Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Τελετουργίες από ΒΑΛΤΟΥ, Δ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΟΣ, Π.Ε. ΕΒΡΟΥ

 

     α. Αρχικά, γύρω στον ένα μήνα πριν από τα Χριστούγεννα, τα παλικάρια του χωριού μαζευόμασταν και κάναμε ομάδες των 5-6 ατόμων. Μετά, προσπαθούσαμε να μάθουμε όλα τα τραγούδια που θα λέγαμε στον κόσμο γιατί είναι πολλά. Το πρώτο τραγούδι που μαθαίναμε ήταν το Χριστός γεννάται, το οποίο το λέγαμε σε όλα τα σπίτια πρώτο από όλα τα άλλα και ύστερα μαθαίναμε όλα τα άλλα, τα οποία λέγαμε όταν το σπίτι είχε κορίτσι ή αγόρι.

     Την παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει ξεκινούσαμε την ετοιμασία. Φορούσαμε τα πουτούρια και στο σαρίκι, που είχαμε στο κεφάλι, βάζαμε ένα λουλούδι από βαράκι. Εάν δεν είχαμε σαρίκι το βάζαμε στο πέτο. Παίρναμε επίσης να κρατάμε στα χέρια από μια βέργα. Όταν έφτανε η ώρα για να αρχίσουμε, ρίχναμε μια πιστολιά στον αέρα, για να δώσουμε σήμα στο χωριό ότι έπρεπε να μας περιμένουν. Το πρώτο σπίτι στο οποίο πηγαίναμε για να πούμε τα κάλαντα, ήταν του παπά, μετά του προέδρου και μετά σε όλο το υπόλοιπο χωριό. Όταν φτάναμε σε ένα σπίτι χτυπούσαμε κάτω στη γη τις βέργες μας, με έναν χαρακτηριστικό τρόπο, για να καταλάβουν ότι φτάσαμε. Ύστερα τραγουδούσαμε τα κάλαντα στα μέλη του σπιτιού, τα οποία είχαν βγει όλα για να τους ακούσουν και στο τέλος ένας από εμάς, έλεγε στον μεγαλύτερο άντρα του σπιτιού τον ντουβά. Ο ντουβάς ήταν κάποια λόγια, μέσα από τα οποία ευχόμασταν καλά πράγματα και η τελευταία λέξη ήταν ‘’αμην’’ και τη φωνάζαμε όλοι μαζί δυνατά.

     Όταν τελείωνε και ο ντουβάς, ο νοικοκύρης έπρεπε να δώσει το δώρο που ήταν μια κουλούρα, πάνω στην οποία πάντα έβαζαν και δραχμές. Τα δώρα αυτά τα κουβαλούσε ένα παλικάρι από μας, το οποίο γι’ αυτό το λόγο το λέγαμε γαϊδούρι. Επίσης, ένας ήταν ο ταμείας, ο οποίος αναλάμβανε να μετρήσει τα χρήματα στο τέλος. Με αυτά που μαζεύαμε, αγοράζαμε λικέρ και ούζο, για να κερνάμε τον κόσμο την επόμενη ημέρα, μόλις έβγαινε από την εκκλησία και για να κάνουν ένα γλέντι στην πλατεία του χωριού. Ό,τι περίσσευε, εάν περίσσευε το μοιραζόμασταν μεταξύ μας.

     Το τραγούδι που λέγαμε στα σπίτια, που είχανε κόρη είναι το εξής:

Σήκω περιστερούδα μου

Κι ήρθα στο μαχαλά σου

Χρυσή κορδέλα σου φερα

Να δέσεις τα μαλλιά σου

Και ο μαχαλάς σου ξύπνησε

Και συ βαριά κοιμάσαι

Βαριά κοιμάμαι αφέντη μου

Βαριά και αναστενάζω

Βαριά και σιγοσκέφτομαι

Να βγω να σε κεράσω

     Και στα σπίτια που είχαν αγόρι λέγαμε το εξής:

