Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από Δ. ΝΕΣΤΟΥ, Π.Ε. ΚΑΒΑΛΑΣ

ΣΚΟΠΟΣ

 

 

Β. ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ

α. Η σαρακοστή πριν από τα Χριστούγεννα κρατούσε ένα μήνα και δέκα ημέρες. Άρχιζε από τις 15 Νοεμβρίου έως τις 25 Δεκεμβρίου, τα Χριστούγεννα. Σε αυτό το διάστημα όλες οι οικογένειες κρατούσαν νηστεία από ψάρι και κρέας αλλά κυρίως από κρέας γιατί το κρέας απαγορευόταν εντελώς ρνώ το ψάρι επιτρεπόταν μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Μακρίδης Γεώργιος

(σελ.68)

β. Οι Έλληνες του Πόντου όπως και οι Έλληνες της υπόλοιπης Ελλάδας γιόρταζαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα  το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Οι κάτοικοι γιόρταζαν ενωμένοι σε ένα κλίμα θρησκευτικής κατάνυξης. Αργά το απόγευμα την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούσαν τα παιδιά για να πούνε τα κάλαντα παρέες παρέες κρατώντας στα χέρια τους καραβάκια και φαναράκια. Οι γυναίκες ήταν στο σπίτι και ξεκινούσαν την προετοιμασία για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιελάμβανε: γεμιστή κότα, κρεμμυδόφουστρο (ομελέτα με κρεμμύδια), λάχανο με κρέας. Οι χριστουγεννιάτικες λιχουδιές ήταν: ξηροί καρποί, κάστανα, αμύγδαλα, λουκούμια, παστέλια, δαμάσκηνα, σύκα και βερίκοκα. Το πρωί των Χριστουγέννων απαραίτητα όλοι παρακολουθούσαν την Χριστουγεννιάτικη λειτουργία που ξεκινούσε στις πέντε το πρωί και  μετά τη Θεία Κοινωνία γυρνούσαν στα σπίτια τους και ξεκινούσε ο εορτασμός

(σελ.69)

των Χριστουγέννων με ρακί, με οιδίποτα, με φαγητά, γλυκά, με μουσική και χορό. Συνήθως μαζεύονταν οι συγγενείς σε σπίτια άλλων συγγενών. Μετά το μεσημεριανό φαγητό οι άνδρες των οικογενειών επισκέπτονταν φιλικά σπίτια και οι γυναίκες μαζεύονταν και αυτές μεταξύ τους για τον απογευματινό τους καφέ. Οι προετοιμασίες για την παραμονή της πρωτοχρονιάς ξεκινούσαν από την τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων. Εδώ τα έθιμα είναι πολλά και ποικίλα. Οι γυναίκες ετοίμαζαν το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι το οποίο περιλάμβανε: τηγανιά από χοιρινό κρέας, λαχανοντολμάδες, καβουρμά (παστό κρέας) και όλων των ειδών αποξηραμένα φρούτα. Νωρίς το απόγευμα ξεκινούσαν τα παιδιά τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές τα περίμεναν με ανυπομονησία και τα πρόσφεραν αποξηραμένα φρούτα, μανταρίνια, πορτοκάλια και μήλα. Αργά τη νύχτα στα σοκάκια του χωριού ξεχύνονταν οι μωμόγεροι. Ονομασία του ποντιακού δρωμένου τις ημέρες του 12ήμερου (Χριστούγεννα και Φώτα) που έχει τις ρίζες του στην 

(σελ.70)

Αρχαιότητα (αρχαία διονυσιακά). Η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη ‘‘μώμος’’ που ήταν αρχαίος Θεός γιος του ύπνου και της νύχτας. Ο σκοπός των μωμόγερων ήταν κοινωνικός και ψυχαγωγικός αφού τα χρήματα που συγκέντρωναν προορίζονταν για το σχολείο, την εκκλησία και για φτωχές οικογένειες. Οι μωμόγεροι φορούσαν παλιά ρούχα, προβιές, κουδούνια ζώων και μουντζούρωναν τα πρόσωπά τους με ‘’μανεατα’’ (στάχτες). Τα άτομα που έπαιρναν μέρος στο λαϊκό δρώμενο ήταν ηλικίας δεκαπέντε με τριάντα χρονών μπορεί και μεγαλύτεροι όλοι από το ίδιο χωριό. Όλοι ήταν άνδρες και γι’ αυτό γιατί στο δρώμενο υπήρχαν πολλές άσεμνες χειρονομίες όπως και στα αρχαία διονυσιακά. Δώδεκα ήταν τα άτομα τα οποία συμβόλιζαν τους δώδεκα μήνες του χρόνου. Τα κυριότερα πρόσωπα ήταν: ο Αρχιμωμόγερος ή Κατσαμάνος που προέρχεται από την τουρκική λέξη ‘’κοτσάμ’’ που θα πει μεγάλος, τον γέρο και την γριά που συμβόλιζαν τον παλαιό χρόνο, 

(σελ.71)

