Τελετουργίες από ΑΙΓΕΙΡΟΥ, Δ. ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ, Π.Ε. ΡΟΔΟΠΗΣ
21Β
Επιτόπια λαογραφική έρευνα στον Αίγειρο ( Καβακλί ) Κομοτηνής.
1992-1993
Τερζούδη Δέσποινα Ο Αϊ- Θανάσης είναι ο προστάτης του χωριού μας. Τον Αϊ-Θανάση τον έφεραν οι Θρακιώτες από την Ανατολική Θράκη. Λατρευόταν εκεί και όταν έφυγαν, έφεραν την εικόνα του εδώ κι έγινε πολιούχος του χωριού μας.
Του Αϊ-Γιάννη, στις 7 του Γενάρη, ανάβουμε φωτιές και τις πηδάνε τα παιδιά. Μάλιστα βρέχουν και μερικούς. Θυμάμαι μία φορά που κάποιον πήγαν να τον βουτήξουν σε ένα πηγάδι τρεις φορές. Αυτό γινόταν από παλιά, τότε ακόμα που νερό είχαμε μόνο στο κέντρο του χωριού σε μερικές βρύσες. Ακριβώς δίπλα φκιάνανε οι χωρικοί τις ποτίστρες των ζώων και πρωί και βράδυ τα ξεδιψούσανε εκεί. Του Αϊ -Γιάννη λοιπόν όλο το χωριό μαζί, άντρες, γυναίκες και παιδία, παίρναν κουβάδες νερό και βρέχονταν μεταξύ τους! Όλοι χαμογελούσαν και χαίρονταν γιατί λέγαν ότι το νερό ήσαν αγιασμένο και θα τους προφύλαγε από τα κακά. Πίστευαν, ότι με κάποιο τρόπο, βαφτίζονταν ξανά μια και το νερό είχε αγιαστεί την προηγούμενη.
(Γεώργιος [ Γκίνης] Πατρωνίδης, ετών 67, απόφοιτος δημοτικού)
Θα σι πω ένα θέατρο που το παίξαμε ζωντανό πριν μερικές εβδομάδες εδώ στο χωριό. Κι ήρθεν κι ο νομάρχης κι ο δήμαρχος κι άλλοι πολλοί και γέλασαν, μόνο πο δεν μπορούσαν να καταλάβουν τις καβακλιώτικες λέξεις πο λέγαμε και συνεχής ρωτούσαν.
Ήταν λοιπόν μια οικογένεια με τρεις γιούς και τρεις θυγατέρες. Τον ένα γιο τον Γκίνη (Γιώργη), τον άλλο Χρήστο και τουν τελευταίο Γκουτή (Κώστα). Τα κορίτσια τα λέγαν Ντόλυ (Θεοδώρα), Ελένκο και Ντέλο (Σιδερή). Πάντρεψαν το γιο το μεγάλο το Γιώργη και πήραν μια πλούσια μικρή κόρη δεκαοχτώ χρονών. Μια μέρα μαγέρεψεν φασόλια η πεθερά και λέει στη νύφη << μπούλκα, συρ΄φώναξι τον άντρας τον Γιώργη και τουν μπασάς τουν Χρήστο και τουν μπασάς τουν Γκουτή και την μπούας την Ελένκο, την μπούας τη Σιδερή κι την μπούας την Ντόλυ για να φαμ >>. Κι έστησαν το τραπέζι, το σοφρά. Πήγε και η νύφη και φώναξε τα αδέρφια. Φάγαν, μπίτσεν (τελείωσε) το φαΐ κι σκώθηκαν απ΄το τραπέζι. Λέει τώρα η πεθερά << Σεις, μπούλκα κι Ελένκο θα πάτι να πλύνετε τα πιάτα και τις λαβίδες. Τη μπούλκα που΄ναι μικρή μη τη ζορίσετε και μας φύγει. Και σεις, Γιώργη κι ούλοι οι άλλοι θα πάτι να βδουλεύιτε στου μπαξέ. Γιώργη πρόσεξι καλά, εσύ΄σαι ο τρανύτερος. Κάμι κουμάντο για να τελειώσει το γιαούρτι απόψε κι αύριο να κοιτάξουμι άλλη δουλειά. Να πάτι σ΄άλλη δουλειά πρέπει>>. Και δούλεψαν όλοι μαζί στα χωράφια και έπλυνε η μπούα (κουνιάδα) τα πιάτα και τς΄λαβίδες στου σπίτι και τις σκούπισι κι έβλεπι κι η μπούλκα κι μάθαινι.
Για του Αϊ-Βασίλη είχαμι ένα έθιμο. Όσα κορίτσια ήταν ανύπαντρα, έβαζαν ένα ταψί και κοσκίνιζαν από πάνω στάχτη. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς, το βγάζαν στην αυλή κι τ΄άφηναν κάτου απ΄τ΄αστρα. Το πρωί που σηκώνεσαν έβλεπαν τι είχεν σχηματιστεί στη στάχτη κι έλεγαν ποιο θα ήταν το επάγγελμα εκείνου που θα παίρναν. Αν δηλαδή έβλεπαν ζώα τότε του κορίτσι θα παιρνεν τσομπάνη. Μιαν της έτυχε καπέλο κι αρραβωνιάστηκεν στρατιωτικό.
