Τελετουργίες από ΜΑΝΗΣ, Δ. ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ
Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Στις 4 Δεκεμβρίου που ήταν η αγία Βαρβάρα όλες οι γυναίκες του χωριού κάναμε βαρβάρα. Όσες είχαμε αρραβωνιασμένους γιους παέναμε στις νύφες μας από μια κανάτα βαρβάρα. Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων τα μικρά τα παιδάκια μόλις σχολνούσαν φώναζαν στη γειτονιά «κάλαντα» και οι νοικοκυρές βγαίναμε και τα δίναμε από μια κουγιαντίνα (κουλουράκι). Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων όλα τα σπίτια κάμναμε τα 9 φαγητά. Τα 9 φαγητά ήταν όλα νηστίσιμα. Ήταν κυρίως ψωμί καλαμπόκι ελιές φασόλια σκόρδα κρεμμύδια κολοκύθι βρασμένο κ.α. με τα σηκώναμε όλη η οικογένεια το σοφρά ψηλά και βάζαμε τα 9 φαγιά. Επίσης, την παραμονή των Χριστουγέννων μαζεύονταν ούλα 7 παλικάρια σε ένα σπίτι και μάθαιναν τα κάλαντα για να γυρίσουν τα Χριστούγεννα να πουν τα Χτιάσια (χριστουγεννιάτικα τραγούδια). Επίσης την παραμονή των Χριστουγέννων οι γυναίκες παίρναμε ζυμάρι και φτιάχναμε αλέτρι και ζυγό. Τα ψέναμε και τα κρατούσαμε ως την παραμονή των φώτων. Την παραμονή των φώτων τα βάζαμε μέσα στην τροφή των ζώων για να μην χαλάσν. Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων τα παλικάρια γύριζαν στο χωριό και τραγδούσαν τα χτιάσια. Πρώτα πάεναν στην εκκλησία, στον παπά του έλεγαν ένα τραγούδι και συνέχιζαν στα σπίτια:
-Σήκου, σήκου ρε παπά μ στην εκκλησία να πάεις.
-Και η εκκλησία σου σήμανε τα μοναστηρουδια ψάλλουν.
-Και τα γραμματικούδια σου μαθαίνουν την αλφαβήτα.
Για την εκκλησία έλεγαν:
Κάτω στα Εροσόλυμα στον κύριο τον τάφο εκεί σκηντζέβαν το Χριστό παράνομοι Εβραίοι. Τον Πέτρο κιπροβόδησαν στην χάλιο για να πάει. Χάλιομ για πέμψι μας καρφιά, τρία χρυσά πιρούνια. Και χάλιο λάχει παράνομος πιάνει και πέμψι πέντε. Τα πήραν και τα πάεναν παέν να τον σταυρώσουν. Και εκεί που παν τον σταύρωσαν σε στοιχειωμένο ξύλο. Τα δύο βαρούν στα χέρια του τα δυο κι στα ποδάρια. Το πέμπτο το φαρμακερό αγνά μες την καρδιά του. Να τρέξει αίμα και νερό να λιγουθεί η καρδιά του. Τ’ άκουσαν πέτρες κι έγυρναν κι τα βουνά χαλνούσαν, τ’ ακουσ’ κυρά μας Παναγιά και φόβος την επιάνει. Ζητά μαχαίρι να σφαγεί το αίμα της να χύσει. Η Ξανθή και η Μαγδαληνή και γι’ άλλη αδερφή τους βάζουν κρασάκι μες του γυαλί του γρηντ του παξιμάδι. Τουν πήραν και του πάξναν στη Παναγιά του πάνε, για να ορίσει η Παναγιά για να ορίσει ο κόσμος.
