Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Π.Ε. ΕΒΡΟΥ, ΣΤΕΡΝΑΣ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ

Σημαντικό γεγονός για κάθε οικογένεια της Στέρνας ήταν το σφάξιμο των
γουρουνιών τα Χριστούγεννα. Είχαν τηρήσει όλοι μικροί μεγάλοι την νηστεία των 40
ημερών που προηγείται της γιορτής των Χριστουγέννων και για τον λόγο αυτό
περίμεναν με λαχτάρα το κόψιμο του γουρουνιού που θα τους έδινε το πλούσιο και
νοστιμότατο κρέας κατά την διάρκεια του καταχείμωνου. Απαραιτήτως κάθε
οικογένεια έθρεφε περίπου ενάμιση χρόνο πριν το γουρούνι που θα έσφαζε τα
Χριστούγεννα. Τα γουρούνια που προορίζονταν για σφάξιμο είχαν μεγαλώσει
αρκετά και ζύγιζαν 150 και 200 κιλά το καθένα. Ήταν απαραίτητο να είχαν
μεγαλώσει τόσο πολύ τα ζώα για 2 λόγους : πρώτον το κρέας τους αποτελούσε την
βάση των Χριστουγεννιάτικων φαγητών και δεύτερον είχαν μεγάλη ανάγκη για το
δέρμα του γουρουνιού γιατί με αυτό έφτιαχναν τα παπούτσια τους. Την Παραμονή
των Χριστουγέννων πρωί πρωί συνάζονταν οι γειτόνοι και έκαναν ομάδα από 4-5
άνδρες. Ο πιο ειδικός ήταν ο σφάχτης και οι υπόλοιποι ήταν οι βοηθοί. Πήγαιναν
από σπίτι σε σπίτι και έσφαζαν τα γουρούνια της γειτονιάς. Το βράδυ της
Παραμονής των Χριστουγέννων μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας στην ουρά του σπιτιού και κάθονταν μικροί και μεγάλοι γύρω από τον φοφρά. Η νοικοκυρά έφερνε το χριστόψωμο που το είχε φτιάξει την ημέρα εκείνη και γύρω από το
χριστόψωμο τοποθετούσε τα 9 πιάτα που το καθένα είχε διαφορετικό φαγητό όλα
όμως ήταν νηστίσιμα. Ήταν τα λεγόμενα «9 φαιά». Φασολάδα, ντολμαδάκια,
λάχανο τουρσί, ελιές, χαλβάς, «βαρβάρα», πλιγούρι, καρπούζι και φαραγλή (το
γλυκό). Ο παππούς της οικογένειας έβαζε πάνω σε μια κεραμίδα αναμμένα
κάρβουνα έριχνε θυμίαμα κι άρχιζε να θυμιατίζει το τραπέζι. Τότε όλοι σηκώνονταν
όρθιοι και έπαιρναν με το χέρι τους λίγο καπνό από το θυμίαμα προς το μέρος
λέγοντας: «Με το καλό να έρθει ο Χριστός». Ο παππούς πήγαινε και θυμιάτιζε
όλους τους χώρους του σπιτιού. Με ιδιαίτερη χαρά θύμιαζε τα ζώα του σπιτιού.