Την πρωτοχρονιά πάλι, μετά την εκκλησία, σαμπάλι-σαμπάλι αφού σηκώναμι το τραπέζι κι σκουπίζαμι τα σκουπίδια τα ρίχναμι στην κοπριά στην αυλή. Κάναμι τρεις γύρες γύρω από τουν εαυτό μας, καθόμασταν κούκουρας (σε βαθύ κάθισμα) κι περιμέναμι ν΄ακούσουμι αντρικό όνομα. Το πρώτο πο θ΄ακούγαμε, αυτό θα΄ταν το όνομα τ' άντρα που θα παίρναμι. Άκουσα κι εγώ << Ιβάντσο, Ιβάντσο , άιντε να πάμι στην καμήλα>> κι παντρεύτηκα κι εγώ τον Γιάννη.
Ο Άγιος Τρύφωνας ήταν κλαδευτής των αμπελιών. Κάποτε η Παναγιά περνούσε και τον είδε να κλαδεύει την παραμονή της γιορτής της Υπαπαντής δηλαδή στις 1 Φεβρουαρίου. Τότε του έκανε παρατήρηση ότι έτσι που κλαδεύει θα κόψει τη μύτη του. Εκείνος θυμωμένος τότε σήκωσε το δρεπάνι του από πάνω προς τα κάτω και είπε δυνατά << δεν κλαδεύουν έτσι>> κι έκοψε τη μύτη του. Από τότε έμεινε προστάτης των αμπελουργών. Την ημέρα του Αϊ-Τρύφωνα ημείς επισκεπτόμασταν τα αμπέλια μας ούλοι μαζί, άντρες και γυναίκες και κουβαλούσαμε μαζί μας διάφορα φαγητά, ούζο, κρασί. Μόλις μπαίναμι στου αμπέλι αρχινούσαμι να φωνάζουμι << Που΄σαι, που΄σαι Τρύφωνα>> Κι οι άλλες οι παρέες απ΄τ΄απέναντι αμπέλια απαντούσαν << Δω΄μαι, δω΄μαι, πις΄τ΄άσπρα κι τα μαύρα σταφύλια>>. Όταν έπαιρνι να βραδιάζει κι φεύγαμε πάντα αφήναμι και μια μερίδα απ΄τα φαγητά μας για τον Άγιο και μετά αρχινούσαν οι αγώνες πάλης.
Μιτά τουν Άγιου Τρύφωνα είναι η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων. Την παραμονή των Αγίων Θεοδώρων ούλοι οι νέοι του χωριού έτρεχαν πέρα-δώθε. Ο νέος πο ενδιαφερόταν για μια κοπέουα έπαιρνε τις φίλις τ΄κι πάγαινε τη νύχτα κι έκλεβε την ξώπορτα του σπιτιού της και την έφερνε στο δικό του το σπιτικό. Έτσι έδειχνε στην κοπέλα π΄αγαπούσι ότι ενδιαφέρουνταν κι ότι θα την ήθελι για γυναίκα του. Όταν του προυί ο πατέρας έβλεπε ότι η ξώπορτα τους έλειπε έψαχνε να τη βρει κι έτσι μάθαινε ποιος ήθελεν την κόρη του. Πολλές φορές όμως οι νέοι πο ενδιαφέρονταν ήταν δυο και τρεις. Τότε ο ένας έκλεβε την πόρτα κι ο άλλους αναποδογύριζε του κάρου που βρισκόταν στην αυλή έτσι ώστε να βλέπει προς το μέρος του σπιτιού του. Όταν ξημέρωνε η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων και μετά τη θεία λειτουργία είχαμεν ένα άλλου έθιμο, τις γαϊδαροδρομίες. Σ΄αυτόν που έρχονταν πρώτος έδιναν την πιστίρκα δηλαδή την ποδιά.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς γλεντοκοπούσαμι ως του προυΐ. Οι νοικοκυρές προυΐ-προυΐ την Καθαρά Δευτέρα ετοιμάζαμι θολόσταχτη και πλέναμι ούλα τα σκεύη και τα μπακίρια πολύ καλά για να μην μείνει τίπουτα το αρτύσιμο. Έτσι ήμασταν σίγουρες ότι θα κρατούσαμι τη νηστεία μας και τις σαράντα μέρες για το Πάσχα. Το Πάσχα, τη δεύτερη μέρα του Αϊ-Γιώργη, ούλα τα μέλη της οικογένειας, ο πατέρας μας έβαζεν στο καντάρι μας, πο κρέμονταν στην αυλή, μας έδενε με ένα σχοινί και μας ζύγιζε για υγεία. Στο τραπέζι μας απαραίτητη ήταν η σαραλιόπιτα. Αυτό ήσαν ένα γλύκισμα με καρύδια, σουσάμι και ζάχαρη.
