Τελετουργίες από ΛΑΒΑΡΩΝ, Δ. ΣΟΥΦΛΙΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ
Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα
«Ρουγκάτσια είναι τα κάλαντα που τα λένε τα παλικάρια του χωριού. Μαθαίνουν πρώτα πρώτα το τραγούδι που είναι αφιερωμένο στο χριστό. Μετά είναι τραγούδια που τραγουδούν για κάθε επάγγελμα και για κάθε οικογένεια για κάθε κατάσταση ακόμα και ευχές για ορισμένες καταστάσεις που δεν είναι καλές. Παραμονή Χριστουγέννων στις 6 το απόγευμα τα παλικάρια είναι χωρισμένα σε 2 ομάδες. Πηγαίνουν στην εκκλησία αφού ανάψουν τις λαμπάδες τους ψάλλουν το τραγούδι του χριστού της γέννησης του χριστού όλη την ιστορία. Μετά από εκεί παίρνοντας την ευλογία του ιερέα, φεύγουν και αρχίζουν να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα κάλαντα αυτά. Πολλές φορές η οικογένεια που θέλει ανοίγει και τραγουδούν για όλα τα άτομα για τον πατέρα για την μητέρα για τον γιο και για την κόρη, λέγοντας και ευχές. Αυτό συνεχίζει όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί. Την άλλη την ημέρα από τα χρήματα που μαζεύουν, δίνουν σε ορισμένες φτωχές οικογένειες. Και με κείνα παίρνουν όργανα και αρχίζουν γλέντια στην αυλή του σχολείου. Εκεί γλεντάει όλο το χωριό». (Αναστασία Τζικλή).
(Τραγούδι που λεγόταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού)
Χριστούγεννα να Χριστούγεννα τώρα
Να χριστός γεννιέται.
γεννιέται και ναι βαπτίζεται στους ουρανούς να πάει.
και εκεί που πάνα και στάθηκε
χρυσόν δέντρον ξεβγήκε.
Χρυσά ήταν τα κλωνάρια του
Κι ολονάργυρα τα φύλλα
Κι αυτά τα λιανοκλώναρα κι αυτά να ‘ταν προφητάδες.
Που προφητούσαν κι έλεγαν για αμαρτωλούς και ψεύδους.
Και μένα τον αμαρτωλό ας κρίνει δικαιοσύνη.
Κάτω στο γενεροσόλισμο και στου νου Κυρίου τον τάφο.
Εκεί εκιντσενεύουν το Χριστό
Παράνομα Εβραίοι.
Τον Πέτρο τονα προβάδισαν στη χαναλίμ για να πάει.
Χαλίμ για πενεψέ μας καρφιά, καρφιά
Να σαν τα πηλούνια.
Της χαλίμ κι ένας παρετισμός ας
Πένεψε κι από πέντε.
Τα δυο βαράν στα χέρια του
Τα δυο να στα γόνατά του.
Το πέμπτο το να φαρμακερό βάραναν και στην καρδιά του,
Και διάβηκε νε κι η παναγιά και του Χριστού η μάνα
Με τα μαλανάκια ξέπλεγα τα χέρια να σταυρούμενα.
Κι εσύ Κυράνα μας Παναγιά και του νου Κυρίου η μάνα.
Πάρε και να να φιλί ψωμί και δυο να καυκιά κρασούκι.
Και κράζε τρεινείς γειτόνισσες να σε νε παρηγορήσουν..
Όλες μανάδες έχουν για γιοι κι άλενες με την τιμή τους.
Κι εγώ το ενέχω μοναχό κι αυτόνενα τον σκιντσεύουν.
Εννιά σκιντσένες τον έδωσαν σαββανάτο κι ‘ολη μέρα (Δημήτρης Πουλιλιός
Ιωάννης Σεφεριάδης).
(Τραγούδια που λέγονταν από σπίτι σε σπίτι)
Αφέντης ή ξένος
Ξένε σου πρεπε νεναφέντη μου να ‘σαι
Νε σ’ αυτή τη χώρα.
Ξένε σου πρεπε νεαφέντη μου να ‘σαι
Νε στο σαλονούκι.