Αυτοί ήταν οι σύντροφοι και οι πολύτιμοι συνεργάτες στον καθημερινό μόχθο της
γεωργικής. Εξάλλου ήξερε ότι και αυτά είναι ευλογημένα από τον Θεό. Όταν
επέστρεφε ο παππούς στον οντά έπιαναν όλοι το χριστόψωμο με το δεξί χέρι και το
έσπαζαν. Όποιος είχε το μεγαλύτερο κομμάτι ήταν ο τυχερός. Μετά το φαγητό η
νοικοκυρά έπιανε ζυμάρι και έφτιαχνε ένα μικρό ψωμί βάζοντας πάνω του και ένα
σταυρό από ζυμάρι. Σχεδίαζε με το ζυμάρι το ζυγό από το αλέτρι και έφτιαχνε
ακόμα πολλά κουλουράκια. Στην συνέχεια τα έψηνε όλα στην σόμπα. Έπαιρνε μετά
το κουλουράκι και το κρέμαγε πάνω στην εξωτερική πόρτα του σπιτιού. Το ψωμάκι
με τον σταυρό και το ζυγό με το αλέτρι τα φύλαγε όλο το Δωδεκαήμερο στο σπίτι
και έπειτα μαζί με το κουλουράκι του εικονοστασίου τα μούσκευε και τα έριχνε
στην τροφή των ζώων για να έχουν και αυτά γεροσύνη. Τέλος τα κουλουράκια με
σταφίδες ή σύκα τα έδινε ως φιλοδώρημα στα παιδιά του τριγυρνούσαν σε ομάδες
εκείνη την νύχτα. Στις ομάδες συμμετείχαν μόνο αγόρια αφού τα κορίτσια
φοβούνταν την άγρια νύχτα. Την νύχτα με τον ήχο της καμπάνας ξυπνούσαν όλοι οι
χωριανοί φορούσαν τις γιορτινές φορεσιές και έβγαιναν για να πάνε στην εκκλησία
του Αι Γιώργη και να προσκυνήσουν την Ιερή εικόνα Γέννησης. Στην θεία Λειτουργία
των Χριστουγέννων κοινωνούσαν όλοι οι χωριανοί. Άλλαζαν μετά τις φορεσιές και
πιάνονταν με την σπουδαιότερη εργασία της ημέρας που ήταν το ψήσιμο των
χοιρινών μεζέδων. Τα κάλαντα των Χριστουγέννων στην Στέρνα τα έλεγαν ανήμερα
της γιορτής τα παλικάρια του χωριού. Έφτιαχναν μια μεγάλη ομάδα και ξεκινούσαν
από το πρωί παίρνοντας τα σπίτια του χωριού με την σειρά. Όταν έφταναν στην
αυλή κάθε σπιτιού άρχιζαν να τραγουδούν:
«Χριστούγεννα Πρωτούγεννα τώρα Χριστός γεννιέται , γεννιέται και ανατρέφεται με
μέλι και με γάλα το μελ’ το τρων οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες και το
μελισσοβότανο να λούζονται οι κυράδες. Κυρά χρυσή κυρά λιγνή κυρά
μαλαματένια κυρα πηγαν στην εκκλησιά , χίλια στολίδια βάζει, βάζει τον ήλιο
πρόσωπο και το φεγγάρι στήθος και τον καθαρό ουρανό καθάριο δαχτυλίδι και μεις
την αψενίζουμε Χριστός να την φιλάει».
Έβγαιναν ωστόσο από το σπίτι ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά. Ένα παλικάρι
κρατούσε ένα μπουκάλι με κρασί και κερνούσε τους μεγαλύτερους του σπιτιού. Ο
νοικοκύρης έδινε χρήματα και αυτοί συνέχιζαν να τραγουδάνε για κάθε μέλος της
οικογένειας, για το μικρό κορίτσι, το παλικάρι, την κοπέλα για το νιόπαντρο ζευγάρι
για τον νοικοκύρη που είχε πρόβατα. Από τις 2 η ώρα τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς έβγαιναν ομάδες αγοριών και επισκέπτονταν τα σπίτια. Μόλις έβγαινε στην πόρτα η νοικοκυρά τα παιδιά φώναζαν: «Σούρβαλα μπάμπω τσι τσι
