Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΚΑΛΑΜΠΑΚΙΟΥ, Δ. ΔΟΞΑΤΟΥ, Π.Ε. ΔΡΑΜΑΣ

Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Α) Η Σαρακοστή πριν τα Χριστούγεννα

Εκείνα τα χρόνια του 1930-1950 την περίοδο της Σαρακοστής πριν τα Χριστούγεννα όλοι οι πιστοί τηρούσαν τη νηστεία προκειμένου να «καθαρίσει» η ψυχή τους από καθετί κακό και να μπορούν τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων να κοινωνήσουν. Οι προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα ξεκινούσαν αρκετές μέρες νωρίτερα. Ο νοικοκύρης τις παραμονές των εορτών έψαχνε στα χωράφια και διάλεγε το πιο γερό και χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πήγαινε στο σπίτι του. Αυτό ονομαζόταν χριστόξυλο και ήταν το ξύλο που θα έκαιγε στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όταν όλη η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το τζάκι ο νοικοκύρης άναβε το τζάκι και έβαζε το χριστόξυλο. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι καθώς καίγεται το ξύλο ζεσταίνεται ο Χριστός. Σε κάθε σπίτι οι νοικοκυραίοι προσπαθούσαν να διατηρούν αναμμένο το χριστόξυλο μέχρι τα φώτα, διότι αυτό ήταν πολύ καλό και ευλογία για το σπίτι.

Το χριστόψωμο ήταν το χριστουγεννιάτικο ψωμί που συνήθιζαν να φτιάχνουν οι νοικοκυρές με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή. Το ζύμωμα ήταν μια ιεροτελεστία. Χρησιμοποιούσαν φρέσκα υλικά και το έψηναν σε παραδοσιακό φούρνο και το στόλιζαν με ξηρούς καρπούς και ξερά φρούτα. Το χριστόψωμο ήταν ευλογημένο ψωμί. Το έκοβαν ανήμερα των Χριστουγέννων, το μοίραζαν στα μέλη της οικογένειας δίνοντας πολλές ευχές. Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποτέ δεν έλειπε το γουρουνόπουλο. Έτσι με αυτό ετοίμαζαν κρέατα, μπριζόλες, ακόμη με το λίπος του γουρουνιού που ονομαζόταν λαρδί έκαναν τους κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα, κανταΐφι και πολλά άλλα γλυκίσματα. Έτσι στόλιζαν με διάφορα εδέσματα το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μαζεύονταν όλη η οικογένεια, έτρωγαν και διασκέδαζαν. Στις 12 η ώρα το βράδυ, οι δρόμοι γέμιζαν παλικάρια, οι οποίοι τραγουδούσαν σε διάφορα σπίτια τραγούδια όπως:

 

  1. Το Χριστό

Χριστός γεννιέται χαρά’ς τον κόσμο

Χαρά’ς τον κόσμου’ς τον κόσμον όλου

Στον κόσμον όλου’ς του αρχαγγέλους

‘ς τους αρχαγγέλου’ς τους αποστόλους

‘Σ τα Σμύρνια να πάσουν μαμήνα ΄φεορυν

Κι ώστε να πάσουν και να γυρίσουν

Κυρά αφεντούσα ξελευθερώθει

Ξελευθερώθει Χριστόν αφέντη

Χριστόν αφέντη σαν ήλιος φέγγει

Σα νιο φεγγάρι, σαν παληκάρι

 

  1. Τη περδικούλα

 

Μια περδικούλα πλουμιστή

τ’ αφέντη η θυγατέρα

ν’ εννιά κουδούνια έσερνε

μια χρονικήσια μέρα.

Τα τρία ήτανε χρυσά

τα τρία ασημένια

τα τρία πάνε κι έρχονται

‘ς την Πόλ’ προξενητάδες.

Προξενητάδες βγάλανε

‘πο μέσ’ από την Πόλη

ρωτούνε και ξαναρωτούν

ποιός έχει τέτοια κόρη.

Κυρά ξανθή παινέφτηκε

πε πάν’ ‘ς το παραθύρι

ν’ εγώ έχω τέτοια λυγερή

ν’ εγώ έχω τέτοια κόρη.

