Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ, ΝΕΟΥ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Χριστούγεννα: Οι ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν μετά την γιορτή του
Αγίου Δημητρίου τον Οκτώβρη. Οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια άσπριζαν το
σπίτι και έστρωναν τα όμορφα υφαντά τους. Καθάριζαν και γυάλιζαν όλα τα
μαγειρικά σκεύη. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχε απαραίτητα γουρουνίσιο
κρέας. Κάθε σπίτι όλο τον χρόνο έτρεφε ένα γουρούνι με το οποίο θα γίνονταν όλα
τα φαγητά των Χριστουγέννων. Τρεις μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο άνδρας του
σπιτιού με την βοήθεια των γειτόνων μαζεύονταν στην αυλή για να σφάξουν το
γουρούνι. Η αυλή γέμιζε κόσμο και φωνές. Αφού έσφαζαν το γουρούνι το
κρεμούσαν για να στραγγίσει. Με αυτό το κρέας έτρωγαν «μπάμπω», «βαρβάρα»
και «πηχτή». Τα έντερα του γουρουνιού τα έλιαζαν τα έτρωγαν ενώ τα εντόσθια τα
τηγάνιζαν και το λάδι το κρατούσαν για λίπος. Με πολύ ψιλό φύλλο γίνονταν οι
μηλίνες και άλλα γλυκίσματα, ξερά σύκα, καρύδια και κάστανα. Οι κουραμπιέδες
και τα μελομακάρονα προστέθηκαν αργότερα. 40 μέρες πριν τα Χριστούγεννα οι
κάτοικοι κρατούσαν νηστεία. Το τραπέζι της Παραμονής ήταν γεμάτο με νηστίσιμα,
φασόλια αλάδωτα και κρασί. Η γυναίκα έπαιρνε το υνί από το αλέτρι έβαζε πάνω
ένα κάρβουνο και με αναμμένο αυτό θύμιαζε τα εικονίσματα τους ανθρώπους του
σπιτιού και τον στάβλο. Τα φασόλια που περίσσευαν τα έβαζαν στο εικονοστάσι και
με αυτά το βράδυ της Πρωτοχρονιάς τάιζαν τις κότες. Παραμονή Χριστουγέννων
έβγαιναν και τα παιδιά από πόρτα σε πόρτα για να ψάλλουν τα κάλαντα. Συνήθως
σαν φιλοδώρημα έπαιρναν σύκα και ξηρούς καρπούς και σε ελάχιστες περιπτώσεις
μερικά χρήματα. Το ξημέρωμα ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία για την Θέια
Λειτουργία και να λάβει την θεία κοινωνία. Το μεσημέρι στρωνόταν το
χριστουγεννιάτικο τραπέζι με κρεατικά βάζοντας τέλος στην νηστεία.
Πρωτοχρονιά: Παραμονή της πρώτης μέρας του χρόνου τα παιδιά έψαλναν τα
κάλαντα σε κάθε σπίτι. Οι νοικοκυρές από το πρωί έκαναν την ζύμη για την
βασιλόπιτα. Το βράδυ μαζεύονταν στο τραπέζι ο πατέρας χάρασσε το σημείο του
σταυρού τρεις φορές και χώριζε το κομμάτι του Χριστού, του σπιτιού, των ζώων,
των χωραφιών και των μελών της οικογένειας. Ανήμερα Πρωτοχρονιά έσφαζαν έναν
κόκορα και τον έκαναν σούπα. Τα αγόρια πήγαιναν και έκοβαν βέργες από κρανιά και πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα σε σπίτι και χτυπούσαν με τις βέργες για να κάνουν ποδαρικό στο σπίτι.
