Τελετουργίες από ΚΑΣΤΑΝΕΩΝ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Πριν από τα Χριστούγεννα, νηστεύαμε όπως όλος ο κόσμος. Την περίοδο αυτή φτιάχναμε τη βαρβάρα για να φάμε. Όταν ήταν η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας στις 4 Δεκεμβρίου. Η βαρβάρα είναι ένα γλυκό που γίνεται από σιτάρι. Από τις προηγούμενες μέρες απλώναμε το σιτάρι έξω για να στεγνώσει. Όταν στέγνωνε το βάζαμε να βράσει στη ξυλόσομπα και βάζαμε μέσα καρύδια, σύκα, σταφίδες. Αφού έβραζαν όλα μαζί, τα αφήναμε τα κρυώσουν για να γίνουν χυλός.
Την ημέρα της γιορτής το ξαναζεσταίναμε και βάζαμε ζάχαρη και κανέλλα. Μοιράζαμε τη βαρβάρα στην πεθερά μας, στη μάνα μας και τα παιδιά την πήγαιναν στη νονά τους για να πάρουν δώρα.
Το χωριό μας φημίζεται για έθιμο των Χριστουγέννων που κάνει και λέγεται ‘’τα Παλικάρια’’. Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούσαμε όλα τα παλικάρια, αφού είχαμε πάρει την ευχή του παπά, και λέγαμε τα κάλαντα στα μαγαζιά του χωριού. Το βράδυ γλεντούσαμε σε ένα από τα μαγαζιά του χωριού και όσοι ήθελαν μπορούσαν να έρθουν. Την ημέρα των Χριστουγέννων, λέγαμε τα κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Κάθε οικογένεια μας περίμενε πως και πως και μας έδιναν φαγητό, ποτό και χρήματα. Στο έθιμο έπαιρναν μέρος αγόρια από 15-23 χρονών. Οι στίχοι του τραγουδιού που λέγαμε πήγαιναν κάπως έτσι:
Πα’ βγενιτό κι αν βγίκαμι
Σ’ αρχοντικό να πάμι
Ελάτι παλικάρια μου
Να ζήστι μι κι μένα
Να πάμι στουν αφέντη μας
Τουν πουλυχρουνιμένου
Α’ που’ νει νιος κι’ ταπεινός
Στουν κόσμου ξακουσμένους
Που’ χει τα σπίτια τα ψηλά
Μι κόκκινα παρμάκια
Για να τ’ ανέβου δε μπουρώ
Κι πίνου τα φαρμάκια
Άνοιξι πόρτα μ’ άνοιξι
Πόρτα μου καναρένια
Έχω δυο λόγια να σου πω
Κι κεινα ζαχαρένια
Ποιος εις εσύ να ανοίξω εγώ
Να ‘νοίξου να μπεις μέσα
Εγώ είμαι που σου τα ΄στειλα
Στου μαντηλακ’ διμένα
Τα μήλα τα δαμάσκηνα
Τα τρουφαντά κιράσια
Για να τ’ ανέβου δε μπουρώ
Κι πίνω τα φαρμάκια
Σ’ αυτού το σπίτι που ‘ρθαμε
Πέτρα να μη ραγίσει
Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
Χιλιά χρονών να ζήσει
Χρόνια πολλά και απού χρον!
Όσα φτερά έχει ο αετός
Και φύλλα από τα δέντρα
Τόσο μπιρικετ να δωσ’
Θεός στουν τζονμπαρτζή μας!
Ευχή όταν μας έδιναν λεφτά.
Τραγούδι που λέγαμε στον δρόμο
Χριστός γιννιέτι χαρά στουν κόσμου
Χαρά στουν κόσμου στα παλικάρια (x2)
Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες (x2)
Η Παναγιά μας κοιλουπουνούσι
Κοιλουπουνούσι ‘παρακαλούσι
Όλους τους Αγίους τους Αϊ πουστόλους (x2)
Τρεις Αρχαγγέλοι για μύρου τρέχουν (x2)
Κι’ ώσπου να πάνε κι’ ώσπου να έρθουν (x2)
Η Παναγιά μας ξηληφτηρώθει (x2)
Μέσα στις δάφνες μες τα λουλούδια (x2)
Σαν ήλιους λάμπει σα νιο φιγγάρι (x2)
Σ’ αυτό το σπίτι του νοικοκύρη (x2)
Στη φαμελιά του κ’ στα πιδιά του
Έτσι πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαμε και παινεύαμε όλους. Αν δε μας άνοιγαν την πόρτα τους κοροϊδεύαμε όπως:
Που ‘σαι αρκούδα μαλλιαρή
Μι τις τριχωτές μπατζάκες
Αν δε μ’ ανοίξεις να σι δω
Σι κατουρώ τουν τοίχο
Εκείνη την μέρα όλοι έτρωγαν στα σπίτια τους χοιρινό στη ξυλόσομπα και μπακλαβά.
