Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΛΟΥΤΡΟΥ, Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου

«Στις 4 του μην μήνς της Αγίας Βαρβάρας, μετά την εκκλησία οι νοικοκυρές με την κουπίτσα στο χέρι θα μοιράσουν στη γειτονιά τη Βαρβάρα που έφτιαχναν, εξαίρεση δε γινόταν για κανένα και ανταλλάζαν ευχές για υγεία και προκοπή. Την εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα το χωριό γέμιζε από ατ γρυλίσματα των γουρουνιών που θα πηγαίναν για σφαγή. Από τα έντερα κρατούσαν όσα χρειάζονταν για να γίνει μπάμπω, τα υπόλοιπα γίνονταν λουκάνικα το τσουκάλι γέμιζε καβουρμά, ένα μέρος του λίπους γινόταν παστό και τα άλλο λίγδα και το υπόλοιπο κρέας κρεμιόταν στο κελάρι. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα ο πατέρας έφερνε από το βουνό ένα κλαδί αρδίτσι προκειμένου να το στολίσουμε. Εμείς από μέρες μαζεύαμε τα χρυσόχαρτα από τα κουτιά τσιγάρων και τα τυλίγαμε ξυλοκέρατα, με καρύδια, με φιρίκια, με μανταρίνια που μαζί με διάφορα παιχνιδάκια αν υπήρχαν, αποτελούσαν τα στολίδια του δέντρου. Η παραμονή των Χριστουγέννων ήταν η καλύτερη για μας. Από την προηγούμενη άρχιζε η προετοιμασία για τα κάλαντα, ένας τορβάς, ένας φακός και μια βέργα για τα σκυλιά ήταν τα απαραίτητα σύνεργά. Το βράδυ δε μας κόλλαγε. Έπρεπε να ξυπνήσουμε στις 6 τα ξημερώματα και πριν καλά-καλά ξημερώσει να τελειώσουμε. Οι νοικοκυρές παρά το ότι ήταν τόσο πρωϊ περίμεναν με την πόρτα ξεκλείδωτη, άλλωστε είχαν τόσες πολλές δουλειές να τελειώσουν που από τις 5 βρίσκονταν στο πόδι.

-Να τα πούμε, λέγαν τα παιδιά.

-Να τα πείτε με χαρά, απαντούσαν οι νοικοκυρές και τα κάλαντα αρχινούσαν. Πίσω από την πόρτα σε ένα ταψί περίμεναν τα κεράσματα, ξυλοκέρατα, κάστανα, φυρίκια, μανταρίνια, καρύδια κλπ. Με το ξημέρωμα τέλειωνε το τραγούδι και ευτυχισμένοι γυρίζαμε σπίτι να δείξουμε τι μαζέψαμε».

                                                                      «Χρήστος Δαουλτζής»

β. Το Δωδεκαήμερο (25/12-5/01)

«Την ημέρα των Χριστουγέννων μετά την εκκλησία, η μητέρα με περισσή φροντίδα γέμιζε μια κουπίτσα με μπάμπω και λίγο κρέας, για να τα πάει στο γείτονα που δεν είχε τη χαρά να σφάξει το δικό του γουρούνι.

Το μεσημέρι η οικογένεια γύρω από το τραπέζι, απολάμβανε την αχνιστή μπάμπω, το κόκκινο κρασί και τις νοστιμότατες τσιγαρίδες. Οι επόμενες μέρες περνούσαν με την προετοιμασία του ερχομού της Πρωτοχρονιάς. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν γλυκά, τα παιδιά ετοιμάζονταν για μια ακόμα φορά να πουν τα κάλαντα, οι χαρτοπαίκτες προπονούνταν στα καφενεία για τη μεγάλη μάχη της Παραμονής, και όλοι περιμένουν τον καινούργιο Χρόνο με την ελπίδα να φέρει ότι δεν έφερε ο παλαιός. Στις 12 το βράδυ οι ευχές δίνουν και παίρνουν. Πρωί-πρωί με την μασιά στο χέρι τα δεξίμια, επισκέφτηκαν το κακό για το σούρβα-σούρβα».

γ. Απόκριες

«Τις αποκριές έρχονται οι νεότεροι, βαφτιστήρια, νύφες, παιδιά προς τους γέρους παππούδες και ζητούσαν συγχώρεση, κάναν πίτες, μεζέδες και κερνούσαν διάφορα γλυκίσματα.