Θεοφάνεια: Στις 5 του Γενάρη η καμπάνα χτυπούσε από τα χαράματα. Οι χωριανοί
είχαν νηστέψει και πήγαιναν στον «Ταχινό Αγιασμό» ο οποίος λεγόταν έτσι γιατί
γινόταν ταχιά το πρωί. Όταν τελείωνε η λειτουργία ο ιερέας περνούσε από τα σπίτια
του χωριού ενώ ένα παιδί τον συνακολουθούσε με ένα κοντάρι και αγιασμό στο
χέρι. Κάλαντα υπήρχαν και για την ημέρα των Θεοφανείων. Στις 6 Ιανουαρίου ήταν
η ημέρα των Θεοφανείων. Όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για τον μεγάλο αγιασμό.
Με το τέλος του εκκλησιασμού πήγαιναν στο ποτάμι όπου έριχνε ο ιερέας τον
σταυρό για να τα αγιάσει. Οι νέοι βουτούσαν στα παγωμένα νερά για να πιάσουν
τον σταυρό κάτι που θεωρούνταν τύχη και υγεία για κάποιον που θα τον έπιανε. Οι
νοικοκυρές κρατούσαν πάντα το μικρό αγιασμό στο εικονοστάσι του σπιτιού ενώ οι
γεωργοί κρατούσαν τον μεγάλο αγιασμό για να ραντίσουν τα χωράφια και να έχουν
καλή σοδειά.
Απoκριά: Η γιορτή της αποκριάς ήταν από τις αγαπημένες του χωριού. Υπήρχε
ελευθεροστομία, εύθυμοι περιπαιχτικοί λόγοι, κωμικές παραστάσεις, μπερδέματα,
ψέματα και κάθε τι παράλογο γινόταν λογικό. Ένα από τα έθιμα που έφεραν από το
Σαμμάκοβο ήταν οι πιταράδες και οι Σειμενίδες. Και οι 2 ήταν μασκαράδες που
διέφεραν στην εμφάνιση και στην συμπεριφορά. Εμφανίζονταν στο Σαμμάκοβο την
Δευτέρα της πρώτης Αποκριάς την «Πιτοροδευτέρα». Οι πιταράδες ήταν κωμικοί
ντυμένοι με παλιά ρούχα χόρευαν άτσαλα, σέρνονταν κάτω δημιουργούσαν
έκτροπα και χαρακτηρίζονταν από ελευθεροστομία λέγοντας τραγούδια δίστιχα. Το
όνομα τους το πήραν από τα πίτουρα που τα χρησιμοποιούσσν σαν πούδρα
παράδοση που υπήρχε από τις Βακχικές γιορτές. Εν αντίθεση οι Σειμενίδες είχαν
λεβέντινο ανάστημα ήταν φρόνημοι, δεν έλεγαν βρισιές και γενικά δεν φέρονταν
παράλογα. Φορούσαν φουστανέλα, στο επάνω μέρος άσπρα μακριά μανίκια, γιλέκα
κεντιμένα πολύχρωμα και μπέρτες ραβδωτές. Στην μέση είχαν δερμάτινη
αρματοθήκη γεμάτη με μαχαίρια και στον ώμο κουβαλούσαν τουφέκια. Στο κεφάλι
φορούσαν φέσι. Το πρωί της πιταροδευτέρας τα αγόρια ντύνονταν Σειμενίδες τους
ακολουθούσαν οι πιταράδες και όλοι μαζί γέμιζαν τους δρόμους του χωριού με την
συνοδεία οργάνων. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τους κερνούσαν αυγά, τυρί,
μεζέδες και κρασί και αυτοί έλεγαν άσεμνα στιχάκια. Οι πιταράδες ακόμα
αναβίωναν το έθιμο του γάμου. Κάποιος ντυνόταν νύφη , ένας άλλος γαμπρός,
κουμπάρος και συμπεθέρα. Στόλιζαν μια άμαξα με έναν γάιδαρο και στην άμαξα
πάνω είχαν τα προικιά της νύφης. Την πομπή ακολουθούσαν οι πιταράδες
χορεύοντας και τραγουδώντας έμπαιναν στις αυλές και πείραζαν τους
νοικοκυρέους. Το βράδυ έφταναν στην πλατεία όπου γινόταν μεγάλο γλέντι. Την
Κυριακή της Αποκριάς μαζεύονταν όλοι οι συγγενείς και έκαναν τραπέζι
φτιάχνοντας ψητά με πατάτες και «μηλίνες». Όλα τα βράδια ντύνονταν καρναβάλια
και διοργάνωναν γλέντια. Την δεύτερη Αποκριά της Τυρινής δεν έτρωγαν κρέας, οι
συγγενείς αντάμωναν και συγχωριόντουσαν γιατί άρχιζε το Σαρανταήμερο ενώ το βράδυ έτρωγαν αυγό για να κλείσει το στόμα και να αρχίσει έτσι η Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα στην πλατεία του χωριού οι μπακάληδες και οι μαγαζάτορες
μουτζούρωναν τα πρόσωπα τους καθώς και τους θαμώνες των καφενείων.