Τ’ αρχόντη γιος, τ’ αρχόντη γιος

Μικρός και κανακάρης

Και η μάνα του τον έλουζε

Και στο σχολειό τον στέλνει

Να πάει να μάθει τα γράμματα

Να μάθει το καλαμάρι

Μα κείνου ο νους του διέβαινε

Πέρα στις μαυρομάτες

Που ‘χαν το μάτι σαν ελιά

Το φρύδι σαν γαϊτάνι

Και ο δάσκαλος τον έδερνε

Με τη χρυσή την βέργα

Βρε γιε μου που ‘ναι το γράμμα σου

Που ναι το καλαμάρι

Το γράμμα μου είναι στο χαρτί 

Το καλαμάρι σπίτι

     Επίσης κάθε φορά που φεύγαμε από ένα σπίτι τραγουδούσαμε:

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε 

Να φάμε και να πιούμε 

Μόνο σας αγαπήσαμε

Και ήρθαμε να σας διούμε

Σ’ αυτό το σπίτι που ήρθαμε

Πέτρα να μη ραγίσει

Και ο νοικοκύρης του σπιτιού

Χίλια χρόνια να ζήσει

 

     β. Την ημέρα των Χριστουγέννων, το πρωί πηγαίναμε στην εκκλησία και μόλις τελείωνε η νοικοκυρά επέστρεφε στο σπίτι για να ετοιμάσει το γιορτινό τραπέζι. Το μεσημέρι δηλαδή, μαζευόμασταν  όλοι στο σπίτι και τρώγαμε το παραδοσιακό πιτσινίκι, το οποίο ήταν τουρσί λάχανο με χοιρινό κρέας. Ύστερα, αρχίζαμε τις ετοιμασίες, για να βγούμε στην πλατεία του χωριού, οπού είχε γλέντι με τραγούδια και χορό.

     Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς όλοι οι νέοι του χωριού, αγόρια και κορίτσια, ετοιμάζαμε ο καθένας την δικιά του βέργα, την οποία λέγαμε σούρβα. Η σούρβα λοιπόν ήταν ένα κλαδί που παίρναμε από ένα δέντρο και στολίζαμε όλα τα κλωνάρια της με χρωματιστές κλωστές. Παίρναμε την χρωματιστή αυτή βέργα και τα χαράματα της πρωτοχρονιάς ξεκινούσαμε να πηγαίνουμε στα σπίτια όλου του χωριού, ο καθένας μόνος του. Έπρεπε μέχρι τα ξημερώματα να προλάβουμε να πάμε σε όσα περισσότερα σπίτια μπορούσαμε, γι’ αυτό ξεκινούσαμε πρώτα με το σπίτι της νονάς, που τη θεωρούσαμε το σημαντικότερο πρόσωπο και ύστερα με τα άλλα συγγενικά σπίτια και το υπόλοιπο χωριό.

     Όταν φτάναμε σε ένα σπίτι κρατούσαμε τη σούρβα στο χέρι και μόλις έβγαινε έξω όλη η οικογένεια, τραγουδούσαμε το εξής:

Σούρβα, Σούρβα

Για πάρα

Για σταφίδα

Για χαρά

Κόλιντρα, μόλιντρα

Δύο χιλιάδες πρόβατα

Και άλλα τόσα γίδια

Παν’ στα κεραμίδια

Σούρβα!!!!

     Τόλε μας έδιναν το κέρασμά μας που ήταν κάστανα, καρύδια, ξυλοκέρατα και μερικές φορές μπορεί να μας έδιναν δραχμές. Όταν τελειώναμε, οι νέες κοπέλες πήγαιναν στο σπίτι και έκοβαν ένα κλωναράκι από τη σούρβα και έκαναν μπάνιο με αυτό. Πίστευαν ότι αν το έκαναν αυτό θα ήταν ευλογημένες. Μετά πήγαιναν στην εκκλησία.