Η κόρη μ’ ‘ς το χορό κρατεί

και ‘ς το χορό χορεύει

φορεί παπούτσια κυκλωτά

τερλίκια με το ράμμα.

Φορεί και ‘ς τη μεσίτσαν της

τζιβάν' καρσί ζωνάρι.

Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου

κείνος που θα την πάρει.

Θα φέρει τ' άστρα πρόβατα

και το φεγγάρι κούπα

θα φέρ’ τον αυγερινόν

‘ς το χέρι δακτυλίδι.

 

3.Ο παλλήκαρος

 

Ν΄εδώ ΄ν’ ΄ρνας παλλήκαρος

άξιος κι ανδρειωμένος

βάζει τα γρόσια στη κισσιά

και τα φλουριά ‘ς την τσέπη.

Παγαίν’ αρραβωνιάζεται

παγαίν’ να δώσ’ σημάδι

παγαίν’ στα βράχια δεν ήβρε

και στα ξαδέρφια κι όχι.

 

Παίρνει το τουφεκάκι του

παν’ ς τη δεξιά του πλάτη

παίρνει τα πλάγια ανάπλαγα

περδίκια να σκοτώσει.

 

Ούδε περδίκια σκότωσε

ούδε τράχωμα βρήκε.

Γυρεύει μύλους δώδεκα

μαζί με τ’ς μυλωνάδες.

 

Γυρεύ’ χωράφια αθέριστα

μαζί με τ’ς θεριστάδες.

Γυρεύει αμπέλια ατρύγυτα

μαζί με τ'ς τρυγητάδες.

 

4.Τον Αφέντη

Εμείς που είπαμ΄το Χριστό

να πούμ’ και τον Αφέντη.

Βαρειά κοιμάται Αφέντης μας

και πώς να τον ξυπνήσ’ με.

 

Φέρτε νερμήλια δώδεκα

Νεράντζια δεκαπέντε

τρία γυαλιά ροδόστομο

να σκ’ ώσουμ΄τον Αφέντη.

 

Σαν ήπιε κι εξαγρύπνησε

τον γρίφον του γυρεύει.

Χίλιοι πήραν τον γρίφον του

χίλιοι τον πλαγινόν του.

 

Ν’ εσένα αφέντη μ’ δεν σε πρέπ’

ς’ αυτήν την παλιοχώρα

ν’ εσένα αφέντη μ’ σ’ έπρεπε

ανάμεσα ‘ς την Πόλη.

 

Να κάθεσαι να τρώς να πίν’ ς

‘ς ένα όμορφο τραπέζι

να ν’ έν’ ο γύρος μάλαμα

το στήθος ασημένιο.

 

Κι ανάμεσα ‘ς σ΄μισο σπιτιά

καντήλα αναμμένη.

Χωρίς αλ’ σίδα κρέμεται

χωρίς αέρα τρέμει.


 

Χωρίς αλ’ σίδα κρέμεται

χωρίς αέρα τρέμει

χωρίς το λάδι και κερί

φέγγει τη αφεντιά σου.

 

Κι αν βάλεις λάδι και κερί

φέγγει τη γειτονιά σου

κι’ αν βάλεις περισόλαδο

φέγγει τον κόσμο όλον.

Αφού χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες για τη γέννηση του Χριστού, το πρωί χαράματα όλες οι οικογένειες φορούσαν τα γιορτινά τους και με αναμμένα τα φαναράκια τους πήγαιναν στην εκκλησία να απολαύσουν τη γιορτινή ακολουθία. 

 

Β. Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου - 5 Ιανουαρίου)

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι την περίοδο του Δωδεκαημέρου έβγαιναν οι καλικάντζαροι. Πίστευαν ότι είναι δαιμόνια που ενοχλούσαν και έβλαπταν τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι καλικάντζαροι «έρχονταν από τη γης από κάτω. Όλο το χρόνο πολεμούσαν να κόψουν με τα τσεκούρια το δέντρο που βαστούσε τη γη». Όταν πλησίαζε η στιγμή που θα το έκοβαν τελείως γεννιέται ο Χριστός και αμέσως το δέντρο ξαναγεννιόταν. Τότε οι καλικάντζαροι ορμούσαν πάνω στη γη και πείραζαν τους ανθρώπους. 

