Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΚΟΜΑΡΩΝ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

Α) Η Σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα.

Στις 15 Νοεμβρίου αρχίζει η σαρακοστή των Χριστουγέννων κι από τότε νηστεύαμε σαράντα μέρες. Την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ μαζεύονταν όλα τα παλληκάρια του χωριού μας και γυρνούσαν σε όλο τον χωριό κι έλεγαν τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές την παραμονή των Χριστουγέννων κάναμε τα Χριστούγεννα και το βράδυ αφού το θυμιατίζαμε το κόβαμε για να το φάμε. Κάναμε κι ένα ιδιαίτερο ψωμί για να το δώσουμε στα παλληκάρια που θα έρχονταν το βράδυ να μας πούνε τα κάλαντα. Οποίος ήταν πλούσιος έβαζε πάνω στο ψωμί κι ένα κομμάτι κρέας ή καμιά δραχμή. Τα παλληκάρια μετά τα ψωμιά τα πουλούσαν. Μερικά τα έδιναν στην εκκλησία και μερικά τα κρατούσαν για τον εαυτό τους.

Β) Το Δωδεκαήμερο (25 Δεκεμβρίου – 5 Ιανουαρίου)

Τα Χριστούγεννα σταματούσαμε την νηστεία κι όλοι αρχίζαμε το φαγοπότι. Εφτιάχναμε καβουρμάδες, λουκάνικα, παστό. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς αφού θυμιάζαμε  εκόβαμε την μιλἰνα (πίτα) που έβαζαμε μέσα φλουρί και έβαζαμε και κλωναράκια το καθένα διαφορετικό. Το ένα κλωναράκι είχε 2 φύλλα, το ένα ένα κτλ. Στο κάθε κλωναράκι ετάζανε κάτι, για παράδειγμα το σπίτι ή τα κοτόπουλα. Και μετά όταν κόβαμε την πίτα βλέπαμε τι έτυχε στον καθένα. Αυτό το κάναμε πιο πολύ για διασκέδαση. Την Πρωτοχρονιά πρωί πρωί, τα ξημερώματα από το πρωι έρχονταν πρώτα να μας πει τα κάλαντα μας σούρβιζε κιόλας. Δηλαδή τα πηγαίναμε αυτό το παιδί στο αχούρι για να αγιάσει τα ζώα μ ένα κλωναράκι ακρανιάς και λίγο νερό. Αυτό λεγόταν σούρβα. Έλεγε το παιδί: Σούρβα – σούρβα, για χαρά, για σταφίδα για πάρα! Μετά για να πάρει το παιδί την ευχή απ’ το αφεντικό έλεγε: γερό σταυρό, γερό κορμί, γερό σταυρό, γερό κορμί, όλο γειά και δύναμη και το χρόνι καλύτερα. Σούρβα! Και μετά έπαιρνε την δραχμή απ’ το αφεντικό και έφευγε.

Γ) γιορτές του Φεβρουαρίου

Στις γιορτές της Υπαπαντής, του Τρύφωνα και του Συμεών έλεγαμε ότι είναι τα σημάδια. Δεν κόβαμε τίποτα με μαχαίρι, ούτε κεντούσαμε οι γυναίκες. Δεν κάναμε καμία δουλειά εκείνες τις 3 μερες αλλά όλα τα ετοιμάζαμε από πιο μπροστά. Αν κάποιο έκοβε κάτι ή έκανε κάποια δουλειά, έλεγαμε ότι κάτι κακό θα πάθει ή κάποιο από τα ζώα του θα γεννηθεί σημαδεμένο και δεν θα μπορεί να περπατήσει. Στην γιορτή του Τρύφωνα έλεγαμε ότι ο Τρύφωνας είχε πάει να κλαδέψει το αμπέλι του (ενώ εκείνη την μέρα δεν έπρεπε να δουλέψει γιατί την επόμενη μέρα η Παναγία θα σαραντούσε). Κι γι’ αυτό έκοψε τη μύτη του. Εκείνη την μέρα στην εκκλησία γίνονταν αγιασμός και επαίρναμε όλοι αγιασμό να πάμε για να ραντίσουμε τα αμπέλια μας για να καρποφορήσουν. Την ημέρα της Υπαπαντής την γιόρταζαν πιο πολύ οι γυναίκες που ήταν λεχώνες και την Τρίτη μέρα που ήταν του Συμεών την έλεγαμε σημαδιακή μέρα. ΣΤΙΣ 10 του Φλεβάρη, δηλαδή του Αγίου Χαραλάμπους έκαναμε μια πίτα και την μοιράζαμε για να πούμε ότι φεύγουν οι χειμωνιάτικες γιορτές και ότι έρχεται η άνοιξη σιγά σιγά.