Την Καθαρά Δευτέρα ανάβαμι φωτιές και τις πηδούσαμε σε σταυροδρόμια μόνο για να φύγουν οι ψύλλοι. Άλλου έθιμο ήσαν ο πετροπόλεμος που έκανε ο επάνου μαχαλάς με τον κάτου. Ακόμα είχαμε το καλίβωμα της αγαπητικιάς. Ένας νέος δηλαδή που αγαπούσε μια κοπέουα έριχνε μια μπιστολιά στο παραθύρι της και φώναζε μιτά <<την καλίβωσα>>.
Για τουν Αϊ-Θανάση τον μικρό (τουν καλοκαιρινό) πο γιορτάζει στις 2 του Μάη ξέρω αυτό. Μια γιαγιά, η Θεοδούλα η Αδαμακίδου, που σήμερα είναι 80 χροών, είδε τον Άγιο στον ύπνο της και της είπε <<Θέλω να μου χτίσετε το μοναστηράκι μου κοντά στην κοινότητα, να μου φκιάνιτι κι κουρμπάνι, να γίνετι κι έρανους κι να παίρνει ούλο του χωριό κι να ευχαριστιέται>>. Το πεν κι αυτή στο δήμαρχο << Είδα τον Αϊ-Θανάση στον ύπνο μου…>>. Κι οι χωριανοί τη χωράτευαν κι είπαν ότι ζουρλάθηκε κι έγινε νευρασθενικιά. Του άλλου βράδυ τον ξανάδι στουν ύπνο της και τις είπι << Αν δεν γίνει το κουρμπάνι, θάμα θα γενεί και θα σε κάμω κουβάρι>>. Φοβήθηκε κι αυτή και με μιαν άλλη μαζί μάζεψεν λεφτά σε έρανο κι έκαμεν του μοναστηράκι του Αγίου.
Του Αγίου Συμεών στις τρεις Φεβρουαρίου οι γυναίκες εδώ στο χωριό δεν πιάνουμι κλωστή, βελόνι, ψαλίδι και μαχαίρι, κυρίως οι έγκυες για να μη βγουν τα παιδιά μας σακατεμένα ή με σημάδια στο σώμα τους.
Στις 9 Μαρτίου πάλι, των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων λέγαμι << σαράντα φάε, σαράντα πιες, σαράντα δώσε για τη ψυχή σου>>. Τα κορίτσια αυτή τη μέρα όταν καθόμασταν να κεντήσουμι έπρεπε να μετρήσουμε 40 μέτρα κλωστή κι ως το βράδυ να τις έχουμε κεντήσει, γιατί αλλιώς μας λέγανι ότι θα πεθάνουμι.
Την παραμονή του Αϊ-Γιώργη βάζαμι λουλούδια στις ξώπορτες του σπιτιού και της αυλής κι ανάβαμε κι από΄να κεράκι την ώρα πο΄ρχονταν τα ζώα για να΄χουμι μπερεκέτια.
Ο κλύδωνας, η καληνίτσα όπως το λέμι, είναι ένα έθιμο που κάνουμε την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού. Παίρναμι ένα κορίτσι και το στολίζαμι. Την προηγούμενη μέρα το παίρναμι και το γυρνούσαμι στο χωριό κι αυτό έπαιρνε από τις ανύπανδρες κοπέλες σημάδια. Βραχιόλια, σκουλαρίκια, δαχτυλίδια και τέτοια.
Από βραδύς τα βάζαμι σε ένα μπακιράκι με νιρό και τ΄αφήναμι στα άστρα. Την άλλη μέρα παίρναμι μία γυναίκα που ήξερεν και τραγουδούσεν πολλά στιχάκια. Καθώς τραγουδούσε λοιπόν, η καληνίτσα, η κοπέουα, τραβούσε κι από ένα σημάδι μέσα από το μπακίρι. Άμα το τραγούδι που 'λεγεν η γυναίκα ήταν χαρούμενο εκείνη τη στιγμή τότε η κοπέλα που το σημάδι ήταν δικό της θα περνούσε καλή κι ευτυχισμένη χρονιά. Αλλιώς η χρονιά της δεν θα ήταν και πολύ καλή.