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι καλικάντζαροι παρίσταναν διάφορες μορφές όπως «ψηλοί σαν τους ανθρώπους όμως μαύροι κι άσχημοι, να φορούν σιδεροπάπουτσα ή να είναι μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, τράγινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο το σώμα ή μονόματοι, μονοπόδαροι και πολύ κουτοί. Πίστευαν ότι έμπαιναν στο σπίτι από τις καπνοδόχους και λέρωναν τη φωτιά. Καβαλίκευαν στους ώμους τους επιβάτες και τους έπιαναν στο χορό». Οι άνθρωποι για να καλοπιάσουν τα πειρακτικά αυτά πλάσματα συνήθιζαν να αφήνουν γλυκά σε ένα σημείο του σπιτιού ή προσπαθούσαν να το κάνουν ακίνδυνα, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα τους κρεμούσαν π.χ. πίσω από την πόρτα του σπιτιού ή μέσα στο τζάκι ένα κατωσάγονο χοίρου (διότι το θεωρούσαν αποτρεπτική δύναμη). 

Το πιο αποτελεσματικό μέσο όμως για να κρατηθούν μακριά οι καλικάντζαροι ήταν η φωτιά. Για αυτό συνήθιζαν όλο το Δωδεκαήμερο να παραμένει αναμμένο το τζάκι. Επίσης συνήθιζαν να καίνε αγκαθωτά ξύλα για μεγαλύτερη ασφάλεια. Η απαλλαγή των ανθρώπων από τους καλικάντζαρους γινόταν μόνο την παραμονή των Φώτων με τον αγιασμό. Οι άνθρωποι φαντάζονταν τους καλικάντζαρους να τρέχουν έντρομοι για να ξαναγυρίσουν στα έγκατα της γης παρακινώντας ο ένας τον άλλο.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα τσουρέκια. Πρωταγωνίστρια των τσουρεκιών ήταν η βασιλόπιτα. Στολισμένη με σουσάμι και αμυγδαλόψιχα. Αυτή την τοποθετούσαν σε ένα μεγάλο πανέρι και την έβαζαν μπροστά στο εικόνισμα. Μέσα στην βασιλόπιτα οι άνθρωποι συνήθιζαν να βάζουν σύμβολα διάφορων επαγγελμάτων π.χ. ένα μικρό κλαδί για τους κτηνοτρόφους ή ένα στάχυ για τους γεωργούς. Καθώς έκοβαν τη βασιλόπιτα αυτός που θα κέρδιζε το φλουρί θα ήταν ευλογημένος, τυχερός, με υγεία, ευτυχία και καλοτυχία όλο το χρόνο.

Καθώς οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα φαγητά και τα γλυκίσματα για το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, τα παιδιά έψελναν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στις γειτονιές. Οι κουραμπιέδες, τα φρούτα, τα αυγά, οι ξηροί καρποί, τα καρύδια και τα μανταρίνια ήταν το φιλοδώρημα των παιδιών. Με την αλλαγή του χρόνου ο νοικοκύρης του σπιτιού έσπαζε το ρόδι μέσα στο νιπτήρα. Αν το ρόδι ήταν γεμάτο, κατακόκκινο και ζουμερό έτσι γεμάτη υγεία, ευτυχία και χαρά θα ήταν η επόμενη χρονιά.

 Ακόμη άφηναν ανοιχτές τις βρύσες για να τρέχει και η ζωή έτσι σαν καθαρό νερό. Ο πρώτος που θα έμπαινε στο σπίτι θα έπρεπε να μπει με το δεξί. Αφού άλλαζε η χρονιά θα ήταν ο πρώτος που θα έκανε ποδαρικό στην οικογένεια. Άνθρωπος αγνός με καθαρή ψυχή και αγιότητα για να σκορπίσει τη γαλήνη και την ευτυχία στην οικογένεια. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά έβγαιναν στις γειτονιές και σούρβιζαν τους συγγενείς τους με μια σούρβα (ένα ξύλινο κλαδί με φλουριά) λέγοντας: 

«Σούρβα σούρβα γερό κορμί και γερό σκαρί

και του χρόνου γερή».