     Το βράδυ της παραμονής της πρωτοχρονιάς μαζευόμασταν όλοι μαζί στο σπίτι για φαγητό. Κόβαμε επίσης την βασιλόπιτα, η οποία ήταν μια τυρόπιτα που μέσα σε αυτήν η νοικοκυρά, έβαζε ένα φλουρί και ξυλάκια σε διαφορετικά μεγέθη. Έκοβε ξυλάκια από ένα δέντρο και αυτά αντιστοιχούσαν σε κάτι, όπως για παράδειγμα στο σπίτι, στα αμπέλια, στα πρόβατα, στα χωράφια και σε ότι άλλο είχε η οικογένεια και όποιος τα τύχαινε έπρεπε για εκείνη τη χρονιά να προσέχει αυτό που έτυχε. Πριν από το φαγητό όμως ο άντρας του σπιτιού θυμνιάτιζε τρεις φορές το τραπέζι με τα φαγητά και ύστερα όλα τα δωματια του σπιτιού και έξω τα ζώα.

     Την επόμενη ημέρα που ήταν πρωτοχρονιά και πάλι μαζευόμασταν όλοι μαζί το μεσημέρι για φαγητό. Η νοικοκυρά έφτιαχνε συνήθως γαλοπούλα γεμιστή με ρύζι, σταφίδες και κάστανα.

     Την ημέρα των Φώτων, το πρωί όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία και μετά από εκεί περιμέναμε να έρθει στο σπίτι μας ο παπάς να μας ευλογήσει.

     Τον Αϊ Γιάννη  μετά την εκκλησία οι άντρες πήγαιναν στα καφενεία. Εκεί όσοι γιόρταζαν με το που έμπαιναν μέσα στο μαγαζί τους έριχναν στο πρόσωπο ένα ποτήρι νέρο και ύστερα έπρεπε να κεράσουν. Η μέρα αυτή θεωρούνταν η μέρα των ανδρών γιατί μαζεύονταν καιμ γλεντούσαν όλοι μαζί. Τους άντρες, που μόλις έιχαν παντρευτεί ή γενικότερα είχαν παντρευτεί ή αρραβωνιαστεί μέσα στη προηγούμενη χρονιά τους βρέχαμε με έναν κουβά νερό και τους σηκώναμε στον αέρα τρεις φορές. Αν κάποιος από αυτούς έκανε τον δύσκολο και προσπαθούσε να ξεφύγει, τον πιάναμε και με το ζόρι βάζαμε το κεφάλι του μέσα στην γούρνα με το νερό. Όλη την ημέρα γλεντούσαν χωρίς να είναι μαζί τους οι γυναίκες και πήγαιναν στο σπίτι αργά το βράδυ.

     Την επόμενη ημέρα ήταν η μπαμπουγκινού, γιόρταζαν δηλαδή οι γυναίκες μόνο. Γύρω στις 3-4 τα χαράματα πήγαιναν οι γυναίκες του χωριού στο σπίτι της μπάμπους, δηλαδή της μαμής. Πριν όμως από αυτές είχε πάει μια γυναίκα, η οποία μέσα στην προηγούμενη χρονιά είχε γεννήσει για πρώτη φορά και την έντυνε. Τα ρούχα που της φορούσε ήταν μαύρα και απλά τα στόλιζε με τσούσκες, δηλαδή κόκκινες πιπεριές και με βαράκι. Όταν λοιπόν πήγαιναν οι γυναίκες εκεί, έπαιρνα μαζί τους λικέρ, μέντα, σαπούνι και μια πετσέτα και έπλεναν τα χέρια της μπαμπούς, για να έχουν υγεία τα παιδιά που ξεγεννούσε.