Μερικά που θυμάμαι πως λέγαμε θα στα πω
- Άσπρο σταφύλι στον ασμά (κληματαριά) κι κόκκινο κρασί, ο Θεός που μας αντάμωσε τα δυο να μας γεράσει
- Βασιλικό εφύτεψα επάνω εις στον ασβέστη, για να περνάει η αγάπη μου να λέει Χριστός Ανέστη
- Εις το παραθύρι κάθισε άπλωσε τα μαλλιά σου να κάνω σκάλα ν΄ανιβώ να΄ρθω στην αγκαλιά σου
- Εις το παραθύρι που κάθισε να΄μουν και γω κανάτι ανοίγοντας, σφαλίζοντας να σε φιλώ στο μάτι
- Πως τρέμει το ψάρι εις τον ψαρά το αρνί στο μαχαιρίτσι έτσι τρέμω κι εγώ καρδούλα μου για το καλό κορίτσι
- Κόψει κλουνί βασιλικό κι μέτρηστουν τα φύλλα λουγάριασε κι τουν καιρό που μι πιδεύεις σκύλα
- Ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κυπαρίσσια κόρη μου σε διάλεξα από μέσα απ΄τα κορίτσια, ήλιος βασιλεύει μες΄από τον αργαλειό κόρη θα σε φιλήσω στον άσπρο σου λαιμό
- Παπαδοπούλα σταύρωνα που΄ρχιτε από τ΄αμπέλια βαστά σταφύλια στο καλάθι το ρόϊδο στο ζωνάρι και γω σταφέλι τη γύριζα κι αυτή ρόϊδο μ΄έδινε. Δεν θέλω εγώ το ρόϊδο σου το τσαλαπατημένο. Μα θέλω απ΄τον κόρφο σου το μοσχομυρισμένο.
(Πετρούλα Βουντίδου, ετών 77, παρακολούθησε 3 χρόνια το βουλγαρικό σχολείο και δύο μήνες το ελληνικό.)
Το Πάσχα κρατάμι νηστεία. Άπο την παραμονή του Πάσχα μέχρι και την Κυριακή του Θωμά μέσα στο καντηλάκι του σπιτιού μας βάζουμε κρασί μαζί με το λαδάκι. Κάθε βράδυ παένουμε στην εκκλησιά και κρατάμι αγρυπνίες για ούλη τη Μεγάλη βδομάδα. Όποιος έχει τάμα τη δεύτερη μέρα, του Αϊ-Γιώργη κάνουνι κουρμπάνι σ΄ολόκληρο το χωριό. Το ζώο το κάνουμι γεμιστό στους φούρνους με τη συκωταριά βρασμένη, ρυζάκι, πράσινα κρεμμυδάκια, μαυροπίπερο και λίγο κόκκινο πιπεράκι και γίνεται πολύ νόστιμο. Στ΄αρνί από πάνω βάζουμι βούτυρο με αλάτι και πιπέρι και βάζουμι τη σκέπη κι ύστερα αλουμινόχαρτο για να γίνει λουκμάς.
Τα αυγά βράζουμι λίγα τη Μεγάλη Τετάρτη για να μοιράσουμι στις γειτόνισσες. Βάφουμι μετά λίγα το Σάββατο για να΄ναι φρέσκα. Το Σάββατο παένουμε και στους νεκρούς αυγά κι αφήνουμε κι από΄να κόκκινο στο μνήμα τους. Τα βάφουμι μόνο κόκκινα μέσα σε ξύδι. Ποτέ πράσινα και κίτρινα, αφού το αίμα του Χριστού μας είναι κόκκινο. Το κουρμπάνι που φκιάνουμι στο σπίτι μας, το μεσημέρι του Σαββάτου το μοιράζουμι σ΄ούλη τη γειτονιά.
Την παραμονή των Χριστουγέννων ζυμώναμι μια μπουγάτσα. Βάναμι απάνου καρύδια, σταφίδες και κάναμι ένα σταυρό με ζυμάρι. Φκιάναμι δηλαδή το ζυμάρι κορδόνι. Το βράδυ των Χριστουγέννων που τρώγαμι, κάναμι κομπόστα με μήλα, αχλάδια, κυδώνια, σταφίδες, σύκα, μια πίτα, σπανακόπιτα ή πρασόπιτα και ντολμαδάκια με τουρσί. Θυμιάζαμε με το υνί από τ΄αλέτρι ούλο το σπίτι. Το ψωμί το έπαιρνε ο νοικοκύρης, πήδαγε τρεις φορές κι ύστερα το έσπανε στο κεφάλι τ΄. Αν στο δεξί χέρι πήγαινε το μεγάλο κομμάτι του ψωμιού, τότε η χρονιά θα΄ταν καλή. Αν δεν πήγαινε το μεγάλο κι ήταν το μικρό, τότε η χρονιά θα΄ταν προβληματική. Πάνω στο σοφρά συμπληρώναμι πάντα εννιά διαφορετικά φαγητά. Το πρώτο κομματάκι του ψωμιού που κόβαμι ήταν για την Παναγιά.
Τα Χριστούγεννα είχαμι πολλά κάλαντα. Τα παιδιά που τριγύριζαν στους δρόμους τραγουδούσαν.
Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου.
Πόψε Χριστός γεννήθηκε κι ο κόσμος δε το νιώθει.
Γεννήθηκε, βαφτίστηκε στους ουρανούς κει πάνω,
κει πάνω κι απ΄τους ουρανούς και μας καλά μας πέμπει.