 

Γ. Γιορτές του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου

 

Γιορτή Αγίου Αθανασίου – Το κουρμπάνι (18 Ιανουαρίου)

Σύμφωνα με την παράδοση ο Θεός κάθε χρόνο, το ξημέρωμα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, έστελνε στο προαύλιο του ναού των Κρυονεριτών ένα ελάφι, το οποίο αφού ξεκουραζόταν, με την ευλογία του ιερέα «θυσιαζόταν» νωρίς το πρωί της γιορτής από τους «κουρμανατζήδες», οι οποίοι το μαγείρευαν και στη συνέχεια το μοίραζαν σε όλους τους κατοίκους. Το φαγητό αυτό ονομαζόταν κουρμπάνι που σημαίνει θυσία. Μια χρονιά το ελάφι άργησε να έρθει και οι «κουρμπανατζήδες» θορυβημένοι από την καθυστέρηση επίσπευσαν τη θυσία χωρίς να ξεκουραστεί το ελάφι. Έκτοτε το ελάφι δεν ξαναφάνηκε ίσως γιατί, όπως πίστευαν οι Κρυονερίτες, ο Θεός θύμωσε μαζί τους επειδή δεν το άφησαν να ξεκουραστεί. Από τότε στη θέση του ελαφιού χρησιμοποιούνταν ταύρος ή αγελάδα. Έτσι λοιπόν σχηματίζονταν μια επιτροπή του κουρμπανιού, οι οποίοι συγκέντρωναν από τους κατοίκους προσφορές σε σιτάρι, καλαμπόκι ή χρήματα. Με τις προσφορές αυτές αγοράζονταν ζώα, τα οποία τα χρησιμοποιούσαν για την Παρασκευή του «κουρμπανιού». Το σπάσιμο και το λίχνισμα του σιταριού γινόταν την παραμονή στο προαύλιο της εκκλησίας. 

Την παραμονή του πανηγυριού γίνονταν ο μέγας εσπερινός και η περιφορά της εικόνας του αγίου. Παράλληλα τοποθετούνταν καζάνια στο προαύλιο της εκκλησίας, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την Παρασκευή του «κουρμπανιού». Το κρεάς τεμαχιζόταν και έμπαινε στα καζάνια για να βράσει όλη τη νύχτα.

 Ξημερώματα της 18ης Ιανουαρίου, τα κρέατα αφού ευλογηθούν από τον ιερέα τοποθετούνταν στα καζάνια για να βράσουν. Μόλις έβραζε το κρέας και αμέσως μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας οι «κουρμαντζήδες» κερνούσαν όλον τον παρευρισκόμενο κόσμο που συμμετείχε στο πανηγύρι. Στο ζωμό του κρέατος πρόσθεταν σπασμένο σιτάρι, το λεγόμενο πλιγούρι. Όταν έβραζε κι αυτό, το «κουρμπάνι» ήταν έτοιμο. Αργά το μεσημέρι, αφού είχε ολοκληρωθεί η Παρασκευή του «κουρμπανιού» χτυπούσαν οι καμπάνες οι οποίες καλούσαν τον κόσμο στο προαύλιο της εκκλησίας για τη διανομή του. Μετά τη διανομή οι «κουρμαντζήδες» μαζί με όλους τους χωριανούς ξεκινούσαν το χορό στο προαύλιο της εκκλησίας και τον οδηγούσαν στην πλατεία όπου και τον συνέχιζαν με τη συνοδεία νταουλιών και ζουρνάδων. Σύμφωνα δε με το έθιμο, όποιος έσυρε το χορό θα «βγαλ’ πουλιά», δηλαδή όλο το χρόνο θα είχε καλές γέννες στα κατοικίδια ζώα του!