Να κάθεσαι νε στο πάπλωμα να ακουμπάς στα γκιόζια.
Να κοσκινίζεις τα φουριά να ντριμονίζεις τ’ άστρα.
Αυτά τα κοσκινίσμαα κέρνα μας τα παληκάρια. Κέραστα αφενέντη μου κέραστα κι ας πιούμε και στην υγεία σου.
Αρχόντης
Αρχοντς με την αρχόντισσα στη σκάλα κατηβαίνουν.
Στη σκάλα να και στη δρομοσιά
Και στην αγιανακλησούρα.
Γυρναεν αρχονόντς και τη ρωτά
Και την ην καλοεξετάζει.
Κόρημ για δεν είσαι όμορφη
Κόρημ για δεν είσαι άσπρη.
Αν θέλεις για να ‘μαι έμορφη αν θέλεις για να ‘μια άσπρη.
Σλυρε στην Ανδριανούπολη και βγένε στο μπυζισθένι.
Κι αγοράσενε μπούχα κι ασημένιο ζωνάρι.
Και σκουλαρηνίκια κεχρωτα κεδεδενα με το γράμμα.
Να ενωμαι και να λυγίζομαι να φαίνεται και το γράμμα.
Τα κουρτσούδια
Τα καημένα τα να κουρτσούδια
Που να μάσουν τα λουλούδια
Και τα βρίσκουν πέντε Τούρκοι
Και άλλοι πέντε Γιανίτσαροι.
Δωστα μένα τα λουλούδια
Δεν στα δίνω γω εσένα.
Θα τα δ’ωσω στουν πασά μου
Να τα βάλει στην κάλπα και
Να κατέβι στου σιγίρι
Να τον δουν τα παλικάρια
Να σφαχτούν με τα χατζάρια.
Τούρκοι με τα μαχαιρίτσια
Κι ρουμιοί με κουρίτσια
Παίξτε παιδιάμ
Παίξτε παιδιάμ για να παίξουμε
Χαρείτε να χαρούμε.
Ωρε τα νιάτα, ω ρε τα νιάτα μια φορά,
Τα νιάτα στο μαντήλι.
Ωρε μαντήλι, μαντηλάκι μου, μαντήλι κεντημένο.
Πετούν τα περιστέρια σου και έρχονται στην αυλή μου.
Τα ριχνω στάρι δε τον τρων, κέχρι δεν το μαζώνουν.
Η μάνα σου και η μάνα μου στα αλώνια κουβεντιάζουν
κι λέγανε για μας τα δυο πως θα μας ραβουνιάσουν.
καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση,
υρίζω βλέπω την παλιά, καινούργια δεν μ αρέσει.
παλιός λόγος δεν γίνεται καινούργιος δεν χαλνιέται.
Ουδέ παλία αγαπητικό δεν απουλησμουνιώτε.
Εδώ μποχτσιάς εκεί μπουχτσιός στη μέση τα λουλούδια.
Ελα να σεργιανίσουμε αγάπη μου καινούρια.
Δεν φταίει μάναμ το κρασί δεν φταίει το ποτήρι.
Ον φταίει η θυγατερα που στεκ’ στο παραθύρι.
Επαρχοντικά σπίτια βγαίνουμε,
Στ΄αρχοντικά θα πάμε. Μέρνει δομας είπαν κι ήρθαμε στο νιόμας τον αφέντη.
Ερν από χινίλια πρόβατα τα 500 γίδια τα σπίνιτια τα ψηλά τα μάρμαρα στρουμένα (Δημήτρης Πουλιλιός, Ιωάννης Σεφεριάδης).