Μας πέμπει λάδι και κερί και του καιρού θυμιάμα
και του καιρού σταλάγματα για τ΄άγια μοναστήρια.
Τα μοναστήρια σήμαιναν κι οι κλησιές διαβάζουν.
Διαβάζοντας και ψέλνοντας Χριστός ο δένδρου ξέρει.
Ο δένδρος να΄ταν ο Χριστός τα χνώτα δύο βαγγέλια
και τ΄αργυρά φυλλούδια του ήταν οι προφητάδες,
προφήτευαν και έλεγαν για του Χριστού τα πάθη.
Τα παιδιά που λέγανι τα κάλαντα ήταν συνήθως έξι νέοι που είχαν μαζί τους ένα αχθοφόρο που μάζευε τα μπαξίσια κι που τον εφωνάζανε χεμπετζή. Την παρέα αυτή τη φωνάζαμι τσέτα. Το χεμπετζή τον είχαν στη παρέα τους κανά δυο χρόνια δοκιμαστικό. Μιτά τραγουδούσε κι αυτός τα κάλαντα, οπότε παίρνανε καινούριο. Μπαξίσι δεν τους δίναμι λεφτά αλλά κρέαμα (;), λουκάνικα, γλυκά, ψωμιά και κρασί. Το βράδυ με αυτά που μάζευαν γλεντούσαν. Στα σπίτια όμως δεν πήγαιναν ακάλεστοι και μάλιστα είχαν και σειρά προτεραιότητας. Το πρώτο σπίτι που έλεγαν τα κάλαντα ήταν του παπά. Αν κάποιος νέος της παρέας ήθελε μια κοπέλα, το βράδυ πήγαινε με τη παρέα του στο σπίτι της απροσκάλεστος. Ο μπαμπάς, που ψυλλιαζόταν κάτι, τους έβαζε μέσα να κάτσουν στο σοφρά. Άρχιζαν τότε να ρωτάν οι υπόλοιποι τις παρέας τη μάνα, το μπαμπά, τη μπάμπω αν θέλουν να συμπεθεριάσουν. Ο νέος έδινε τότε ως σημάδι ένα λουλούδι και μπορούσε να κοιμηθεί το βράδυ στο σπίτι της.
Η τσέτα τραγουδούσε κάλαντα για όλο το σπιίτι. Φτάνοντας στη πόρτα αρχινούσε τα κάλαντα
Άνοιξι κόρ΄τις πόρτες σου κι έρχουνται παλληκάρια. Βάλτε σκαμνιά προσκέφαλα να κατσν τα παλληκάρια να τραγουδήσουμι να πούμι κι τουν αφέντη.
Δέσποτα μου στον οίκο σου
χρυσή καντήλα καίεις (2) κι αν βάλεις λάδι και κερί
φέγγει τη γειτονιά του (2) κι αν βάλεις μοσχολίβανο φέγγει στο μαχαλά σου.
Κι από τα παραθύρια σου φέγγεις στην οικουμένη (2) σήκω παπά μου κι άλλαξε
και βάλε τα ιερά σου (2) και πάρε τ΄αργυρόμπρικο
νύψε το πρόσωπό σου (2) πάρε και τ΄αργυρόχτενο
χτένισε τη κεφαλή σου (2) να πας παπά μ΄στην εκκλησιά
να πάει όλος ο κόσμος (2) να πάει ο ήλιος ο μισός
και το φεγγάρι ακέραιο (2) και βάλε τους επιτρόπους σας
τς΄ καμπάνες να βαρέσουν (2) για να το μάθει ο ντουνιάς πως ο Χριστός γεννιέται (2).
Κυρά αργυρή, κυρά χρυσή, κυρά μαλαματένια, κυρά μου χίλιους γέννησες με μόσχο αναθρεμμένη.
Μες τα΄σπρα φαίνεσαι χρυσή, μες τα γαλάζια λάμπεις και μες τα χαλκοπράσινα σαν Παναγιά γραμμένη.
<<Να πας κυρά μ΄ στην εκκλησιά, να πάει ο κόσμος όλος>>
Σαν κίνησε και πάγαινε στην εκκλησιά να πάει, οι στράτες ρόιδο γέμισαν, τα μονοπάτια μόσχο, τις εκκλησιάς τα μάρμαρα ν΄αρδύ μαργαριτάρι.
<<Ψάλε παπά μ΄ πως έψαλες, σαν τον καλόν άρχοντα κι εσείς ορέ διακόπουλα καλά βαστάτε πάσο>>
Να ζήσει και ναν΄ κυρούλα μας, πάντα τραγούδια να΄ναι, πάντα τραγούδια και χαρές και τώρα και για πάντα.
Να ζήσεις χρόνους 100 και να τους απεράσεις, ν΄ασπρίσεις σαν το πρόβατο, σαν άσπρο περιστέρι.
Πουλλά πάμι για τη κυρά να πούμι κι τον γιό της.