τσι» και αυτή τα έδινε σύκα αμύγδαλα. Με το χάραμα σηκωνόταν η νοικοκυρά και
έφτιαχνε στην βασιλόπιτα με φύλλα, βούτυρο, τυρί και αυγά. Ανάμεσα στα φύλλα
έβαζε ένα νόμισμα ένα ξυλάκι κρανιάς ένα κομματάκι άχυρο και ένα ξυλάκι
σουσαμιάς. Η πίτα ψηνόταν πριν φύγουν οι άνθρωποι για την εκκλησία και κοβόταν
με την επιστροφή τους στο σπίτι. Συγκεντρώνονταν όλοι στον οντά και ο παππούς
με το μαχαίρι έκοβε κομμάτια από την πίτα το πρώτο ήταν του Χριστού το δεύτερο
του Αι Βασίλη και ακόλουθα του νοικοκύρη της νοικοκυράς, των παιδιών, των
εγγόνων. Στην συνέχεια ο παππούς έβγαζε κομμάτια για τα σπίτι, τα χωράφια, τα
βόδια και τα πρόβατα. Όποιος έβρισκε τα χρήματα ήταν ο τυχερός. Εκείνος που θα
έβρισκε στην πίτα το ξύλο κρανιάς θα ήταν γερός και δυνατός. Ο άλλος που θα
τύχαινε το άχυρο θα είχε καλή σοδειά. Στις 6 Ιανουαρίου γιορτάζονταν από όλους
τα Θεοφάνεια. Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την Βάπτιση του Κυρίου από τον
Ιωάννη τον Πρόδρομο και επειδή την ώρα της Βάπτισης του Χριστού φανερώθηκε
στους ανθρώπους ο Θεός « ως Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα» η εορτή λέγεται
Θεοφάνεια ή Φώτα. Πρωί-πρωί ο ιερέας στην εκκλησία την Ακολουθία του
Μεγάλου Αγιασμού έπειτα γέμιζε ένα μπακίρι με αγιασμένο νερό και μαζί με έναν
βοηθό έπαιρνε αράδα τα σπίτια του Χριστού για να τα φωτίσει. Φώτιζε και τους
ανθρώπους του σπιτιού ενώ έριχνε νομίσματα η νοικοκυρά στο μπαρίκι. Το βράδυ
της Παραμονής ο ιερέας άφηνε τον σταυρό μέσα στο μπαρίκι με το αγιασμένο νερό.
Το άλλο το πρωί αν ήταν το νερό παγωμένο ήταν καλός οιωνός. Το πρωί οι
Στερνιώτες πήγαιναν στην εκκλησία και παρακολουθούσαν την Λειτουργία. Έπειτα
πήγαιναν στον «τσεζμέ» μετά την Λειτουργία και ο Ιερέας τελούσε την Ακολουθία
του Μεγάλου Αγιασμού. Τελειώνοντας την τελετή στον τσεζμε η πομπή έφερνε ένα
γύρο στο χωριό. Έπειτα ο Ιερέας άγιαζε και τα παιδάκια τραγουδούσαν : « Σήμερα
τα Φώτα…» Η πομπή κατέληγε στην εκκλησία και έπαιρναν αγιασμό. Επέστρεφαν
στο σπίτι και έτρωγαν την μπάμπω. Την ημέρα των Φώτων τα έβαζαν στο ταψί με
ρύζι και τα έψηναν στον φούρνο.
Α)
Στις 3 Φεβρουαρίου είναι η γιορτή του Αγίου Συμεών του Θεοδόχου του πρεσβύτη
που ζούσε στα Ιεροσόλυμα και αξιώθηκε να πάρει ο Χριστός σαν βρέφος στην
αγκαλιά του. Την ημέρα αυτή ο ιερέας τελούσε την Λειτουργία και οι χωριανοί
εκκλησιάζονταν. Όταν επέστρεφαν σπίτια τους δεν καταπιάνονταν με καμιά
εργασία εκτός από το τάισμα των ζώων. Πίστευαν ότι ο Άγιος Συμεών «σημειώνει»
δηλαδή κάνει σημάδι σε αυτούς που δεν θα τιμήσουν την εορτή του. Το μεγαλύτερο
φόβο τον είχαν οι έγκυες γυναίκες για να μην βγει σημαδεμένο το παιδί. Άνδρες και
γυναίκες δεν έπιαναν ψαλίδι, μαχαίρι, τσεκούρι και πρόσεχαν να μην κόψουν
τίποτε την ημέρα που γιόρταζε ο Άγιος.