     Μετά από αυτό γλεντούσαν για κάποιες ώρες όλες μαζί και επέστρεφαν στο σπίτι τους για να μαγειρέψουν στους άντρες και τα παιδιά τους. Επίσης, έφτιαχνε η καθεμία από μία πίτα και πήγαιναν πάλι στο σπίτι της μπάμπους. Αφού έτρωγαν τις πίτες και έπιναν, έφτιαχναν το μπαϊράκι. Αυτό ήταν ένα ξύλο, πάνω στο οποίο κρεμούσαμε μια πετσέτα για να μοιάζει με σημαία. Επίσης, στην κορυφή του ξύλου έσμιγαν ένα κόκκινο μήλο και κρεμούσαν πάνω στην πετσέτα πατλάκες, δηλαδή καλαμπόκι και κόκκινες πιπεριές. Το μπαϊράκι το χόρευαν με τις ώρες και δεν άφηναν κανέναν άντρα να πλησιάσει. Μόλις λοιπόν κάποιος από εμάς πήγαινε κοντά, προσπαθώντας να το κλέψει, τον ξεβράκωναν. Αργά το βράδυ, οι γυναίκες διέλυαν το γλέντι και επέστρεφαν στο σπίτι τους.

     γ. Η τριμερίτσα ήταν ένα έθιμο του χωριού, το οποίο κρατούσε τρεις μέρες, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Τετάρτη. Σε αυτό, οι γυναίκες, οι οποίες ήθελαν, νήστευαν και δεν έκανε να φάνε και να πιούνε τίποτα απολύτως για εκείνο το διάστημα, ούτε καν νερό. Την τελευταία μέρα, δηλαδή την Τετάρτη πήγαιναν στην εκκλησία για να μεταλάβουν και να σταματήσουν τη νηστεία. Όταν τελείωνε η λειτουργία κερνούσαν  τις γυναίκες αυτές χουσιάφι, το οποίο ήταν ζουμί από αχλάδι, γιρίκια και καυτερή πιπεριά. Ύστερα από αυτό μαζεύονταν σε ένα σπίτι για να γλεντήσουν, να φάνε και να πιούνε. 

     δ. Η τζαμάλα ήταν  ένα έθιμο που κάναμε εμείς οι άντρες την πρώτη Δευτέρα των αποκριών. Μαζευόμασταν τα παλικάρια του χωριού και φτιάχναμε μια ξύλινη καμήλα. Δύο από έμας έμπαιναν κάτω από την  ξύλινη καμήλα και την κυκλοφορούσαν και όλοι οι υπόλοιποι γινόμασταν καλόγεροι, δηλαδή φορούσαμε παλιά, σκισμένα ρούχα, κουδούνια να κρέμονται και βάφαμε το πρόσωπό μας μαύρο. Κάθε χρόνο είχαμε και έναν διαφορετικό βασιλιά. 

     Πηγαίναμε λοιπόν σε όλα τα σπίτια του χωριού και όταν φτάναμε λέγαμε τα εξής:

Καμήλα ήρθε στην πόρτα σας

Από το παράθυρο σας χαιρέτησε

Κριθάρι τρώει αγριεύει

Σίκαλη τρώει αερίζεται

     Τότε έβγαινε η οικογένεια και εμείς χορεύαμε με τη τζαμάλα πάνω στην κοπριά που είχαν στις αυλές. Αν στην οικογένεια υπήρχε μικρό παιδάκι το παίρναμε και το χορεύαμε πάνω στην  κοπριά κάνοντάς το μαύρο με λάσπη, γιατί αυτό σήμαινε υγεία και καλοτυχία. Στη συνέχεια η οικογένεια μας έδινε το φιλοδώρημα, που ήταν λουκάνικα, ένα πιάτο αλεύρι,  ένα πιάτο σιτάρι ή οτιδήποτε άλλο είχαν και πηγαίναμε στο επόμενο σπίτι.

     Μόλις τελειώναμε με όλα τα σπίτια, πηγαίναμε στην πλατεία του χωριού και μαζί ερχόταν και όλος ο κόσμος για να παρακολουθήσει την συνέχεια του εθίμου. Τότε δύο από εμάς έπαιρναν το αλέτρι και παριστάνοντας τα ζώα το τραβούσαν γύρω γύρω, σα να όργωνουν το χωράφι. Ο βασιλιάς, που ήταν και ο αρχηγός όλου του εθίμου, έριχνε σπόρο δήθεν ότι σπέρνει. Αυτό το κάναμε, γιατί πιστεύαμε ότι έτσι ο Θεός θα μας βοηθήσει να πάει καλά η σοδειά μας.