Κυρά μου τον υγιόκα σου, κυρά μ΄τον ακριβό σου, πέντε μικρές τουν αγαπούν κι δεκαοχτώ μιγάλες κι η μια την άλλη μάλουναν, ποια να τον πρωτοπάρει κι η μάνα του τον έλεγε γιόκα μ΄πάρε τις πέντε.
Η μία να φέρνει το νιρό η άλλη το σαπούνι, η μία να στρώνει το σοφρά κι η άλλη να σαρώνει.
Και κείνη πόχει τα μακριά μαλλιά να στρώνει να κοιμάσι.
Πουλλά ΄πάμι το γιο να πούμι και την κόρη.
Κυρά μ΄τη θυγατέρα σου, κυρά μ΄την ακριβή σου, γραμματικός την αγαπάει, γραμματικός τη θέλει, κι αν είναι και γραμματικός, πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπάρια γεμιστά, αμπάρια γεμισμένα, γυρεύει χωράφια θεριστά, χωράφια θερισμένα, γυρεύει αμπέλια τρυγιστά, αμπέλια τρυγισμένα, γυρεύει και τη θάλασσα γεμάτη με καράβια, γυρεύει τον κουρνάρβινου καθάριου δαχτυλίδι.
Και τελευταία πρωτού φύγουν τραγουδούσανι:
Έχουμε να πούμι ένα βαρύ κανήσι για τον Χριστό.
Όπως ετίμησεν τ΄άλας, το ψωμί και το φλουρί και τ΄άστρο στη Βενετία, έτσι κι εμείς να τιμήσουμε το Χριστό μας τον αφέντη.
Πέτε παληκαράκια, αμήν.
Το νέο έτος θυμιατίζαμι με την κεραμίδα. Το πρώτο κομμάτι της πίτας πάλι τ΄ονοματίζαμι στη Παναγιά. Τα κόλλυντα που φκιάναμι (μικρά ψωμάκια) τα δίναμε μπαξίσι κι στα παιδιά που λέγανι τα κάλαντα. Την πρωτοχρονιά κάνουμι τς γαλοπούλες. Έχουμι κι το έθιμο της καμήλας. Φκιάνουμι ένα σκελετό καμήλας κι ένας άντρας έμπαινι από κάτου και κουνούσε το στόμα της καμήλας. Στεκόταν έξω από την εκκλησιά με την παρέα του μαζί και μάζωναν λεφτά. Όταν πάλι πήγαιναν στα σπίτια φώναζαν: <<Βγες θείο, βγες έξω βρε νταή. Σούρβα-σούρβα για χαρά, για σταφίδα, για παρά>>.
Τα φώτα ηπαίρναμι τον αγιασμό και τον πηγαίναμι στο σπίτι. Μουσκεύαμε τα ψωμιά των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς που περίσσευαν και τα δίναμι στα ζώα γιατί ο Χριστούλης γεννήθηκε ανάμεσα στα αρνάκια. Με το χειρόμυλο αλέθαμι μπλιγούρι και κάναμι κοτόπουλο ή χοιρινό μπλιγούρι που΄ναι πολύ νόστιμο.
Παραμονή Χριστουγέννων σφάζαμι τα γρούνια και φκιάναμι καβουρμά, γκαρβαβίτσα, λουκάνικα και τυλίγαμε τις μπριζόλες σε κεμπάπια. Αλάτζαμι τις μπριζόλες και τις ζεμάτζαμι και τις αφήναμε 2 μέρες να τραβήξουν. Μιτά τις περνούσαμι σε μια κλωστή και τις ηλιάζαμι έξω. Το ίδιο κάναμι και τα λουκάνικα.
Τη Πρωτοχρονιά κάναμι και τρώγαμι πατσά (σούπα απ΄το κεφάλι του γρουνιού) και πίτα. Στην πίτα μέσα σε γωνιές βάζαμι κομματάκια από κρανιά σημαδεμένα. Όταν την κόβαμι βλέπαμι τι έπεφτε στο καθένα και χωρατεύαμι. Βάζαμι κι ένα δεκαράκι μέσα κι όποιος το τύχαινι άναβε κεράκι στη Παναγιά. Αν σε τύχαινε το κλαρί με τις κότις, τότες λέγαμι ότι όλο το χρόνο θα τρώει κότες.