 

Δ. Αποκριές

Οι κάτοικοι του χωριού την εποχή του 1930-1950 συνήθιζαν να γιορτάζουν τις απόκριες το Σάββατο και την Κυριακή της Τυροφάγου. Πολλοί μεταμφιεζόταν σε γριές, γέρους, στρατιώτες, ζητιάνους, γιατρούς ή νύφες ντυμένες με κάτασπρα ρούχα. Το βράδυ όταν έδυε ο ήλιος, ομάδες μασκαράδων γύριζαν από σπίτι σε σπίτι του χωριού. Όπου και αν βρισκόταν μπορούσε κανείς να ακούσει τα γέλια και τις φωνές των μεταμφιεσμένων.

Το βράδυ της Κυριακής μαζεύονταν δύο τρεις οικογένειες σε ένα σπίτι για να γιορτάσουν και να διασκεδάσουν τις απόκριες. Όταν το γλέντι έφτανε στο αποκορύφωμά του εμφανιζόταν οι μασκαράδες, ορμούσαν μέσα στο σπίτι και πείραζαν τους ανθρώπους. Χόρευαν παράξενους ασυνήθιστους χορούς ζητώντας ποτά και γλυκίσματα. Οι νοικοκύρηδες τους έδιναν κονιάκ, κρασί, ζιβανία κ.α. και ρου φίλευαν κανένα μεζεδάκι και αναχωρούσαν για κάποιο άλλο σπίτι. Κατά τη διάρκεια του γλεντιού τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια χορεύοντας.

Την Καθαρή Δευτέρα ξεκινούσε η νηστεία μέχρι το Πάσχα. Κρατούσε περίπου 50 ημέρες. Την ημέρα αυτή οι άνθρωποι έφευγαν από το χωριό και με τα πόδια πήγαιναν σε κάποιο άλλο μέρος. Συνήθως σε κάποιο ξωκλήσι στο βουνό. Εκεί μαζευόταν σχεδόν όλο το χωριό για να κόψουν τη «μούττη της Σαρακοστής» . Όλοι έτρωγαν τα νηστήσιμα φαγητά τους και παρέες παρέες γλεντούσαν. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι με την νηστεία θα καθαρίσει η ψυχή τους από όλα τα ψυχικά και σωματικά βάρη. Πολλά παιδιά παίζοντας πετούσαν και τον παραδοσιακό χαρταετό τον οποίο κατασκεύαζαν μέρες πριν μόνοι τους με ξύλα και πολύχρωμα πανιά. 

 

Ε. Κινητές Εορτές:  Σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή

Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι δεν είχαν ημερολόγια για αυτό έφτιαχναν ένα μετρητάρι για να μετρούν το πέρασμα της νηστεία των 40 ημερών πριν από την Κυριακή του Πάσχα. Έπαιρναν ένα χαρτί και ζωγράφιζαν τη Σαρακοστή σαν μία καλόγρια, την κυρά-Σαρακοστή. Δεν την έβαζαν στόμα, διότι αντιπροσώπευε τη νηστεία. Τα α χέρια της ήταν σταυρωμένα από τις πολλές προσευχές. Είχε εφτά πόδια, ένα για κάθε εβδομάδα της Σαρακοστής. Με το ψαλίδι κόβανε κάθε Σάββατο ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι κόβανε το Μεγάλο Σάββατο και το βάζανε μέσα σε ένα ξερό σύκο. Αυτό το σύκο το ανακατεύανε με τα άλλα και όποιον τον έβρισκε λέγανε ότι ήταν το τυχερό.

Από το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες καταγίνονταν με το ζύμωμα. Ζύμωναν τις λαμπριάτικες κουλούρες. Αυτές ήταν μεγάλες κουλούρες τις οποίες τις ζύμωναν με διάφορα υλικά και μυρωδικά. Είχαν ένα σταυρό στη μέση και ένα κόκκινο αυγό στο κέντρο του σταυρού. Τότε έφτιαχναν και ένα κουλούρι για την Πρωτομαγιά. Επίσης εκείνη τη μέρα έφτιαχναν και τσουρέκια. Τσουρέκια συνήθιζαν να πηγαίνουν οι νονές στα βαφτιστήρια τους μαζί με τη λαμπριάτική λαμπάδα. 