τη  νύφη και τον γαμπρό που συμβόλιζαν τον καινούριο χρόνο, την έγκυο γυναίκα που συμβόλιζε την γονιμότητα, τον γιατρό (τον καμπογιαννίτη πρακτικό που προσπαθούσε να ξεγελάσει τους κατοίκους και να τους αποσπάσει χρήματα), την αρκούδα, τον διάβολο και τον δικαστή, ο οποίος προσπαθούσε να κρατήσει σε τάξη τους κατοίκους και το χωριό. Οι μωμόγεροι ξεκινούσαν με τη συνοδεία μουσικών οργάνων περνούσαν από όλα τα σπίτια του χωριού όπου οι κάτοικοι περίμεναν για να τους κεράσουν ή να τους προσφέρουν χρηματικό αντίτιμο. Όποιος δεν πλήρωνε του άλοιφαν το πρόσωπο με πασκιτάν (ξινό γιαούρτι). Η πομπή κατέληξε στην πλατεία του χωριού, όπου έκλεινε με γλέντι και τραγούδι. Ένα άλλο έθιμο την παραμονή της πρωτοχρονιάς ήταν το καλαντίασμα και το καλαντόνερο. Τα κορίτσια της οικογενείας παίρναν νερό μέσα σε χάλκινο σκεύος και το άφηναν πάντα σε δρόμο που σχημάτιζε σταυρό. Κατά τη διάρκεια της μετάβασής τους προς το σταυροδρόμι δε μιλούσαν για να μην τους πάρουν


 

(σελ.72)

τη λαλιά οι νεράιδες. Μαζί με το καλαντόνερο στο σταυροδρόμι άφηναν κουλούρια, ξηρούς καρπούς και φρούτα για τα στοιχεία της βρύσης. Επέστρεφαν στο σπίτι μετά, όλη η οικογένεια ξαθόταν στο δείπνο για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Πριν την αλλαγή του χρόνου έβγαζαν έξω από το σπίτι την εικόνα της Παναγίας μαζί με καντζία και λευτοκάρια (φουντούκια και καρύδια). Με την αλλαγή της ώραρς  έκοβαν την βασιλόπιτα. Πρώτα έβγαζαν το κομμάτι της εικόνας, μετά του Αγίου Βασιλείου και μετά των μελών της οικογενείας κατά ηλία (από τους μεγαλύτερους στους μικρότερους). Κατόπιν ο άντρας της οικογενείας έφερνε την εικόνα στο σπίτι και τους ξηρούς καρπούς που ήταν δώδεκα  καρύδια και δώδε φουντούκια που συμβόλιζαν τους δώδεκα μήνες και μετά ράντιζε το σπίτι (καλαντίασμα) για ευημερία και αφθονία. Λίγο πριν ξημερώσει τα κορίτσια πήγαιναν στη βρύση του χωριού για να πάρουν το καλαντόνερο, αφού το έπαιρναν δώριζαν στο πηγάδι διάφορα φαγώσιμα. Το γυρνούσαν σπίτι

(σελ.73)
και με αυτό έλουζαν τα μαλλιά και το σώμα τους, ράντιζαν τα ζώα τους και τα χωράφια τους και το υπόλοιπο το κρατούσαν για τον εαυτό τους για θεραπευτικούς λόγους κυρίως. Την παραμονή των Φώτων τα παιδιά έβγαιναν στις γειτονίες και οι γυναίκες ετοίμαζαν συνήθως πίτες προς τιμή των πεθαμένων, στόλιζαν με αυτές τα τραπέζια και άναβαν κεριά ονοματίζοντας τους πεθαμένους της οικογενείας. Ανήμερα των Φώτων οι κάτοικοι κατέκλειναν την εκκλησία και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέβαιναν στο κοντινότερο ποτάμι για τη ρήψη του σταυρού όπου οι νέοι βουτούσαν τηρώντας το έθιμο για να πιάσουν το σταυρό. Μετά τη τελετή αφού ευλογούσε ο παπάς όσους έπαιρναν  μέρος, οι νέοι με το σταυρό στα χέρια περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, όπου λάμβαναν φιλοδωρήματα από την κάθε οικογένεια του χωριού. Μετά τα Φώτα τελείωναν οι γιορτές του δωδεκαημέρου.

Μακρίδης Νικόλαος

(σελ.74)

 δ. Τις απόκριες της γιορτάζανε μέσα στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων με την αναβίωση του λαϊκού θεάτρου «Μωμόγεροι» το οποίο είχε στοιχεία Διονυσιακά.