Μετά από την εκκλησία και τον πάπα πάξναν στα σπίτια του χωριού και έλεγαν για κάθε έναν από την οικογένεια και από ένα τραγούδι. Μαζί τους κουβαλούσαν και μια τσιότρα (μπουκάλα) με κρασί και κερνούσαν την οικογένεια που πάξναν. Το τραγούδι που έλεγαν στον αφέντη του σπιτιού ήταν:
Αφέντη, αφεντίτς μου
πέντε φορές αφέντη
αφέντη μου στην τάβλα σου
χρυσή καντήλα καίει
και αν βάλεις λάδι και νερό φέγγει τον κόσμο όλο
κι αν βάλεις λάδι μοναχό φέγγει την αφεντιά μας
φέγγει και τον αφέντη μας να κοσκινίζει τα γρόσια
να δρερμανίζει τα φλουριά
να κοσκινίζει και τ’ άστρα
και αυτά τα κοσκίνισμα κυροί στα παλικάρια
κέραστα αφέντη μ κέραστα ας πιούνε στην υγειά σου
και γεια σου γεια σου αφέντη μου και την πολύ ευγένειά σου.
Αφέντη μας καθότανε
σε μάρμαρο γιοφύρι
μόν τραγουδούσε και έλεγε
μόν τραγουδεί και λέγει
αηδόνια μη λαλήσετε
πουλιά μην τραγουδήσετε
γιατί έχω χάσει το ταίρι μου
κι όλα να λυπηθείτε
Το τραγούδι που έλεγαν για την κυρά του σπιτιού ήταν:
Κυρά Βδοκιά, κυρά Χρυσή, κυρά μαλαματένια,
Πολύ πρωί σηκώθηκε στην εκκλησία να πάει.
σηκώθηκε και άλλαξε σαν άσπρη περιστέρα,
βάζει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη, και τον καθάριο αυγερινό τον βάζει δαχτυλίδι.
δεν ακούς περιστερούδα μου
ήρθα στο μαχαλά σου
και μαχαλασ’ σου ξύπνηση
και συ βαριά κοιμάσαι
και αν κοιμάσαι ξύπνησε
και αν κάθεσαι έβγα έξω
κι αν είσαι με τη μάνα σου
να ρθω με το κανίσιοι
και αν είσαι με τον κύρη σου
να ρθω με το μπουκάλι
κι αν είσαι με άλλον άγουρο
να ρθω με το μαχαίρι
σε σένα να κόψω τα μαλλιά
και εκείνον το κεφάλι.
Το τραγούδι που λέγαν στο παλικάρι του σπιτιού ήταν: gallery
Ένας η νιος η κούτσικος παένει
Ν’ αρραβωνιαστεί
Ρίχνει και την τσουκνίτσα του τρία
Διπλά στους ώμους
Βάζει και στην τσεπίτσα του και δυο και τρεις χιλιάδες,
Δένει και στο μαντήλι του άλλες εννιά χιλιάδες,
και βγήκε σε ψηλό βουνό και σε όμορφα τραπέζια,
κι έκατσε νιος στο φαϊ στο πιεί
και έσωσε τις χιλιάδες.
τον μαύρο και αν παζάρεψε τον μαύρο παζαρεύει,
κι ο μαύρος του χλιμύριζε από την δαφνιά δεμένος.
μη με πολάς αφέντη μου και μη με παζαρεύεις
μον τάιζε μ πυκνά πυκνά και εφλιανοξέστριζε με
και δροις και το ματάκι μου να μαας της γερακίνας
και δροις και το μαλλάκι μου να μαας της ελαφίνας.
Και τότε αν θέλεις πούλα με και στο παζάρι βγάλε μ
και αν θέλεις χίλιες δώσε μου και αν θέλεις δυο χιλιάδες.
Το τραγούδι που λέγαν στην κοπέλα του σπιτιού ήταν:
Κόρη μετάξι γίδιαζε, Χρυσά το καλαμίζει.
στους ουρανούς το γίδιαζε στους κάμπους το τυλίγει, και μες και μες τη θάλασσα
τον αργαλειό σκοριάζει.
Βάζει τα μτόρια τσ’ τα αργυρά του χτένι μαλαματένιο,
και τη σαΐτα που ‘ριχνε ρίχνει μαργαριτάρι,
και από τα βροντά του αργαλειού απ' της κόρης τη λαχτάρα,
ο ήλιος σκανδαλίστηκε κι αργάει να βασιλέψει.