Το Πρωτοτέταρτο: Το Πρωτοτέταρτο ήταν ένα έθιμο που έφεραν από το Σαμμάκοβο. Το τηρούσαν την
πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής οι οικογένειες των αρραβωνιασμένων κοριτσιών.
Στο διάσωμα της Καθαράς Δευτέρας και της πρώτης Τετάρτης της Σαρακοστής η
νηστεία ήταν αυστηρή. Την μέρα της Τετάρτης πήγαιναν στην εκκλησία και
κοινωνούσαν και μετά την εκκλησία έκαναν τραπέζι στα συμπεθέρια. Το τραπέζι
είχε νηστίσιμα φαγητά, αλάδωτα φασόλια, φρέσκα κρεμμύδια, τουρσί, ελιές,
χαλβά, ψητά μήλα και κυδώνια. Μετά το φαγητό ακούγονταν οι ευχαριστίες και οι
ευχές και η οικογένεια του γαμπρού τραγουδούσε:
΄Εμείς εδώ που ήρθαμε, κέρνα μας κέρνα μας δεν ήρθαμε να φάμε, δεν μας εκερνάς
να καλοπερνάς.
Αργυρό το τραπέζι σου, κέρνα μας κέρνα μας και ασήμια τα ταψιά σας δεν μας
εκερνάς να καλοπερνάς.
Μόνο σας αγαπήσαμε κέρνα μας κέρνα μας και ήρθαμε να σας δούμε δεν μας
εκερνάς να καλοπερνάς.
Η Σαρακοστή και το Πάσχα:
Οι κάτοικοι του χωριού τηρούσαν αυστηρά την νηστεία της Σαρακοστής. Τις τρεις
πρώτες μέρες το «Τριήμερο» ήταν οι νηστίσιμες. Οι νοικοκυρές έπλεναν τις
κατσαρόλες με σταχτόνερο και τις γάνωναν για να είναι καθαρές από τα λίπη και
από τα κρέατα. Οι μόνες ημέρες που έτρωγαν κρέας ψαριού ήταν του
Ευαγγελισμού και των Βαίων. Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής πήγαιναν στους
χαιρετισμούς της Παναγιάς όπου ένα αγόρι και ένα κορίτσι έψελναν μπροστά στο
εικόνισμα της Παναγιάς «το Άσπιλε» και όλοι μαζί τον Ακάθιστο Ύμνο. Το Σάββατο
του Λαζάρου τα παιδιά στεφανωμένα πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα τραγουδούσαν
χόρευαν και έπερναν φιλοδώρημα αυγά. Την Κυριακή των Βαίων στόλιζαν με βάγια
τον ναό το βράδυ γινόταν μεγάλος εσπερινός και την επόμενη μέρα ξεκινούσε η
Μεγάλη Εβδομάδα. Οι νοικοκυρές καθάριζαν τα σπίτια καλά ώστε να αστράφτουν
όλα και έστρωναν τα καλά σκεπάσματα. Την Μεγάλη Τετάρτη ημέρα του Αγίου
Μύρου μικρά παιδιά και γυναίκες κρατώντας ένα κουπάκι αλεύρι πήγαιναν στο
Ευχέλαιο και ο ιερέας με ένα βαμβάκι βουτηγμένο στο λάδι στα’υρωνε το μέτωπο
και το χέρι τους. Οι γυναίκες έπαιρναν αλεύρι διαβασμένο και το έβαζαν στο