     Η γυναίκα του βασιλιά μετά από αυτήν την αναπαράσταση, έφερνε μια πίτα, η οποία ήταν μπακλαβάς, κομμένη σε μικρά κομμάτια. Μέσα επίσης έβαζε ένα φλουρί και μοίραζε τα κομμάτια στον κόσμο που βρισκόταν εκεί. Όποιος τύχαινε το φλουρί θα ήταν ο επόμενος βασιλιάς. Αυτόν λοιπόν με το που έλεγε ότι είχε το φλουρί, οι καλόγεροι τον αλευρώναμε με ολόκληρα σακιά αλεύρι και έπρεπε να κεράσει μετά όλους τους άντρες.

     Μέσα στο τριώδιο κάναμε το έθιμο που λεγόταν Καλόγερος. Μαζευόμασταν όλα τα παλικάρια και ορίζαμε έναν αρχηγό, που ονομάζαμε Καντίνα. Οι υπόλοιποι ντυνόμασταν είτε μασκαράδες, με παλιά μουτζουρωμένα ρούχα και κουδούνια να κρέμονται, είτε τσολιάδες, είτε κορίτσια φορώντας γυναικεία ρούχα.

     Πηγαίναμε σε όλα τα σπίτια του χωριού ένα ένα χορεύαμε και η Καντίνα έχοντας ένα μαστίγιο έκανε πως μας χτυπάει για να χορεύουμε καλύτερα. Μας έδιναν λοιπόν το κέρασμα και ύστεραν πηγαίναμε όλοι στην πλατεία του χωριού και εκεί η Καντίνα έπρεπε να περάσει από κάποιες δοκιμασίες. Με κάτι μαγκούρες προσπαθούσε ο κόσμος να ρίξει την Καντίνα, η οποία έκανε γύρους μέσα στην πλατεία. Οι καλόγεροι προστάτευαν την Καντίνα για να μη πέσει. Όποιος κατάφερνε να την ρίξει την επόμενη χρονιά θα γινόταν αυτός  Καντίνα.

     Το βράδυ της αποκριάς παίρναμε ένα μεγάλο ξύλο γύρω στα 4-5  μέτρα και πάνω στην κορφή βάζαμε ένα τομάρι από ζώο, το οποίο το έιχαμε γεμίσει με άχυρα. Αυτό ήταν το έθιμο που λεγόταν τουλούμι. Βάζαμε λοιπόν στη μέση της πλατείας μια φωτιά και τα μικρά παιδάκια έκαναν διαγωνισμό, ποιο μπορεί να πηδήξει περισσότερες φορές από πάνω. Τα μεγαλύτερα παλικάρια έβαζαν φωτιά στο τομάρι που ήταν στην κορυφή του ξύλου και κατά τη διάρκεια που αυτό καιγόταν, αυτός που το κρατούσε από κάτω, μαρτυρούσε ένα κρυφό ζευγαράκι, χωρίς όμως να λέει τα ονόματά τους. Κάποιοι καταλάβαιναν ποιοι ήταν, κάποιοι άλλοι όχι, γι’ αυτό την επόμενη ημέρα προσπαθούσαν να μάθουν ρωτώντας ο ένας τον άλλον. Για τον λόγο αυτό, όλες οι μάνες έλεγαν στις κόρες τους να προσέχουν μην τυχόν και τις φωνάξουν στο τουλούμι, γιατί ήταν ντροπή.