«Παραμονή Χριστουγέννων σε κάθε σπίτι γίνονταν τα 9 φαγιά. Οι μάνες ετοίμαζαν φαγητά νηστίσιμα σουσαμόπιτες πρασόπιτες κολοκυθόπιτες μικίκια. Και έστρωναν το τραπέζι με όλα αυτά τα φαγητά. Μετρούσαν μέχρι και το κρεμμύδι και το σκόρδο ώστε να είναι 9 τα φαγητά. Μαζευόταν όλη η οικογένεια και η νοικοκυρά είχε πλάσει το χριστόψωμο. Έπαιρνε ο νοικοκύρης το χριστόψωμο, όλη η οικογένεια κρατούσε από μια μεριά το χριστόψωμο και από την άλλη το θυμιατό. Πηγαίναμε όλη η οικογένεια μπροστά στο εικονοστάσι άφηνε το χριστόψωμο μπροστά και αρχίζαμε όλοι τις μετάνοιες, ψάλλοντας χριστουγεννιάτικους ψαλμούς. Μετά σηκωνόταν και έσπαζε ο νοικοκύρης το ψωμί στο κεφάλι του και έβλεπε αν στο δεξί χέρι πήγαινε περισσότερο θα ήταν η χρονιά πιο καλή. Έπαιρνε το θυμιατό και ακολουθούσε όλη η οικογένεια σε όλο το σπίτι Θύμιαζε ο νοικοκύρης. Και φτάνουμε στο γουρούνι που ήταν σφαγμένο και το θύμιαζε. Μετά γυρνούσαμε όλοι στο τραπέζι, εκεί αφού σταύρωνε την πίττα κάναμε το σταυρό μας και ευχόμασταν με το καλό να έρθουν τα Χριστούγεννα. Έπρεπε να γευθούμε από τα φαγητά όλα τα νηστίσιμα και περιμέναμε τη γέννηση του χριστού και ακούγαμε σε όλο το χωριό τα ρουγκάτσια. Η βασιλόπιτα στα λάβαρα δεν ήταν μια βασιλόπιτα με ένα φλουρί αλλά ήταν μια βασιλόπιτα όχι γλυκιά ήταν μια γαλατόπιτα με φύλλο και η νοικοκυρά έβαζε σημάδια για όλα τα ακίνητα που είχαν π.χ. Έβαζε ένα ξυλάκι από αμπέλι και όποιος το θα έπαιρνε ήταν κληρονόμος του αμπελιού, ένας σπόρος σιτάρι για τα χωράφια, ένα σπόρο καλαμπόκι για τις κότες, ένα σημάδι για το σπίτι. Και έτσι τα σημάδια ήταν πολλά και ευχαριστιόταν κόβοντας την πίτα. Ο καθένας έπαιρνε το δώρο του και έλεγε ότι κι εγώ την πρωτοχρονιά κέρδισα, άλλος στο σπίτι, άλλος το αμάξι, άλλος τς αγελάδες, άλλος τα χωράφια». (Αναστασία Τζινλή).
ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ (25 ΔΕΚ.-5 ΙΑΝ.)
« τα Χριστούγεννα μαζευόμασταν όλοι εδώ και του λεγαμ’ το μέρος παλάντζα και ψηλά τα μπαϊράκια. Γεμάτο αυτοί παππαίοι με τα σάλια τς. Κανά καιρό πως ήταν κάτι κουλουριασμεν’ ιδώ και μπάμπες γεμάτο. Κάθονταν είχαν δώρα στις ποδιές τα και φώναζαν τα νύφες και πάεναν και τα κερνούσαν κείνες που αρραβωνιάζονταν, που ‘χαν τσυγγένεια τις έδωναν δώρα. Κι ύστερα χορεύαμε άλλος ιδώ με τα τραγούδια, άλλος εκεί με τα όργανα, όπου ήθελαν. Όπου ήθελε ο κόσμος εκεί χόρευαν. Ιγού θυμούμαι ξυπόλτο χόρευα, δεν είχα παπούτσια, μικρό ήμαν, στην μπουντζούκα δώστου ιγώ χορό. Εκεί γνωρίζονταν τα παληκάρια με τα κορίτσα». (Σταματία Δάντζου).
(Τραγούδια)
Ναι τις βγαίνεις ηλενιμ
Κι τρόμαξες κι αργάς να βασιλέψεις.
Λε στη πόλη σφάζουν πρόβατα στη Γαλατά αγγελάδια.
Λε μέσα στην Αντριανούπολη σφάζονταν παληκαριά,
Νε σφάζουν της χήρας τον υγιό, της χήρας το παλικάρι.