Την Μεγάλη Πέμπτη επίσης έβαφαν τα αυγά. Το αυγό το θεωρούσαν σύμβολο της ζωής, ενώ το κόκκινο χρώμα που βάφονταν τα αυγά συμβόλιζε το αίμα του Χριστού που χύθηκε. Εκτός από το Μεγάλο Σάββατο και την Κυριακή του Πάσχα που τσούγκριζαν τα αυγά, κόκκινα αυγά συνήθιζαν να πηγαίνουν οι γυναίκες στους τάφους των νεκρών τη Δευτέρα της Λαμπρής.

Μια ομάδα εθίμων αποτελούσαν οι πασχαλινοί χαιρετισμοί όπως π.χ. «Χριστός Ανέστη» και η ανταπάντηση «Αληθώς Ανέστη» ή «Αληθώς ο Κύριος». Τέτοιους χαιρετισμούς αντάλλαζαν οι πιστοί το βράδυ της Ανάστασης και την Κυριακή του Πάσχα. Επιστρέφοντας από την εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης, οι πιστοί συνήθιζαν να φτιάχνουν ένα σταυρό στο ανώφλι της πόρτας με τον καπνό της αναστάσιμης λαμπάδας. Αυτό γινόταν για να έρθει καλή τύχη στην οικογένεια και στο σπίτι του κάθε νοικοκύρη. Το Άγιο Φως έφερνε μαζί του την ευτυχία της Ανάστασης και μπαίνοντας σε κάθε σπίτι σκόρπιζε την άγια χάρη του και τη δύναμή του. Αυτό το φως συνέχιζε όλο το χρόνο να προστατεύει την είσοδο του σπιτιού, σαν πιστός φύλακας. Πολλοί συνήθιζαν να «σταυρώνουν» με αυτό το φως το δέντρο του κήπου ή το πήγαιναν στο ζώο τους. 

Την Κυριακή του Πάσχα όλες οι οικογένειες ετοίμαζαν τον περίφημο οβελία. Το σούβλισμα του αρνιού την Κυριακή του Πάσχα συμβόλιζε τη θυσία του Χριστού. Ο οβελίας ήταν το ιερό σφαγμένο ζώο της οικογένειας, που γύρω του θα συγκέντρωναν τις θερμές ευχές των στενών συγγενών και των φίλων τους. Επίσης την Κυριακή του Πάσχα ήταν διαδεδομένο το έθιμο του καψίματος του ομοιώματος του Ιούδα. Οι πιστοί έπιναν και γλεντούσαν δίπλα στον Ιούδα που καιγόταν . Με αυτόν τον τρόπο οι πιστοί έδειχναν την αγανάκτησή τους για την προδοσία του Ιούδα και την χαρά τους για την Ανάσταση του Κυρίου. Το έθιμο της αγάπης γινόταν την Κυριακή του Πάσχα, στη δεύτερη Ανάσταση. Στο τέλος της θρησκευτικής τελετής φίλοι, συγγενείς και συμπατριώτες αντάλλαζαν το φιλί της αγάπης λέγοντας «Χριστός Ανέστη». Το βαθύτερο νόημα αυτού του εθίμου ήταν με τη θρησκευτική αυτή ευκαιρία να αγαπηθούν μεταξύ τους όλοι όσοι είχε τύχει να ψυχρανθούν.

 

Στ. Ακίνητες εορτές της άνοιξης

Κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου το χωριό γιόρταζε των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Το εκκλησάκι που βρισκόταν λίγο έξω από το χωριό μέσα σε ένα καταπράσινο δάσος σημαιοστολίζονταν. Οι πιστοί του χωριού παρευρίσκονταν στο εκκλησάκι, παρακολουθούσαν την εκκλησία και άναβαν κεράκι τιμώντας τους Αγίους. Ο Άγιος Κωνσταντίνος έφερε την ανεξιθρησκία στη βασιλεύουσα και ευνόησε την εκκλησία. Λίγο πριν πεθάνει βαπτίστηκε. Η Αγία Ελένη η μητέρα του βρίσκει τον Τίμιο Σταυρό στους Αγίους Τόπους.