Και απόμκαν μάνες χωρίς παιδιά,
παιδιά χωρίς μάνες
και οι μάνες κλαιν για τα παιδιά και τα παιδιά για μάνες.
Επίσης αν υπήρχαν μικρά παιδιά στο σπίτι έλεγαν το εξής τραγούδι:
Ένα μικρό μικρούτσικο
Σαββάτου γεννουμένου
την Κυριακή το βάπτισαν
Δευτέρα το πεινούσαν
και την Τετάρτη το ταχιό
το βγαν’ στου Μισοχώρι (πλατεία)
βγήκαν παπάδες κιόραξαν
κι αρχόντοι συλλοήσκαν.
Την δεύτερη μέρα πάεναν στα σπίτια τους και έλεγαν τα κάλαντα και εκεί τους έκαναν τραπέζι. Την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων γινόταν καρναβάλια. Έβγαιναν στην πλατεία του χωριού και διασκέδαζαν. Επίσης την παραμονή των Χριστουγέννων μαζευόμασταν όλη η οικογένεια και κάναμε γλυκό πίτα νηστίσιμη. Επίσης πάνου στον σουφρά. Εκτός από τα 9 φαγητά βάζαμε και το πορτοφόλι του νοικοκύρη και όταν σηκώναμε ψηλά τον σουφρά για λίγο όλοι μαζί λέγαμε « άξιοι και τίμιοι». Τα κόλιντα το πρωί οι γέροι όταν ξημέρωνε πριν να μασούν τη στάχτη απ τη σόμπα έπαιρναν τη μασιά και ανακάτευαν τη στάχτη και έλεγαν: «Τόσα πουλούδια, τόσα κορτσούδια, τόσα παιδούδια, τόσα αρνούδια, τόσα μοσχαρούδια να δώσει ο θεός». Πριν τα Χριστούγεννα σφάζαμε και το γουρούνι. Το έσπαζαν κυρίως οι θαρραλέοι άντρες. Μαδούσαν την τρίχα του γουρουνιού και την πουλούσαν γιατί ήταν ακριβή για να βγάλουν λεφτά. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς γύριζαν και πάλι και έλεγαν τα κάλαντα. Αλλά αυτή τη φορά αυτοί που έλεγαν τα κάλαντα κρατούσαν στο χέρι τους μια σούβλα για να βάζουν το κρέας που τους έδιναν. Την πρωτοχρονιά όλοι παέναμε στην εκκλησία. Μετά την εκκλησία παέναμε στο σπίτι και κόβαμε την πίτα που είχε μέσα τη δραχμή τη λεγόμενη βασιλόπιτα. Την παραμονή των Θεοφανίων ο παπάς γυρίζει από όλα τα σπίτια του χωριού μας και μας φωτίζει. Τα Θεοφάνια η βάπτιση του χριστού γίνεται στην πλατεία. Βγάζουν σε δημοπρασία τον σταυρό και αυτός που δίνει περισσότερα χρήματα αυτός βαφτίζει το χριστό και αποκαλείται ο νονός του. Επίσης την ίδια μέρα κάνουμε και την μπάμπω (χοντρό έντερο γουρουνιού γεμιστό). Γίνεται σαν σούπα. Του Αι Γιαννιού βάζαμε στοιχήματα. Λούζαμε με κρασί αυτόν που γιόρταζε και σταματούσαμε όταν έλεγε ότι θα μας δώσει όσο κρασί θέλουμε. Ήταν κάτι το ιερό σαν βάφτιση. Την 1η Φεβρουαρίου γιορτή του αγίου Τρύφωνος κάναμε αγιασμό των σπαρτών. Παίρναμε οι γυναίκες ένα μπουκάλι με αγιασμό και το ρίχναμε στα χωράφια.