εικονοστάσι σαν φάρμακο για τον φόβο. Την Μεγάλη Πέμπτη έβαζαν ένα κόκκινο
πανί στο παράθυρο που σήμαινε η σταύρωση. Τα μικρά παιδιά ήταν ντυμένα με τα
καλά τους και με τις ευχές των γονέων και του παπά πήγαιναν στην εκκλησία για να
μεταλάβουν. Όση ώρα κρατούσε η λειτουργία έβαφαν κόκκινα αυγά οι νοικοκυρές
από τις κρεμμυδότσουφλες και φύλλα λουλουδιών. Ένα φρέσκο αυγό που το
σημάδευαν το έβαζαν πρώτο στην κατσαρόλα ήταν το αυγό του Χριστού και λεγόταν «Μεγαλοπεμπιατικό» και το έβαζαν στο εικονοστάσι μέχρι την «Κοκκινοπέμπτη» της επόμενης χρονιάς. Το βράδυ πήγαιναν όλοι λουλούδια για
τον στολισμό του επιταφίου και οι γυναίκες ξενυχτούσαν μοιρολογώντας. Την
Μεγάλη Παρασκευή η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα. Τα κορίτσια μαζεύοντας
λουλούδια στόλιζαν τον επιτάφιο. Οι μανάδες έκαναν προζύμι και έπλαθαν τα
«κουλούρια της Λαμπρής» και μαγείρευαν φακές αλάδωτες με ξύδι. Το βράδυ οι
κοπέλες έψελναν εγκώμια κατά την περιφορά του επιταφίου. Με το τέλος της
ακολουθίας όλοι έπαιρναν λίγα λουλούδια από τον επιτάφιο για το εικονοστάσι και
το θυμίασμα. Το Μεγάλο Σάββατο η νονά έστελνε στο βαφτηστήρι τα δώρα και η
μάνα ανταπέδιδε δίνοντας το κουλούρι της Λαμπρής και κόκκινα αυγά έθιμο που
είχαν και οι αρραβωνιασμένοι. Το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία με τις λαμπάδες
και τα αυγά στην τσέπη. Υποδέχονταν την Ανάσταση αντάλλασαν ευχές και
πήγαιναν σπίτι. Σχημάτιζαν σταυρό με την λαμπάδα στο κατώφλι της πόρτας και
ύστερα έτρωγαν μαγειρίτσα. Ανήμερα της Ανάστασης οι ευχές και το νέο της
Ανάστασης ακούγονταν παντού. Κόκκινα αυγά ψητό αρνί θρακιώτικος δορμάς και
κρασί υπήρχαν πάνω στο τραπέζι. Το βράδυ πήγαιναν επίσκεψη στους εορτάζοντες
για ν κεραστούν και ευχηθούν. Την δεύετρη μέρα του Πάσχα οι κάτοικοι πρόσφεραν
αρνιά που τα έβγαζαν σε δημοπρασία και τα χρήματα τα έδιναν στην εκκλησία. Την
Παρασκευή μετά το Πάσχα οι κάτοικοι και ο ιερές έπαιρναν την εικόνα της
Ζωοδόχου πηγής και άλλων αγίων και έκαναν λιτανεία παρακαλώντας για βροχή.
 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Ετήσιος εορτολογικός κύκλος

Αρ. χειρογράφου
2744
Έτος καταγραφής
2014-15
Επώνυμο
Τσούρδης
Όνομα
Δημήτριος