(Δέσποινα Τενεκετζή, ετών 72, δεν έχει πάει σχολείο)
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές ζυμώνουν το ψωμί κι ετοιμάζουν το νερό για να καθαρίσουν το γρούνι ενώ από τα ξημερώματα τα παιδιά λέγανι τα κάλαντα. Τα μεσάνυχτα τα κάλαντα τα λέγαν οι μεγάλοι κι αυτοί κανονικά χτυπούσαν τη καμπάνα το προυΐ. Το βράδυ οι νοικοκυρές φκιάναμε το Χριστόψωμο με λευκό ψωμί (χωρίς μαγιά) για τα σχέδια, με σταφίδες και καρύδια. Η μπάμπω μάλιστα του σπιτιού το θυμιατίζει. Το γρούνι δεν το κόβαμε σε κομμάτια, κόβαμι μόνο το μπουσουρτί για να κάνουμι τη μπάμπω για την άλλη μέρα. Κείνο το βράδυ καθόμασταν ούλη η οικογένεια στο σοφρά, βάζαμι στη μέση ένα κεράκι και τρώγαμι κυρίως σταφίδες και κομπόστα. Γεμίζαμε τη καρβίτσα, κόβαμι και το μπουσουρτί και η νεότερη τα μοίραζε στη γειτονιά σε κείνους που δεν είχαν γρούνι. Τα Χριστούγεννα πρωί-πρωί πηγαίναμι στην εκκλησιά και κοινωνούσαμι. Μόλις γυρίζαμι, τρώγαμι τη μπάμπω και την τουρσί με την κότα. Το υπόλοιπο γρούνι το είχαμι κρεμασμένο στο κρύο να στραγγίσει και μόνο τη δεύτερη μέρα τρώγαμι μπριζόλες από αυτό. Το ξαπλώναμι κάτου και φκιάναμι καβουρμά, λίγδα και λουκάνικα. Μαζευότανε κι η γειτονιά και πίναμι και κανά κρασάκι.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το πρωί φκιάναμε μια τυρόπιτα και μια κρεατόπιτα. Βασιλόπιτα δεν είχαμι αλλά φκιάναμι τις κουρούδες. Μέσα βάζαμι δυο-τρία σπυριά στάρι και σημαδεμένα κομματάκια κρανιάς για να΄ναι γερό το σπιτικό κι η οικογένεια που το κατοικεί. Την παραμονή είχαμι το έθιμο της καμήλας. Το ΄παιρνε ένας, έμπανε κάτου από τις στρώσεις και παρίστανι τη καμήλα. Έτσι γυρνούσαν στα σπίτια και μάζευαν κρέας και λουκάνικα. Ένας φορούσε το χιμπέ και μάζευε τα δώρα. Πολύ παλιά κουβαλούσαν μαζί τους κι ένα γαϊδουράκι. Η παρέα ήταν γύρω στα δεκαπέντε, δεκαέξι άτομα. Ξυπνούσαν τους νοικοκύρηδες και τους έλεγαν ότι η καμήλα είχε σπάσει το ποδάρι της ή ότι χρειαζόταν δόντια. Ο νοικοκύρης τους φίλευε κάτι και τους έδινε τη προσφορά του για τη καμήλα. Την παραμονή μόλις βράδιαζε και προτού η μπάμπω να στρώσει τον σοφρά με τις κουρούδες, τις σταφίδες και την κομπόστα, τα παιδιά τραγουδούσαν τα σούρβα.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς όταν σχολούσε η εκκλησία τα παιδιά δέκα με δώδεκα χρονών περίμεναν με τις τριστάλκες απ΄έξω και πήγαιναν πίσω απ΄αυτούς που γιόρταζαν για να τους ευχηθούν και να πάρουν καλό μπαξίσι. Η καμήλα ήταν κι αυτή έξω από την εκκλησία. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς τρώγαμι τον πετεινό με τα τζαρούχια και τα ντολμαδάκια με καβουρμά και μπλιγούρι.
Τα φώτα ο μεγάλος αγιασμός γινόταν πριν ακόμα ξημερώσει. Ο παπάς έβγαινε από την εκκλησία κι έριχνε το σταυρό σ΄ένα βαρέλι με νερό και τα παιδιά μιτά έριχναν τα περιστέρια. Καμιά φορά πηγαίναμι και στο ποτάμι. Καμιά φορά πάλι θυμάμαι ότι απ΄το Φανάρι κι απ΄το Πόρτο-Λάγος έρχονταν σε εμάς με το σταυρό και με τη λύρα στο χωριό, χόρευαν τραγουδούσαν και μάζευαν λεφτά. Εμείς όμως δεν πηγαίναμι ποτέ σ΄άλλα χωριά.
Τη μπάμπο τη φκιάναμι με το γρούνι. Αφού το σφάζαμι παίρναμι τα΄άντερα (το κωλάντερο). Κόβαμι τη μπουσουρτή, τα συκώτια, πράσα κι άλλα χορταρικά κι μ΄αυτό το μίγμα γεμίζαμι τ΄άντερα μ΄ένα ειδικό εργαλείο. Τον πετεινό πάλι όταν το σφάζαμι τον κομματιάζαμι για να τον κάνουμι με τζαρούχια. Παίρναμι μια-μια τις μερίδες που κόβαμι και τις τυλίγαμε σ΄ ένα χουντρό φύλλο τουρσί. Απου πάνου βάζαμι κι από λίγη λίγδα. Και φασόλια με τουρσί φκιάνουμι. Αφού καβουρδίσουμι την τουρσί, ρίχνουμι από πάνου τα φασόλια και τα βράζουμι μαζί. Τέλος έχουμι τους λαχανοντολμάδες με καβουρμά, μπλιγούρι αντί για ρύζι και μπόλικο κόκκινο πιπέρι.