ΕΠΩΝΥΜΟ – ΟΝΟΜΑ : ΠΑΠΑΔΟΥΔΗ ΔΗΜΗΤΡΑ
ΕΤΩΝ :74
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ : ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Απόκριες
Την πρώτη μέρα των αποκριών συγχωρνιούμασταν. Παίρναμε το κρασί το σηκώνουμε ψηλά και λέγαμε « συγχωρεμένα και ευλογεμένα». Οι πεθερές παέναμε στις νύφες χαλβά κοτα γεμιστη μαγειρεμένη και λεφτά. Οι νύφες φιλούσαν τις πεθερές στα χέρια και τις έδιναν δώρα. Την καθαρά δευτέρα κρεμούσαμε στο ταβάνι του σπιτιού μια μεγάλη κουλούρα χαλβά. Ο πατέρας του σπιτιού γυρνούσε το σκοινί και τα παιδιά προσπαθούσαν με το σώμα να φάνε χαλβά. Μόλις τρώγανε όλο το χαλβά, καίγαμε το σκοινί. Επίσης την καθαρά δευτέρα γινόταν και ο μπέης (άρχοντας). Τα παλικάρια του χωριού ντύνονταν καρναβάλια. Ο Μπέης είναι πάνω σε ένα γαϊδούρι και γυρνάει γύρω γύρω σε όλα τα χωριά αλλά κυρίως στην πλατεία. Είναι F ντυμένος σαν τέρας και στο κεφάλι φοράει ένα στέμμα με κέρατα. Τα παλικάρια φορούσαν παρδαλές στολές και γυρνούσαν σε όλο το χωριό φωνάζοντας. Οι οικογένειες βγαίναμε και τους κερνούσαμε.
ΕΠΩΝΥΜΟ – ΟΝΟΜΑ : ΠΑΠΑΔΟΥΔΗ ΔΗΜΗΤΡΑ
ΔΟΒΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
ΕΤΩΝ :74
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ : ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Πάσχα
Ολόκληρη τη σαρακοστή δεν χορεύαμε. Ο Χριστός υπέφερε και έπρεπε να του συμπαραστεκόμαστε. Τα κορίτσια μέχρι το Πάσχα κεντούσαν. Έπρεπε να φτιάξουμε 3 φορές φορεσιές για τις 3 μέρες του Πάσχα. Κάθε μέρα φορούσαμε και διαφορετική. Την πρώτη μέρα φορούσαμε μπλε ή πράσινη, την δεύτερη μέρα φορούσαμε κόκκινη και την τρίτη μέρα φορούσαμε μαύρη φορεσιά με άσπρα κεντήματα. Την παραμονή του Λαζάρου τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα σε όλα τα σπίτια του χωριού και εμείς τα δίναμε αυγά. Το τραγούδι που έλεγαν εκείνη την ημέρα είναι:
Εις την πόλη Βηθανία
Κλαίει η Μάρθα και η Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό της
Φιλιπία αηαπητό της
Τρεις μέρες το τηρούσαν
Κι άλλες τρεις τον τυραννούσαν
Την Τετάρτη την ημέρα
Κίνησε ο Χριστός για να έρθει
Έβγα έβγα Λάζαρέ μας
Να μας πεις τι είδες
Εις στην πόλη που επήγες
Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Την μεγάλη πέμπτη βάφουμε μόνο 3 αβγά. Τα υπόλοιπα τα βάφουμε το μεγάλο Σάββατο. Τα 3 αυγά που βάφουμε την μεγάλη πέμπτη το ένα είναι για το σπίτι, το άλλο για το χωράφι και το άλλο για τ’ αμπέλι. Τη μεγάλη παρασκευή κοιμόμασταν στην εκκλησία και στολίσαμε τον επιτάφιο. Το μεγάλο Σάββατο κάνουμε τις πασχαλιές και το ψωμί. Τις πασχαλιές μαζί με κόκκινα αυγά τις πηγαίναμε στη νονά. Η νονά μας έκανε τραπέζι. Την Κυριακή του Πάσχα και για 3 μέρες χορεύαμε στην πλατεία, τραγουδούσαμε και τρώγαμε. Ένα τραγούδι που λέγαμε:
Το δεντρολάκι
Ανέβηκα και αγνάντεψα στα λέξη τα σαραϊα
Ξανθές φαρδομπλεγμένες δεντρολάκι μου
Είδα τις τρεις θυγατέρες του την ντύνουν τη φοράνε
Ξανθές φαρδομπλεγμένες δεντρολάκι μου
Η μία να φοράει τα κόκκινα
Δεντρολάκι μου
Και η άλλη τα χρυσά γαλάζια
Στις ξανθές φαρδομπλεγμένες δεντρολάκι
Και η Τρίτη η μικρότερη φοράει τα κεντημένα
Στις ξανθές φαρδομπλεγμένες δεντρολάκι μου.