Κεντζίδης Χαράλαμπος

ε. Η Σαρακοστή του Πάσχα τηρούνταν πολύ αυστηρά από όλες τις οικογένειες . Σαρανταοχτώ μέρες πριν η μητέρα κάθε οικογένειας κρεμούσε στην είσοδο της πόρτας τον ‘‘Κουκαρά’’ (ο Κουκαράς ήταν μια τεράστια πατάτα πάνω στην οποία ζωγράφιζαν υπερβολικά τα χαρακτηριστικά ενός προσώπου τα οποία είχαν σκοπό να τρομάζουν τα παιδιά και πάνω στην οποία κάρφωνε πέντε φτερά πτηνού). Κάθε φορά που τα παιδιά επιχειρούσαν να παρεκλείσουν τη νηστεία η μητέρα έλεγε χαρακτηριστικά: « εάν φάτε θα σας φάει ο ‘‘κουκαράς’’!». Κάθε εβδομάδα που περνούσε ξεκολλούσε ένα φτερό από τη πατάτα και έδινε κουράγιο στα παιδιά

(σελ.75)

λέγοντάς τους ότι δεν απέμεινε πολύς χρόνος ως το τέλος της νηστείας. Από την Κυριακή των Βαΐων ξεκινούσε η κορύφωση των Παθών με απογευματινή λειτουργία. Την Μεγάλη Πέμπτη οι γυναίκες έβαφαν τα αυγά τοποθετώντας πάνω φυλλα από φιάφορα φυτά, τα βουτούσαν μέσα σε κρεμμυδόζουμα και έτσι είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα που ήθελαν στο χρώμα. Μετά ξεκινούσαν την διαδικασία των τσουρεκιών όπου έψηναν σε παραδοσιακούς φούρνους των σπιτιών. Επίσης την Μεγάλη Πέμπτη παρακολουθούσαν την λειουργία των δωδεκα ευαγγελίων. Την Μεγάλη Παρασκευή σταματούσα τα πάντα, δεν δούλευε κανείς, υπήρχε αυστηρή νηστεία δηλαδή δεν έτρωγαν τίποτα παρά μόνο νερομένο ψωμί και ελιές. Την Μεγάλη Παρασκευή παρακολουθούσαν την περιφορά του επιταφίου. Το Μεγάλο Σάββατο ξεκινούσαν οι διαδικασίες για το πασχαλινό τραπέζι. Το οποίο αποτελούνταν από: κατσίκι με πατάτες στο φούρνο, πιλάφι και αυγόφετες. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτο παρακολουθούσαν την λειτουργία της αποκαθήλωσης. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου όλες οι οικογένειες ετοιμάζονταν 

(σελ.76)

για την Ανάσταση. Οι γυναίκες πήγαιναν τα κόκκινα αυγά στην εκκλησία για να τα διαβάσει ο ιερέας. Μετά το ‘‘Χριστός Ανέστη’’ και την ολοκλήρωση της λειτουργίας της Αναστάσεως μεταλάμβαναν και μετά πήγαιναν σπίτια τους για την καθιερωμένη μαγειρίτσα. Η μέρα του Πάσχα έβρισκε συγγενείς και φίλους, παρέες σε σπίτια με συνοδεία οργάνων, με μουσική και χορό να κλείνουν πανηγυρικά τη μέρα αυτή.

Μαρία Διαμαντίδου

(σελ.77)

στ. Σημαντική εορτή της άνοιξης που δεν ήταν ακίνητη είναι του Αγίου Πνεύματος την οποία γιόρταζαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Γινόταν αγιασμός για καλοτυχία των ζώων, για απόδοση των κτηνοτροφικών και γαλακτοκομικών προϊόντων. Και μετά από αυτή τη διαδικασία ξεκινούσανε τα ζώα από το χωριό και πηγαίνανε για βοσκή στα κοντινότερα βουνά που ονομάζονταν ‘‘παρχάρια’’. Τη διαδικασία αυτή συνόδευαν μουσικά και χοροί. Και οι γυναίκες ετοίμαζαν εδέσματα, τα οποία ήταν βασισμένα στα γαλακτοκομικά προϊόντα: ξύγαλα (γιαούρτι), ταν (αϊριάνι), τυρομίντζι, δρουβανισμένο βούτυρο, πασκιτάν (γιαούρτι).

Νικολαΐδου Σωτηρία

(σελ.78)

Η σημαντικότερη γιορτή του Καλοκαιριού, ο Δεκαπενταύγουστος όπου τιμούσαν την Παναγία με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Ξεκινούσε η νηστεία από τις μία Αυγούστου ως τις δεκαέξι Αυγούστου. Και από την προπαραμονή ως τις δεκαέξι Αυγούστου διοργάνωναν οι κάτοικοι πανηγύρια με μουσικά όργανα και χορούς. Την παραμονή στις δεκατέσσερις Αυγούστου γινόταν η περιφορά της εικόνας και ο εορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ολοκληρωνόταν με την πανηγυρική δοξολογία την ημέρα του δεκαπενταύγουστου.

Καλούση Ελένη

η. Η πιο σημαντική εορτή του Φθινοπώρου για τους κατοίκους του χωριού μας ήταν η εορτή του Τιμίου Σταυρού στις δεκατέσσερις Σεπτεμβρίου.

Αντωνιάδης Γεώργιος

 

Κατηγορία

Τοπική ονομασία τελετουργίας

Αρ. χειρογράφου
2364
Έτος καταγραφής
2010-11
Επώνυμο
ΜΑΚΡΙΔΟΥ
Όνομα
ΓΡΗΓΟΡΙΑ