 Οι προετοιμασίες για το πανηγύρι ξεκινούσαν αρκετές μέρες νωρίτερα. Το χωριό σημαιοστολιζόταν. Οι γυναίκες του χωριού προετοίμαζαν τα νόστιμα εδέσματα και γλυκίσματα, ενώ στην πλατεία του χωριού στήνονταν τραπέζια και μια μεγάλη εξέδρα πάνω στην οποία θα έπαιζαν το βράδυ της γιορτής οι μουσικοί. Την παραμονή στον κεντρικό δρόμο της εκκλησίας στήνονταν διάφοροι πάγκοι από μικροπωλητές.

Ανήμερα της γιορτής στις 5 η ώρα το πρωί όλοι οι πιστοί πήγαιναν με τα φαναράκια στην εκκλησία για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία και να κοινωνήσουν. Μετά τη λειτουργία ακολουθούσαν οι γυμναστικές επιδείξεις στο προαύλιο από παιδιά του δημοτικού όπως τσουβαλοδρομίες, αυγουλοδρομίες και άλλα παραδοσιακά παιχνίδια. Στο χώρο του δάσους ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού ετοίμαζε τσίπουρο με παραδοσιακές γεύσεις και φαγητά, τα οποία ετοίμαζε ο σύλλογος. Έτσι όλοι μαζί έτρωγαν και γλεντούσαν. Άφθονο κρασί μοιραζόταν σε όλους τους χωριανούς και νόστιμη φασουλάδα, ταραμά, ελιές και κρέας σε λαδόκολλα. Το βράδυ στην πλατεία του χωριού ο πολιτιστικός σύλλογος φιλοξενούσε άλλους συλλόγους από μακριά μέρη και όλοι μαζί οι χωριανοί θαύμαζαν τα τραγούδια, τους χορούς και τις φορεσιές των ξένων συλλόγων.

Ζ. Γιορτές του καλοκαιριού

Η σημαντικότερη γιορτή του καλοκαιριού είναι η ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, όπου γιορτάζει η Παναγία. Οι προετοιμασίες για εκείνη την ημέρα ξεκινούσαν πολλές μέρες νωρίτερα. Οι πιστοί του χωριού νήστευαν και περίμεναν με μεγάλη ευλάβεια να έρθει η μέρα του Δεκαπενταύγουστου. 

Την παραμονή όλοι οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία, όπου μετά τη θεία λειτουργία γινόταν η περιφορά της εικόνας γύρω από την πλατεία. Η περιφορά συνοδευόταν από τα παιδιά του συλλόγου, τα οποία φορούσαν τις όμορφες παραδοσιακές τους στολές και όλοι οι πιστοί κρατώντας όλοι από ένα αναμμένο κερί στο χέρι.

Ανήμερα της γιορτής όλοι οι πιστοί ανέβαιναν με τα πόδια το στενό μονοπάτι του βουνού, το οποίο οδηγούσε στο όρος του Παγγαίου, όπου εκεί βρίσκεται το Μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας. Εκεί οι πιστοί παρακολουθούν τη θεία λειτουργία. Πολλοί βέβαια ανέβαιναν το βουνό με τα γόνατα ως δείγμα πίστης και ευλογίας προς την Παναγία για το τάμα τους. Εκείνη την εποχή συνήθιζαν πολλοί πιστοί να περνούν όλη την νύχτα τους στο μοναστήρι, διότι πίστευαν ότι θεραπεύονταν διάφορες αρρώστιες από την θαυματουργό Παναγία. Αργότερα στρώνονταν οι πάγκοι στο προαύλιο του μοναστηριού και όλοι οι πιστοί δοκίμαζαν τα λαχταριστά εδέσματα και έπιναν κρασί προς τιμήν της Παναγίας.

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2233
Έτος καταγραφής
2010-11
Επώνυμο
Στρατηγέλη
Όνομα
Παγώνα