Την πρώτη Κυριακή της αποκριάς δεν τρώγαμι τίποτα εκτός από τυρί, αυγά και γάλα. Την καθαρά Δευτέρα και την Τρίτη δεν τρώγαμι τίποτα. Την Τετάρτη όμως κάθε μια έφκιανε το δικό της φαΐ και τα μοιραζόμασταν μεταξύ μας. Πίναμι μόνο νερό τις τρεις αυτές μέρες. Τη Μεγάλη βδομάσα μέναμι νηστικοί και κάθε βράδυ πηγαίναμι στην εκκλησιά. Τη Μεγάλη Παρασκευή μόνο νερόβραστα φασόλια τις περισσότερες φορές τρώγαμι. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πηγαίναμι κατευθείαν στην εκκλησία. Ούτε τις αυλές μας σκουπίζαμι, ούτε τα πιάτα πλέναμι, ούτε τα κρεβάτια στρώναμι.
Το Πάσχα αυγά βάφαμι τη Μεγάλη Τετάρτη αλλά μόνο τέσσερα με πέντε για να βάλουμι στο εικονοστάσι. Το Μεγάλο Σάββατο βάφαμι τα υπόλοιπα. Τη μπογιά όταν τελειώναμι τη ρίχναμι στη βρύση μέσα για να τρέξει όπως το νιρό. Όπως και τα τσόφλια όταν καθαρίζαμι τα΄αυγά στην εκκλησία, έπρεπε να πέσουν κάτου για να΄χει καλόν καιρό. Τα΄αυγά η μπάμπο προτού τα βάλει στο εικονοστάσι τα σταύρωνε στο κεφαλάκι των παιδιών. Κανονικά βέβαια τα έβαφαν κιόλας οι γριές. Φκιάναμι κουλούρια κι όχι τσουρέκια καθώς και μόνο μαγειρίτσα κι όχι κοκορέτσι. Τα κορίτσια το βράδυ της Ανάστασης έπαιραν τρία σκόρδα και τα έκοβαν ίσα. Τα ονομάτιζαν κι όποιο τη νύχτα μεγάλωνε πιο πολύ εκείνον τον άντρα θα παντρεύοταν η κοπέουα. Του Αγίου-Γεωργίου όσοι είχαν Γιώργη κάνανε κουρμπάνι. Ολόκληρο τ΄αρνί το΄σφαζε ο χασάπης στο σπίτι για να πέσει το αίμα του μέσα στην καρδιά του σπιτιού κι έπειτα η νοικοκυρά το ΄φκιανε γεμιστό.
Τ΄Αϊ-Γιαννιού ανάβαμι φωτιές και πηδούσαμι στεφάνια. Βάζαμε και σημάδια όλοι σ΄ένα κουβά με νερό και τον σκεπάζαμε με κόκκινο πανί. Προτού ξημερώσει ο καθένας έλεγε από ένα στιχάκι και τραβούσε κι από ένα σημάδι.
Του Λαζάρου δύο κοριτσάκια μ΄άσπρα καλτσάκια κι άσπρες κορδελίτσες παίρνανε καλαθάκια στολισμένα με λουλουδάκια και γυρνούσαν στα σπίτια για να μαζέψουν τα πιο πολλά αυγά. Ρίχναμε μέσα στο καλαθάκι τους και ρεβίθια και φασόλια και φακές. Αυτά τραγουδούσαν:
Σήκω Λάζαρε και μη κοιμάσαι ήρθε η μαμά σου απ΄τη πόλη σ΄έφερε χαρτί και κομπολόι. Γράψε Θόδωρε γράψε Δημήτρη γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι κι οι κοτούλες σας πολλά αυγά γεννούνε δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε. Κι οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε, δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε.
Στο τέλος μοιράζονταν τ΄αυγά μεταξύ τους. Εκείνη την εποχή γινόταν και το τριαστήρι με ξύλινους δοκούς όπως ακριβώς είναι ο σημερινός μύλος στα λούνα-παρκ. Δίναμι από ΄να αυγό και κάναμι τέσσερις, πέντε γύρες.
Του Αγίου Συμεών οι έγκυες έπρεπε να βάψουν το χειλάκι και το φρυδάκι τους για να βγει όμορφο το παιδί. Κι άμα λιμπιστείς κάτι σα έγκυος και το πάρεις να χτυπήσεις τον κώλο σου για να μη βγει σημαδεμένο το παιδί.
Την παραμονή του Αγίου Θεοδώρου τα κορίτσια παίρνανι στάρι και νερό κι έπρεπε να ρίξουν σπόρο και να τον ποτίσουν σε τέσσερα σταυροδρόμια. Όποιον θα ΄βλεπες αμέσως μιτά αυτόν θα παντρευόσουν.