Β)
Το Σάββατο της τελευταίας εβδομάδας της μεγάλης Τεσσαρακοστής, η εκκλησία
γιορτάζει την Ανάσταση του Λαζάρου. Ο άγιος ζούσε στην Βηθανία της Ιουδαίας και είχε την τύχη να είναι φίλος του κυρίου. Αρρώστησε όμως πριν τα Πάθη του Χριστού και πέθανε. Τέσσερις μέρες πριν τον θάνατο του ήρθε ο Ιησούς στην
Βηθανία και ανέστησε τον φίλο του. Πρωί-πρωί το Σάββατο του Λαζάρου στην
Στέρνα ξυπνούσαν τα κοριτσάκια και έφτιαχναν τον Λάζαρο. Έπαιρναν την σκούπα
του χωριού και έδεναν πάνω της ένα ξύλο. Στη συνέχεια τα τύλιγαν με πολλά πανιά
έτσι ώστε το κοτσάνι της σκούπας να γίνει το κεφάλι και οι άκρες του ξύλου τα
χέρια του Λαζάρου. Σχημάτιζαν παρέες ανά δύο και πήγαιναν σε όλα τα σπίτια και
τραγουδούσαν τον Λάζαρο. Έβγαινε η νοικοκυρά έβαζε το αυγό στο καλαθάκι των
κοριτσιών την αποχαιρετούσαν και πήγαιναν σε άλλο σπίτι. Όσον αφορά την
Μεγάλη Εβδομάδα από το βράδυ της Κυριακής των Βαίων άρχιζε η Μεγάλη
Εβδομάδα όπου αποτελεί το τρίτο μέρος του Τριωδίου. Λέγεται Μεγάλη γιατί
παρουσιάζει τα μεγάλα Πάθη του Κυρίου. Την Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές
έβαφαν τρία αυγά με τον εξής τρόπο: Έβαζαν στον τέντζερη μπόλικο νερό με
κρεμμυδότσουφλες μέχρι που το νερό έπαιρνε χρώμα κεραμιδί. Στη συνέχεια
έριχναν μέσα τα αυγά και τα άφηναν να βράσουν και να πάρουν και αυτά το χρώμα
που είχε το νερό. Το ένα από τα 3 αυγά ήταν για γεροσύνη γι αυτό και με αυτό
«φτούρωναν» όποιον τύχαινε να είναι άρρωστος. Ύστερα η νοικοκυρά έβαζε και τα
3 αυγά στο εικονοστάσι του σπιτιού. Εκείνο που ήταν για γεροσύνη έμενε εκεί
ολοχρονίς ενώ τα άλλα 2 τα έπαιρνε ύστερα από 40 μέρες και τα παράχωνε το ένα
σε κάποιο χωράφι της και το άλλο σε κάποιο αμπέλι για να έχουν καλή σοδειά. Το
αυγό της προηγούμενης χρονιάς το έθαβε στον κήπο για να μην πατιέται από τα
ζώα και τους ανθρώπους. Την Μεγάλη Πέμπτη οι νοικοκυρές δεν έπλεναν τα ρούχα
γιατί φοβούνταν ότι θα χτυπούσε τα σπαρτά τους χαλάζι. Την Μεγάλη Παρασκευή
από το πρωί η εκκλησιαστική επιτροπή έβγαινε στο χωριό και μάζευε λουλούδια για
τον Επιτάφιο. Συνήθως έκλεβαν ανθισμένα κλαδιά από τα δέντρα που υπήρχαν στις
αυλές αφού άλλα άνθη δεν υπήρχαν τότε στου κήπους και στις αυλές. Οι
εκκλησιαστικοί επίτροποι στόλιζαν στην συνέχεια και τον Επιτάφιο μέσα στον Ιερό
Ναό. Από την ώρα που τελείωνε ο στολισμός πήγαιναν στην εκκλησία όσοι
αδυνατούσαν να πάνε στην βραδινή Ακολουθία και περνούσαν κάτω από τον
στολισμένο Επιτάφιο. Πήγαιναν επίσης και γυναίκες και άφηναν στον Επιτάφιο
μαντήλια, πετσέτες και τραπεζομάντηλα. Το βράδυ οι χωριανοί πήγαιναν στην