Δ) Απόκριες

Τώρα πια ετοιμαζόταν ο κόσμος για τις Απόκριες που γινόμασταν καρναβάλια. Δέκα ημέρες πριν τις Απόκριες μαζευόμασταν κάθε μέρα παλληκάρια και κορίτσια και χορεύαμε και τραγουδούσαμε. Αυτό το έλεγαμε Μουρόκνου χορού, δηλαδή νυχτερινός χορός. Κάθε βράδυ έρχονταν κι από ένα διαφορετικό όργανο. Άλλοτε γκάιντα, άλλοτε φυσαρμόνικα. Μετά όταν έρχονταν οι Απόκριες γυρνούσαμε καρναβάλια και τα μικρά παιδιά αλλά και οι μεγάλες γυναίκες. Περπατούσαμε στα σπίτια. Και οι νοικοκυρές του σπιτιού προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιοι είμαστε. Μετά μας κερνούσαν ή μας τραγουδούσαν για να χορέψουμε. Την Κυριακή της Τυρίνης γινόταν μεγάλος χορός στην πλατεία από νωρίς και μετά εγώ γιορτή εκάναμε μιλίνες (πίτες) επαίρναμε και κρασί και πηγαίναμε στο νονό μας και στους συγγενείς μας για να κάνουμε τα συγχωρεμένα. Σε όσα σπίτια πηγαίναμε, όλοι έπιναν απ το ίδιο μπουκάλι κρασί. Την τελευταία Κυριακή, αφού τρώγαμε σπίτι μετά κρεμούσαμε χαλβά στο ταβάνι και προσπαθούσαμε με το στόμα να τον φτάσουμε και να τον φάμε. Στο τέλος ετρώγαμε ένα αυγό βραστό και βούλωνε ο στόμας μας ως το Πάσχα που θα ξανά ετρώγαμε αυγά. Την Δευτέρα, μια μέρα πριν την Κυριακή της Αποκριάς (δηλαδή μια εβδομάδα πριν την τελευταία Κυριακή) έκαναμε ένα έθιμο. Τον Μπέη. Σε αυτό το έθιμο εφτιαχναμε έναν άντρα γυναίκα που την έλεγαν καντ και γινόταν και κάποιος Μπέης που περπατούσε με το κάρο απ όλο το χωριό κι έδινε ευχες στον κόσμο που του εδίναμε λεφτά. Υπήρχε και ένας καντμπαμπάς (δηλαδή μπαμπάς της καντούνας) και τέσσερις αράπηδες με μαύρα πρόσωπα, κουδούνια και σακιά για ρούχα. Αυτοί φύλαγαν την καντούνα. Έπρεπε ο κόσμος να κλέψουν την καντούνα για να μας κυνηγήσουν. Μετά να τους δώσουμε λίγα λεφτά για να γλυτώσουμε. Στο τέλος αφού ο Μπέης έσπερνε με το αλέτρι και με έναν τενεκέ (κουβά) στάρι. Έζευε και δύο αράπηδες στο ζυγό. Μετά από αυτό το έθιμο αρχίζαμε τον χορό. Το έθιμο το κάναμε για να πάει καλά η σοδειά. Στο τέλος εκόβαμε μια πίτα και σε όποιον τύχαινε το φλουρί, γινόταν εκείνο Μπέης στην άλλη χρονιά.

