσει πια. Χορταίναμε κρέας. Την Πρωτομαγιά εμείς που πηγαίναμε στο
σχολείο παίρναμε μαζί τις τροφές μας ότι είχε ο καθένας και πηγαίναμε εκδρομή. Οι
γονείς δεν έρχονταν. Πηγαίναμε πότε στα κρινάκια, πότε στο βουνό πότε στου
Μεγάλου Αλεξάνδρου το παλάτι, το οποίο τώρα είναι κατεδαφισμένο εντελώς. Εκεί
περνούσαμε πάρα πολύ όμορφα όλα τα παιδιά μαζί με την δασκάλα,
τραγουδούσαμε, βάζαμε τα τραπεζομαντηλάκια μας το ένα δίπλα στο άλλο και
καθόμασταν κάτω και τρώγαμε. Τραγουδούσαμε: «Ο Μάιος μας έφτασε εμπρός
βήμα ταχύ να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή. Δώρα στα χέρια του πολλά
πάμπολα και όμορφα κρατεί και τα μοιράζει γελαστός σε όποιον του τα ζητά. Πάμε
και μεις να πάρουμε, πάρουμε μην χάνουμε καιρό φτάνει ένα τριαντάφυλλο και ένα
κλαρί χλωρό». Καθόμασταν μέχρι το απόγευμα και μετά γυρνούσαμε στα σπίτια
μας.
Γ)Τον Αύγουστο για την Παναγία δεκαπέντε μέρες κρατούσαμε νηστεία και στις 15
μέρες κρατούσαμε σταφύλι. Μέχρι τότε ήταν αμαρτία να κόψουμε και δεν έκοβε
κανένας. Στα εννιάμερα της Παναγίας γινόταν στην Φανερωμένη στο Καβακλί
μεγάλο πανηγύρι. Από όλα τα χωριά της Ροδόπης βάζανε τσέργες (=σκέπαστρα) στα
αμάξια τους και πηγαίναμε, παίρναμε τα φαγητά μας και γλεντούσαμε. Το κάθε
χωριό είχε το δικό του μέρος και τα δικά του όργανα. Είχαν και ένα μέρος ανάμεσα
για να χορεύουν. Το βράδυ οι μάνες τους μαγείρευαν ωραία φαγητά με κρέας,
κόβαμε σταφύλια και καρπούζια και τα παίρναμε μαζί μας στο πανηγύρι και τα
τρώγαμε. Το πρωί μετά την λειτουργία της Παναγίας φεύγαμε στα χωριά μας.
Δ) Στις 26 Οκτωβρίου του Αγίου Δημητρίου γινόταν πολύ μεγάλη γιορτή και το
γιορτάζαμε πάρα πολύ στο χωριό γιατί είχαμε ένα μοναστήρι που γιόρταζε. Κάναμε
μεγάλα γλέντια όλο το χωριό ξεφάντωνε. Στην εκκλησία μέσα οι γυναίκες έφτιαχναν
διάφορα πράγματα και τα μοίραζαν, αυτοί που είχαν στην οικογένεια Δημήτρηδες.
Έρχονταν και μικροπωλητές και πουλούσαν παιχνιδάκια και άλλων λογιών
πράγματα.