Θάλασσα αχ ν’ ανταριανίζει
Και ανταπυκνοκυμματίζει
Μες τη μέση ντι θάλασσα
Ήταν δέντρο φυτεμένο.
Και στη ρίζα κρύα βρύση
Πάνου οι έμορφες να πλύνουν.
Τα κορίτσια να λευκάνουν
Πάει κι ένα φτωχό κορίτσι
Που τα βριτς αυτόν τα νιάτα,
Τα φυρίδια σαν γαϊτάνια,
Έλαμψεν γυαλός και κάμπος,
Έλαμψαν και τα σοκάκια. (Σταματία Δάντζου).
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
«Τα απόκριες μάνες μας και οι νυφάδες εκείνες που ήταν νέες, έπαιρναν ένα μπουκάλι κρασί με τον άντρα τς κι ακόμη μία παρέα και πόγαιναν στη συγγένεια. Εκεί που χωρούσαν να παν και πάεναν και φιλεύονταν και έβαζαν τραπέζι και έπιναν και το κρασί και τελευταία σηκώνονταν και συγχωρνιόταν. Φιλούσαν τα χέρια. Γυρνούσαν στον νουνό για να παν στον πράτμο για να παν στον Θείο για να παν, ήταν έθιμο».
(Τραγούδι)
Τώρα γυναίκες δέρνονται
και τα κορίτσια χαίρονται.
τη Μάρω δέρνει η μάνα τς
με ένα κλωνί βασιλικό.
με 2 κλωναράκια βάλσαμο,
παλιόκοτα δεν έβρασε
και πίτα δεν εψήθηκε.
τι να κάνω πώς να γίνω
που χω τον κακόν τον άντρα,
κάθεται και μ’ιξιτάζει
πούντα δώθε πούντα κείθε,
που ‘ναι η γκουγκουλιάρα κότα,
που γεννάει το αυγό στο μήνα,
το τρωγα και εγώ και οι φίλοι μ.
Άντε κουρίτσια να φεύγουμε
Ζιμπίλι, ζιμπιλάκι μου.
Άντε κουρίτσια να πάμε
Λεμονιάρου ιδως κλωνάρι.
Κουρίτσια κι αν βραδιασουνι
Ζιμπίλι, ζιμπιλάκι μου.
Μι τι θα σκεπαστούμε
Λιμονιάρου ιδώς κλωνάρι.
Το ρούχο σου, το ρούχο μου
Ζιμπίλι, ζιμπιλάκι μου.(Σταματία Δάντζου).
ΚΙΝΗΤΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
«Την άνοιξη παένουν εκδρομή στο βουβό άλλοι με τ΄ αυτοκίνητο, άλλοι με τα πόδια. Τριήμερο κρατούν κείνοι που κρατούν. Δεν τρων δυο μέρες και ως το μεσημέρι. Την Τετάρτη παν και μεταλαβαίνουν (Σαρακοστή). Πηγαίναμε στην εκκλησία, στις αγρυπνίες. Ερχόταν η μεγάλη εβδομάδα και πάλι πααίναμε. Ζωή εν τάφω λεν τα κορίτσια, ανάβουμι οι λαμπάδες». (Σταματία Δάντζου).