Ε. Κινητές εορτές (σαρακοστή Πάσχα, Πάσχα, μετά το Πάσχα ως την Πεντηκοστή)

Μετά την τελευταία Κυριακή των αποκριών, από τη Δευτέρα αρχίζαμε τη νηστεία ως το Πάσχα. Ήταν αυστηρή νηστεία και για 40 μέρες χορούς δεν κάναμε, ούτε γάμους. Το τριήμερο την Καθαρά Δευτέρα, την Τρίτη και την Τετάρτη, ιδιαίτερα τα παλληκάρια και τα κορίτσια κάναμε νηστεία. Αυτές τις 3 μέρες δεν ετρώγαμε απολύτως τίποτα. Ούτε νερό πίναμε. Την Τετάρτη το πρωί μετά τη λειτουργία αφού κοινωνούσαμε, ετρώγαμε. Ο Ευαγγελισμός που είναι σχολική γιορτή μαζευόμασταν τα παιδάκια το πρωί στο σχολείο και ελέγαμε ποιήματα και το βράδυ κάναμε λαμπαδηφορία. Γυρνούσαμε τα παιδιά με τους δασκάλους μας όλο το χωριό, κρατώντας ένα ξύλινο κοντάρι που είναι καρφωμένο ένα τενεκεδάκι πάνω και μέσα στο τενεκεδάκι ανάβαμε. Έτσι γυρνούσαμε με την φωτιά όλο το χωριό και τραγουδούσαμε ηρωικά τραγούδια. Λαμπαδηφορία γιατί ήταν εθνική εορτή και θέλαμε να τιμήσουμε τους ήρωες μας. Τα ξημέρωμα του Ευαγγελισμού οι γριές και οι παππούδες χτυπούσαν με τα ξύλα τενεκέδες. Αυτό έλεγαν ότι το είχαν κάνει παλιά οι Έλληνες σαν σύνθημα για να ξεσηκωθούν για την επανάσταση και να μην τους καταλάβουν οι Τούρκοι. Άμα κανένας Τούρκος ρωτούσε γιατί βαράνε τους τενεκέδες οι Έλληνες έλεγαν για να φύγουν τα φίδια. Έτσι κι εμείς το κρατήσαμε και χτυπούσαμε τους τενεκέδες σαν έθιμο για να φύγουν τα φίδια. Την 1η Μαρτίου όλοι ανάβαμε φωτιά στην αυλή και πηδούσαμε από πάνω. Αυτό το κάναμε για να προϋπαντήσουμε την άνοιξη. Την Κυριακή των Βαΐων γυρίζαμε τα κοριτσάκια με κούκλες που τις εφτιάχναμε μόνες μας και μαζεύαμε ελιές, αυγά, δραχμές και τραγουδούσαμε:

Βάια, βάια του βαϊού

Ως την άλλη την Κυριακή

Με τα κόκκινα τα αυγά

Τάψις τάψις του τσιτσί (κρέας)

Φούρνου, φούρνου του ψωμί

Μπούκλις, μπούκλις (μπουκάλια) του κρασί

Όπου είχε παληκαριά

Στο σπίτι ελέγαμε ένα άλλο τραγούδι:

Ένας τρανός παλήκαρος

Με τα μπουρμά μουστάκια (χ2)

Καβάληψετ το άλογο

Και θέλει ν απάει στις μάκρες (χ2)

Καλά να πάει καλά και να ‘ρθει

Καλή κόρη να φέρει (χ2)

Κυρά χρυσή, κυρά αργυρή

Με 1000 παλληκάρια με 1000 λεοντάρια (χ2)

Μετά όταν κόντευε το Πάσχα, την μεγάλη την εβδομάδα πηγαίναμε κάθε μέρα στην εκκλησία. Την μεγάλη Πέμπτη το πρωί εβάφαμε τα αυγά γι αυτό λεγόταν και κόκκινη Πέμπτη. Τα αυγά τα εβάφαμε με κρεμμυδόφλουδες, με τα τσόφλια απ’ τα καρύδια και με διαφορά χορτάρια που έβγαζαν χρώμα. Την μεγάλη Πέμπτη εκάναμε και τα τσουρέκια. Μετά την μεγάλη Παρασκευή πηγαίναμε απ’ το πρωί στην εκκλησία στον επιτάφιο. Το Σάββατο ετοιμάζαμε την μαγειρίτσα. Το βράδυ πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά την Ανάσταση πηγαίναμε στο σπίτι να φάμε την μαγειρίτσα. Το Πάσχα αφού πηγαίναμε στην εκκλησία μετά πηγαίναμε πασχαλινό τσουρέκι στην νονά μας και μετά το βράδυ γινόταν μεγάλος χορός στην πλατεία του χωριού

 (Κεσίδου Ελένη).

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1446
Έτος καταγραφής
2003-04
Επώνυμο
Κιουμουρτζή
Όνομα
Κυριακή