(Ξανθούλα κ’ Αθηνόδωρος Τζιγκαλίδης)
Το έθιμο της Μπάμπως
Κάθε χρόνο στις 8 Ιανουαρίου γιορτάζουμε την γυναικοκρατία. Αυτή τη μέρα οι άντρες κάθονται στο σπίτι μαγειρεύουν και κάνουν δουλειές, ενώ εμείς γιορτάζουμε και γλεντάμε. Πηγαίνουμε, λοιπόν στο σπίτι της μπάμπως, που τα παλιά χρόνια ήταν η μαμή του χωριού. Της πηγαίνουμε γλυκά και φαγητά και μετά κάποια από τις γυναίκες κάνει ότι γεννάει για να τη ξεγεννήσει η μπάμπω. Μετά από αυτό πηγαίνουμε σ’ένα μαγαζί του χωριού και γλεντάμε όλες μαζί.
(Αναστασία Γκαργκαβούζη)
Το έθιμο του Μπέη
Αυτό το έθιμο είναι πάρα πολύ παλιό και έχει τις ρίζες του από την αρχαιότητα. Οι άνθρωποι τότε συνήθιζαν να δοξάζουν την Θεά Δήμητρα για να καρπίσει η γη την άνοιξη.
Ο Μπέης κάθε περιοχής στα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε ως φοροεισπράκτορας. Οι χριστιανοί των τότε χρόνων από τη μία τον τιμούσαν και από την άλλη τον διακωμωδούσαν.
Αναλυτικά, την ημέρα που γίνεται το έθιμο, όλα τα σπίτια του χωριού έχουν καθαρές αυλές για να τις ελέγξει ο Μπέης. Ο Μπέης συνοδευόταν από την Καντίνα (γύφτισσα) το μωρό το γύφτο και τους σωματοφύλακές του. Ο Μπέης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι πάνω σε ένα κάρο με οργανοπαίχτες. Σε κάθε σπίτι σκορπούσε σιτάρι και ευχόταν καλή σοδειά και οι νοικοκυρές τον φίλευαν. Όταν τελείωνε η περιφορά του Μπέη σε όλο το χωριό, όλοι κατέβαιναν κάτω στο ποτάμι του χωριού, τον Άρδα, όπου ο Μπέης θα έκανε την πρώτη σπορά της χρονιάς. Εκεί οι σωματοφύλακες έχουν έτοιμο το ζυγό και ο Μπέης για αγελάδες βάζει τη γύφτισσα και το γύφτο. Εκείνος επιβλέπει και ρίχνει σπόρους στο χωράφι λέγοντας ευχές. Μετά η γύφτισσα και ο γύφτος ρίχνουν τον Μπέη μέσα στο ποτάμι για να γελάσει ο κόσμος. Μετά από αυτό μαζεύονται όλοι στη πλατεία του χωριού και χορεύουνε και γλεντάνε.
Η επιλογή του Μπέη για τον επόμενο χρόνο γίνεται με κλήρωση μια βδομάδα μετά το έθιμο. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο άνδρας να είναι αγρότης και να έχει παιδιά.
(Χάρης Γκαργκαβούζης)
Το Πάσχα
Όπως όλοι οι άνθρωποι της εποχής, έτσι και οι κάτοικοι του χωριού αυτού νήστευαν όλη τη Σαρακοστή. Όλη τη Μεγάλη Βδομάδα επικρατούσε μία κατάσταση πένθους.
Τη Μεγάλη Δευτέρα και Τρίτη οι γυναίκες καθάριζαν και ασβέστωναν το σπίτι. Τη Μεγάλη Τετάρτη όλοι έκαναν ευχέλαιο στο σπίτι. Τη Μεγάλη Πέμπτη μετά τη πρωϊνή λειτουργία, έβαφαν τα αυγά στο σπίτι. Το βράδυ οι γυναίκες στόλιζαν με λουλούδια τον επιτάφιο. Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαιναν λουλούδια στο νεκροτομείο και περνούσαν κάτω από τον επιτάφιο και από τις τέσσερις πλευρές νηστικοί. Επίσης εκείνη την ημέρα ούτε μαγείρευαν ούτε λούζονταν. Το Μεγάλο Σάββατο έφτιαχναν τα τσουρέκια και το βράδυ πήγαιναν στην Ανάσταση. Μετά έτρωγαν. Την Κυριακή του Πάσχα πήγαιναν στη εκκλησία και μετά πάλι γλεντούσαν στην πλατεία του χωριού.
(Βάγια Τζιγκολίδου)