(Τραγούδι Μ. Πέμπτης)
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται. Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι εβραίοι,, οι άνομοι και τα σκυλιά και τρισκαταραμένοι για να σταυρώσουν το χριστό τον πάντων βασιλέα. Ο κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι. Και η Παναγιά η δέσποινα καθόταν μοναχή της, τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της. Φωνή της ήρθε εξ ουρανού και από αρχαγγέλου στόμα, σώνουν κυρά μου οι προσευχές κα οι μετάνοιες, τον γιο σου τον επιάσανε και στη χαλκιά τον πάνε, και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραννάνε, σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε. Χαλκιά, χαλκιά κόψτε καρφιά 3 καλά πιρούνια, κι εκείνος ο παράνομος κάθεται φτιάχνει πέντε. Συ φοραεμ’ που τα κανες πρέπει να μας διδάξεις. Τα δυο βάλτε στα χέρια του, τα 2 στα γόνατά του, το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του, να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του. Η Παναγιά σαν τ άκουσε έπεσε και λιγώθη, σταμνί νερό της ρίξανε 3 κανάτια μόσχο και 3 μυροδόσταμνα για να της έρθει ο νους της, και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για τον μονογενή της. Κάνε κυρά μου υπομονή και πώς να λάβω ανέσεις που έχω ένα γιο μονογενή και εκείνο σταυρωμένο. Η Μάρθα η Μαγδαληνή, του Ιακώβ οι αδερφοί και οι τέσσερις αντάμα πήραν το δρόμο το δρομί, δρομί το μονοπάτι. Το μονοπάτι τις έβγαλε μπρος στου ληστή την πόρτα. Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου, κι η πόρτα από το φόβο της άνοιξε μοναχή της. Τηράν δεξιά , τηράν ζερβά κανέναν δεν γνωρίζουν, τηράν και δεξιότερα βλέπουν τον άγιο Γιάννη. Άγιε μου Γιάννη πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου, μην είδες τον γιόκα μου και σε διδάσκαλο σου. Δεν έχω στόμα να σου πω, καρδιά να σου μιλήσω, δεν έχω χέρι παλαμο για να σου τονε δείξω. Έχεις και στόμα να μου πεις, καρδιά να μου μιλήσεις, έχεις και χέρι παλαμο για να μου τονε δείξεις. Βλέπεις εκείνον το γυμνό τον παραπονεμένο, όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο, όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι εκείνος είναι ο γιόκας σου και με διδάσκαλός μου. Κι η παναγιά πλησίασε γλυκά του μιλάει. Δεν μου μιλάς παιδάκι μου, δεν μου μιλάς παιδί μου. Τι να σου πω μανούλα μου, που διάφορο δεν έχει. Μόνο το μεγάλο σάββατο κοντά στο μεσονύχτι, όταν λαλούν οι πετεινοί σημαίνουν οι καμπάνες, σημαίνει ο θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουράνια, σημαίνει και αγία σοφία το μέγα μοναστήρι. Όποιος τα ακούσει σώζεται, όποιος το πει αγιάζει και όποιος το καλαφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει, παράδεισο και λίβανο από τον άγιο τάφο. (Ελένη Μπαδιανούδη).
(Ζωοδόχου Πηγής)
«Κι εδώ ψηλά είναι ένα εκκλησάκι λέγεται ζωοδόχου πηγής. Ήταν και βρύσες και κάθε Πάσχα πηγαίναμε. Το λέμε βιστέρνα και έκαναν χορό οι μεγάλες γυναίκες και χορεύαμ και εμείς μαζί». (Σταματία Δάντζου)
ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
«Μαζόνουν τον Αη Γιάννη, τον κάνουν φοντάκες-φοντάκες βάνουν ένα κλωνί ιδώ ονόματα. Ένα εσένα, εμένα, ένα τον άλλον. Τον δένουν βάνουν κι ένα σημάδι. Έχουμε μία σκάλα, όλους ύστερα τς φοντάκες τς βάνουν εκεί μες τη σκάλα. Βάνουν και νερό, ύστερα τον παίρνουν τον Αη Γιάννη όλες οι γυναίκες και πααίνουν σε ένα μέρος:
Άγιο Γιάννη το βοτάνι, πότε άνοιξες και τράνεψες, να σε βάνουν μες στη σκάλα. Κι ύστερα τον παίρνουν και την πααίνουν σε ένα σπίτι, κείνον που τον λένε Γιάννη τον άντρα. Ξημερώνει εκεί, ύστερα σηκώνονταν την άλλη τη μέρα πήγαιναν στη δουλειά μέχρι το μεσημέρι και πάαιναν και τον χόρευαν οι γυναίκες και τον μοίραζαν τς φοντάκες. Ύστερα καθένας τον Αη Γιάννη τον καταλάβαινε ποιος είναι κι έλεγαν: «Α, εμένα μαύρισε, ιγώ θα πεθάνω. Μπα, κι αυτός μαύρισε. Α, εμένα τι καλός κίτρινος κίτρινος. Και όποιος δεν είχε κεφάλι στον ίσκιο του, ήταν να πεθάνει. (Σταματία Δάντζου).