ακολουθία του Επιταφίου και πριν την περιφορά έβγαινε σε δημοπρασία ο Σταυρός
του Κυρίου με σκοπό την ενίσχυση του εκκλησιαστικού ταμείου. Το Μεγάλο
Σάββατο δεν είναι πένθιμη ημέρα αλλά προμήνυμα της Μεγάλης νίκης που έρχεται
η Ανάσταση του Κυρίου αλλά και κάθε χριστιανού. Κάθε Στερνιώτισσα νοικοκυρά
έφτιαχνε τρεις πασχαλιές και κάμποσες κουλούρες. Οι πασχαλιές ήταν ψωμιά που
είχαν πάνω σουσάμι και ένα σταυρό από ζυμάρι. Την μέρα αυτή έβαφε με τις
κρεμμυδότσουφλες τα πασχαλινά αυγά. Το απόγευμα ο νοικοκύρης έσφαζε και
ετοίμαζε το αρνί που θα έτρωγε η οικογένεια. Την νύχτα κατά τις 11 η ώρα έπαιρναν
όλοι τις λαμπάδες τους και πήγαιναν στην εκκλησία για το «Χριστός Ανέστη». Το
ξημέρωμα της Ανάστασης ετοίμαζε η νοικοκυρά το πασχαλινό φαγητό έβραζε στον
τέντερε το αρνί κομμένο σε μερίδες με κρεμμυδάκι φρέσκο. Μέχρι να βράσει το φαί
έφτιαχνε τους «μπόγους». Ο μπόγος ήταν μια κουλούρα και μερικά αυγά τυλιγμένα
σε ένα άσπρο υφαντό. Εκείνο το πρωινό η νοικοκυρά δεν ξεχνούσε να βγάλει ένα κόκκινο πανί και να το κρεμάσει στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Γύρω στις 10 η ώρα το πρωί πήγαιναν όλοι στην εκκλησία για τον «Εσπερινό της Αγάπης» ή την
«Δεύτερη Ανάσταση». Όταν τελείωνε η αναστάσιμη Ακολουθία επέστρεφαν στα
σπίτιας τους και έτρωγαν το αρνί πίνοντας και κρασί. Το μεσημέρι οι χωριανοί
μαζεύονταν στην πλατεία όπου έρχονταν οι οργανοπαίχτες και είχαν χορευτικούς
σκοπούς. Τότε «σκορπούσε» ο πασχαλιάτικος χορός και μαζεύονταν όλοι στα σπίτια
τους.
Γ)
Στις 6 Αυγούστου εορτάζεται από την εκκλησία η «Ανάμνηση της Θείας
Μεταμορφώσεως του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος υμών Ιησού Χριστού». Οι
Στερνιώτες πήγαιναν όλοι στην εκκλησία. Κάθε νοικοκυρά έπαιρνε από το σπίτι ένα
πανέρι που είχε μέσα ένα καρπούζι, ένα ώριμο άσπρο σταφύλι και ψωμί. Ήταν οι
«απαρχές» ψωμί από το φρέσκο σιτάρι και από τα πρώτα φρούτα που έπρεπε να
διαβαστούν στην εκκλησία. Να εκφράσουν έτσι και τις ευχαριστίες της στο Θεό για
την συγκομιδή των δημητριακών και να χουν σε όλα τα καλλιεργούμενα είδη καλή
σοδειά. Στο τέλος της Λειτουργίας διάβαζε ο ιερέας από το Ευχολόγιο πάνω από
τους καρπούς την ευχή «εις μετάληψιν σταφυλης της Έκτης Αυγούστου». Μετά την
ευχή οι γυναίκες έπαιρναν τα πανέρια τους και έβγαιναν στο προαύλιο της
εκκλησίας όπου μοίραζαν το περιεχόμενο τους «Προς ευχαριστίαν του Σωτήρος των
καρπών».

Κωστούδη Μαρία

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2732
Έτος καταγραφής
2014-15
Επώνυμο
Τσορπατζούδη
Όνομα
Αντωνία