Μετά το πάσχα αρχίζαμε τις δουλειές. Καθαρίζαμε τα σπίτια μας βάζαμε καινούργια στρωσίδια. Φτιάχναμε φαγιά και γλυκά για να προσφέρουμε στους ξένους που θα έρχονταν στις 23 Απριλίου του αγίου Γεωργίου που γιορτάζει η Μάνη και κάνουμε πανηγύρι. Είναι ο πολιούχος του χωριού ο άγιος Γεώργιος. Ανήμερα της γιορτής του αγίου γεωργίου πηγαίναμε όλο το χωριό στην εκκλησία για να προσκυνήσουμε την εικόνα. Παέναμε στην εκκλησία ότι είχε ο καθένας ευχαρίστηση κυρίως παέναμε προβατάκια για να τα πουλήσει η εκκλησία και να μαζέψει χρήματα. Την παραμονή του αγίου Γεωργίου έρχονταν τα λαλήματα (μουσικά όργανα) και όλη την ημέρα τραγουδούσαν και χόρευαν μαζί και όλο το χωριό. Επίσης εκείνη την ημέρα έρχονταν και πολλοί ζαχαράδες (μικροπωλητές) και τα μικρά παιδιά έκλαιγαν και ήθελαν παιχνιδάκια και καραμέλες. Εκείνη την ημέρα έρχονταν και πολλοί ξένοι που τους προσφέραμε φαγητό και γλυκά και η ντροπή για μας να μην τα φάν. Τα παλικάρια τραγουδούσαν και χόρευαν:
Παναϊρι γίνονταν
Μεγάλο παναϊρι
χορεύουν δώδεκα χοροί
και δεκαοχτώ παλαίστρες.
Κατέβηκε ο Αι Γιώρς μπροστά στην Παναγιά
να κάνει το σταυρό του να γίνει χριστιανός
τρεις Τούρκοι τον μπαραστέκους, τρεις Τούρκοι τον μπαραστέκουν.
Και οι Ρωμιοί τον κλαίνε
Και τρεις καλές κοπέλες του μοιρολογούν.
Γιώργη μου να ‘χεις μάνα , να ‘χεις και αδερφή
Να είχες κι καλή γυναίκα
Να ‘ρθει να σε δει.
Τέλος την μέρα του αγίου γεωργίου οι δυνατοί άνδρες του χωριού πάλευαν με τους ξένους από όλα τα χωριά. Όποτε χτυπούσε καμπάνα σε όλες τις γιορτές χορεύαμε και γλεντούσαμε. Το πρωί οργώναμε και τη νύχτα χορεύαμε στις γιορτές. Το καλοκαίρι όταν δεν έβρεχε και όταν έβλεπαν ότι η παραγωγή τους θα ξεραινόταν παρακαλούσαν τον θεό να βρέξει. Ένα ορφανό κορίτσι το ντύναμε με πράσινα χόρτα (μπλουστούρια) και μαζεύονταν πολλά κορίτσια και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι μαζί με το ορφανό κορίτσι, βρέχοντάς το με νερό και τραγουδούσαν:
Πηρπηρούνα περπατεί
Το Θειό παρακαλεί
Ρίξε κυριομ μία βροχή, καλή βροχή
Να βραχούν οι τσουμπανοί
Τσουμπανοί γιλαδαροί
Κι της μπάμπους του κουκί
Και του πάππου του κεχρί.
ΕΠΩΝΥΜΟ – ΟΝΟΜΑ : ΠΑΠΑΔΟΥΔΗ ΔΗΜΗΤΡΑ
ΕΤΩΝ :74
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ : ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