δ. Κινητές εορτές

«Λίγες μέρες πριν τη Μεγάλη εβδομάδα γέμιζε το χωριό από τα βελάσματα των αρνιών που πήγαιναν για τη σφαγή. Από όλα τα δρομάκια του χωριού οι τσομπάνηδες κατέβαζαν τα αρνιά τους σαν μικρά άσπρα ρυάκια που κατευθύνονταν σε μια κοπή όπου με ακονισμένα τα μαχαίρια περίμεναν οι σφάχτες και  οι γδάρτες. Άλλοι έσφαζαν άλλοι φούσκωναν με τις τρόμπες το πετσί και άλλοι έγδερναν. Εμείς τα παιδιά κάναμε θελήματα. Κουβαλούσαμε από τα καφενεία κρύες γκαζόζες για να δροσιστούν οι σφάχτες με αντάλλαγμα τα ρέστα, που μπορεί να ήταν μισή έως μια δραχμή. Ειδικά εκείνη την εποχή το ποσό ήταν σημαντικό. Με μια δραχμή έπαιρνες δέκα μαστίχες καραμέλες ή μια μικρή σοκολάτα ή δύο φέτες χάσκο ψωμί. Το Σάββατο του Λαζάρου θύμιζε λίγο Χριστούγεννα. Τα παιδιά γυρνούσαν στα συγγενικά σπίτια και τραγουδούσαν το Λάζαρο. «Ήρθη Νιλάτζαρους ήρθαν τα βάγια, ήρθαν τα Βάγια. Βάγια Βαϊτσα μας κλπ. Το δώρο συνήθως ήταν αυγά. Και μπαίνουμε στη Μεγάλη βδομάδα, τις πρώτες μέρες της οποίας θα πρέπει να γίνουν και οι τελευταίες δουλειές για το Πάσχα το δε βράδυ ο κόσμος σιγά-σιγά άρχιζε να γεμίζει τις εκκλησίες. Τη Μεγάλη Πέμπτη θα πρέπει να βάφουν τα αυγά και το βράδυ της ίδιας μέρας γινόταν το αδιαχώρητο για τα Δώδεκα ευαγγέλια. Τη Μεγάλη Παρασκευή λες και άνθιζαν όλα τα λουλούδια ξαφνικά, το χωριό μοσχοβολάει από το φούρνισμα των τσουρεκιών. Τη μεγάλη δοκιμασία αλήθεια για τα παιδιά να μοσχοβολούν τα τσουρέκια και να μην μπορούμε να φάμε λόγω νηστείας. Το φούρνισμα των τσουρεκιών ήταν η μόνη δουλειά που επιτρεπόταν τη μέρα αυτή. Σαν σήμερα έλεγαν οι μανάδες μας ότι ούτε τα πουλιά δεν κάνουν φωλιές.