     ε. Το πρώτο βράδυ της Σαρακοστής του Πάσχα, οι νυκοκοιρές έφτιαχναν αυγά και ρυζόγαλο. Εκείνη την ημέρα επίσης, το αντρόγυνο έπρεπε να πάει επίσκεψη σε αυτούς που τους πάντρεψαν, δηλαδή στους κουμπάρους. Έπαιρναν λοιπόν το ούζο και ένα καλό φαί και το πήγαιναν στο σπίτι τους. Αυτό γινόταν για να κάνουν τα συγχωρεμένα, δηλαδή για να συγχωρέσουν ο ένας τον άλλον για κάτι κακό που είπε ή έκανε. Πρώτα έκαναν τα συγχωρεμένα με τον κουμπάρο και μετά με την κουμπάρα. Ύστερα καθόντουσαν στο τραπέζι για να φάνε όλοι μαζί και όταν έφτανε η ώρα για να φύγουν, η κουμπάρα έδινε στο αντρόγυνο μαλλί.

     Την Μεγάλη Πέμπτη όλες οι νοικοκυρές έβαφαν τα αυγά με χρώμα κόκκινο το οποίο το έφτιαχναν από ζουμί πατζαριού. Εκτός από αυτό, ζυμώνανε και τα τσουρέκια τους. Η μέρα αυτή λεγόταν κοκκινοπέμπτη.

     Την Μεγάλη Παρασκευή, όλη μέρα μέχρι να αρχίσει η εκκλησία, ο κόσμος πήγαινε εκεί για να αφήσει λουλούδια και ένα κόκκινο αυγό στον επιτάφιο. Επίσης, ο καθένας έπρεπε να περάσει κάτω από αυτόν τρεις φορές. Το βράδυ πηγαίναμε και πάλι στην εκκλησία άντρες, γυναίκες φορώντας μαύρα ρούχα. Όταν τελείωνε, όποιος από εμάς ήθελε καθόταν όλο το βράδυ εκεί για να ξημερώσει τον σταυρωμένο Χριστό. Οι γυναίκες από το σπίτι τους έφερναν ζεστό ψωμί, πιπερίτσα και ελιές για να φάμε το βράδυ.

     Το Μεγάλο Σάββατο πρώτα πηγαίναμε στην εκκλησία το πρωί για να μεταλάβουμε και ύστερα ο καθένας σπίτι του για να σφάξει αρνιά.

     Την ημέρα της αναλήψεως, δηλαδή σαράντα μέρες μετά τον θάνατο του Χριστού, οι γυναίκες πηγαίνανε στην εκκλησία με καρυδόφυλλα. Μετά όλες μαζί πηγαίνανε στα νεκροταφεία και τα αφήνανε στους τάφους των δικών τους ατόμων. Καθ’ όλη αυτή την διάρκεια κανείς δεν μιλούσε.

     Την Αγία Τριάδα πήγαιναν και πάλι με καρυδόφυλλα στην εκκλησία οι γυναίκες. Εκεί έπρεπε να έχουν ελεύθερα τα μαλλιά τους, δηλαδή χωρίς μαντήλα και  να φοράνε ένα άσπρο μαντήλι, γιατί λέγαμε πως έτσι οι νεκροί μπορούν να αναγνωρίσουν τους συγγενείς τους και να φανερωθούν. Μετά και πάλι ανέβαιναν πάνω στα νεκροταφεία, για να αφήσουν τα καρυδόφυλλα.

     Των Βαϊων, όλα τα παιδιά έφτιαχναν από μια κούκλα πάνω σε ένα ξυλάκι, με ύφασμα και βαμβάκι. Ύστερα, πήγαιναν στις νοικοκυρές του χωριού και έλεγαν το εξής τραγουδάκι:

Βάγια, Βάγια

Του Βάγιου

Ήρθε πάλι πασχαλιά

Ως την άλλη Κυριακή

Με τα κόκκινα αυγά 

     Εκείνες για φιλοδώρημα έδιναν στα παιδιά ένα αυγό, ένα φιρίκι, κάστανα, αμύγδαλα, ξυλοκέρατα ή ότι άλλο είχαν.

                                                                                    Παναγιώτης Λαγγουρίδης  

 

Κατηγορία

Αρ. χειρογράφου
2980
Έτος καταγραφής
2016-17
Επώνυμο
Λαγγουρίδου
Όνομα
Ελένη