Από το πρωί  στα καφενεία κρεμούσαν το βαλέ, σημάδι πως δεν επιτρεπόταν η χαρτοπαιξία. Το φαγητό της μέρας αυτής ήταν νεροβραστά φασόλια ή πατάτες χωρίς λάδι. Το βράδυ στην κατάμεστη εκκλησία με πολλή κατάνυξη παρακολουθούσαμε τα εγκώμια. Οι γέροι κοιτούσαν τα χείλη των παιδιών του σχολείου που συνήθως κάπου τα μπέρδευαν, ενώ ο κόσμος προσκυνούσε τον επιτάφιο για μια ακόμα φορά περνώντας από κάτω σταυρωτά τρεις φορές. Μετά τα εγκώμια ακουγόταν η φωνή του καντηλανάφτη 300 ο σταυρός ένα, 300 δύο, 500 θα φωνάξω τρία. Αυτοί που επιθυμούσαν το σταυρό κατά την περιφορά του Επιταφίου έπρεπε να πληρώσουν για να έχουν και τη χάρη του και η εκκλησία να έχει έσοδα. Έτσι η Παναγία έφτανε στις 380 δρχ. περίπου, ο σταυρός 600 δρχ. και ο Αη-Γιάννης 300 δρχ. Αργότερα άρχισαν να έρχονται οι μετανάστες από τη Γερμανία, προκειμένου να συμπληρώσουν το τάμα τους ο πλειστηριασμός  ξεπερνούσε ακόμη και το χιλιάρικο. Κατά την περιφορά πλήθος κόσμου ακολουθούσε ενώ οι γυναίκες στην εξώπορτα του σπιτιού θυμιάτιζαν έχοντα τα κάρβουνα με το θυμίαμα πάνω σε κεραμίδια. Η προσμονή της επόμενης μέρας για τα παιδιά ήταν πολύ μεγάλη. Με καθαρά ρούχα πρωί-πρωί θα πηγαίναμε να κοινωνήσουμε και έτσι θα αποκτούσαμε δικαίωμα να δοκιμάσουμε από τα τσουρέκια τα οποία κατόπιν έμοιαζαν σαν βομβαρδισμένα μια και αφαιρούσαν από πάνω όλα τα αμύγδαλα. Οι μανάδες που εξακολουθούσαν να νηστεύουν ρωτούσαν αν ήταν πετυχημένα. Κατόπιν ο βαφτιστικός με μια ολόασπρη πετσέτα θα πήγαινε τα αυγά και το τσουρέκι στο νονό για να πάρει το δώρο του Πάσχα (παπούτσια συνήθως). Το Μεγάλο Σάββατο γινόταν και το διάλεγμα του γερού αυγού για το τσούγκρισμα , με λίγο χτύπημα με το νύχι κοντά στη μύτη του αυγού. Προσπαθούσαν από τον ήχο να καταλάβουν εάν είναι γερό ή όχι, άλλοι από μέρες το βάζαν στο αλάτι για να σφίξει, άλλοι με τρόπο άδειαζαν το περιεχόμενο και έριχναν λιωμένο κερί. Πάντως για να  είχε κανείς γερό αυγό ή έπρεπε να είναι φραγκοτίσια ή να το δοκίμαζε στο σπίτι σπάζοντας μεταξύ τους καμιά εικοσαριά αυγά, πράγμα  για το οποίο έπεφτε ξύλο από τους γονείς το βράδυ. Όσο πλησίαζε το βράδυ κορυφωνόταν και η αγωνία η εκκλησία δεν ήταν πλέον αρκετή για να χωρέσει όλο τον κόσμο, όλοι περίμεναν το «Χριστός Ανέστη» και όταν ερχόταν εκείνη η ώρα δίκανα , καραμπίνες, πιστόλια βαρελότα μαζί με το χαρούμενο χτύπημα της καμπάνας στέλναν το μήνυμα της Ανάστασης ως την τελευταία άκρη του χωριού. Για πυροτεχνήματα χρησιμοποιούσαν με το κιλό σύρμα. Που καθάριζαν τις κατσαρόλες. Όλοι, μικροί και μεγάλοι σαν μια οικογένεια έδιναν ευχές, ο δε βαφτισιμιός φιλούσε το χέρι του νουνού και της νουνάς. Ακολουθούσε το τσούγκρισμα των αυγών και ακούγονταν γέλια αν τύχαινε κάποιο να είναι μελάτο. Την άλλη μέρα Κυριακή του Πάσχα, στη δεύτερη Ανάσταση ο καθένας φορούσε ότι καινούργιο είχε πάρει εκεί και οι αρραβωνιασμένοι θα έκαναν αγκαζέ την πρώτη τους εμφάνιση. Ο αυλόγυρος αυτή τη μέρα στην εκκλησία ο τόπος συνάντησης όλων των ξενιτεμένων που ήρθαν να κάνουν Πάσχα με τους δικούς τους. Στον αυλόγυρο και την ώρα που ο κόσμος χαιρετάει ένας ένας την εικόνα ο καντηλανάφτης και πάλι έβγαζε το κράτημα της Ανάστασης κατά την περιφορά σε πλειστηριασμό. Η τιμή 2.000 με 2.500 περίπου. Την υπόλοιπη μέρα και ενώ τα καφενεία ήταν κλειστά  κόσμος πολύς μαζευόταν στην πλατεία όπου τσούγκριζαν τα αυγά και ο νικητής έπαιρνε το σπασμένο. Όλα τα τρόπαια της νίκης τις επόμενες μέρες γίνονταν στο καφενείο ο μεζές της ρετσίνας»    

 

                                                                      «Χρήστος Δαουλτζής»

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
1415
Έτος καταγραφής
2003-04
Επώνυμο
Δαουλτζή
Όνομα
Αντιγόνη
Εικόνες