Τελετουργίες από Δ. ΤΟΠΕΙΡΟΥ, Π.Ε. ΞΑΝΘΗΣ
ΔΕΚΑΡΧΟ
Β. Έθιμα του λαϊκού εορτολογίου
Οι Σαρακατσάνοι στις γιορτές του Δωδεκαημέρου
Οι Σαρακατσάνοι είχαν έντονα αναπτυγμένο το θρησκευτικό συναίσθημα. Επειδή, όμως, ήταν νομάδες
(μετακινούνταν συνέχεια) και λόγω της φύσης της εργασίας τους, σαν κτηνοτρόφοι, δυσκολεύονταν να
βρουν χρόνο να πάνε στην εκκλησία. Πρέπει δε να καλάβουμε ότι κατά τη διάρκεια των εορτών των
Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, βρίσκονταν στα «Χειμαδιά» και δεν είχε τελειώσει ακόμα ο
«γέννος», το γέννημα των προβάτων. Παρ' όλα αυτά, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά κοινωνούσαν
σχεδόν όλοι, πηγαίνοντας με πρόγραμμα που καθόριζε ο τσέλιγκας στην πλησιέστερη εκκλησία, αφού όλοι
απαραιτήτως είχαν νηστέψει.
Οι Σαρακατσάνοι αν και νομάδες κινητές που ήταν αναγκασμένοι να ζουν κοντά στα κοπάδια τους,
μακριά από πόλεις και χωριά, παρόλα αυτά ήταν καλοί χριστιανοί και τηρούσαν όσα λέει η θρησκεία μας.
Νήστευαν όλες τις μέρες της σαρακοστής και κοινωνούσαν.
Επειδή ζούσαν μακριά απ' τα χωριά στα οποία υπήρχαν ναοί και ιερείς, ήταν αναγκασμένοι τις ημέρες
αυτές να ξεκινούν κατά ομάδες, διανύοντας μεγάλες αποστάσεις ώστε έγκαιρα πάλι να επιστρέψουν στα
κοπάδια τους.
Πριν πάνε να μεταλάβουν ζητούσαν τη συγνώμη και συγχώρεση απ' όλων των συγγενών και γειτόνων.
Όταν επέστρεψαν στα κονάκια, γυρνούσαν από κονάκι σε κονάκι και με ένα χλωρό κλαράκι από
πουρνάρι ή κέδρο για να κάνει θόρυβο όταν καίγεται, που κρατούσε ο καθένας και το έβαζαν στη φωτιά,
η οποία έπρεπε να καίει όλη μέρα στο κάθε κονάκι, έκαναν το έθιμο «αρνιά-κατσίκια» που ήταν ένα είδος
καλάντων.
Ο καθένας έβαζε το κλαράκι του στη φωτιά και ενώ έσκαγαν τα φύλλα καίγοντας, κουνώντας το πέρα
δώθε, έλεγαν διάφορες ευχές, όπως «αρνιά, κατσίκια, πρόβατα, γίδια, γρόσια, νυφάδες, παιδιά κι απ' ούλα
τα καλά». Η δε νοικοκυρά τους πρόσφερε κόκκινο κρασί με μεζέ από χοιρινό που είχαν σφάξει τις
παραμονές των Χριστουγέννων. Κι όταν έφευγαν να πάνε σε άλλο κονάκι, η νοικοκυρά τους έδινε από
μια χούφτα καλούδια (καρύδια, μύγδαλα, σύκα, κάστανα). Το βράδυ στο κονάκι των εορταζόντων
ακολουθούσαν ολονύχτια γλέντια, με φαγοπότι, χορούς και τραγούδια. Το ίδιο ακριβώς γινόταν και την
Πρωτοχρονιά.
Ιδιαίτερη σημασία την ημέρα αυτή είχε η βασιλόπιτα γιατί είχε μια ιδιαιτερότητα και μια διαφορά απ'τις
συνηθισμένες βασιλόπιτες που όλοι γνωρίζουμε. Ήταν μια συνηθισμένη τυρόπιτα στο ταψί που όταν την
έφτιαχνε η νοικοκυρά τοποθετούσε μέσα αγριόχορτο, ένα σταυρόχορτο, ένα κλαδάκι, μια ψιλή βεργούλα
τυλιγμένη στρογγυλά, ένα νόμισμα και ένα δαχτυλίδι.
Το αγριόχορτο συμβόλιζε πολλά πρόβατα, το σταυρόχορτο πολλά χωράφια, το κλαράκι πολλά γίδια, η
πλεγμένη βεργούλα τη γερή στάνη, το κέρμα πολλά χρήματα και το δαχτυλίδι αραβωνιάσματα. Ό,τι από
αυτά τύχαινε στον καθένα αυτό θα ήταν και το μέλλον του.
Σε ότι αφορά το χριστουγεννιάτικο δέντρο οι Σαρακατσάνοι ποτέ δε στόλιζαν δέντρο. Στόλιζαν, όμως, το
κονάκι τους, την πόρτα και τα εικονίσματα.
Τα Άγια Θεοφάνεια για τους Σαρακατσάνους ήταν μια μεγάλη και ξεχωριστή γιορτή. Επειδή ζούσαν
μακριά από χωριά και δεν είχαν τη δυνατότητα να εκκλησιάζονται και να παρίστανται στην τελετή και
τον καθαγιασμό των υδάτων μάζευαν τα εικονίσματα και τα καντήλια και τα πήγαιναν στο ποτάμι. Εκεί
τα έπλεναν καλά και το νερό εκείνο το έπαιρναν και το έφερναν πίσω και μ' αυτό έραιναν το κονάκι και το
μαντρί με τα ζωντανά.
Επίσης, όσο διαρκούσε το δωδεκαήμερο οι νοικοκυρές το βράδυ δεν άφηναν ξεσκέσπαστο ψωμί ή
φαγητό ούτε ρούχα έξω απλωμένα για να μην πάνε τα παγανά (καλικατζαράκια) και τα μαγαρίσουν.
Έβαζαν και την πυροστιά στην φωτιά ανάποδα ώστε τα παγανά έξυπνα και καχύποπτα, όπως τα θέλει η
παράδοση, να βλέπουν, να απορούν και από φόβο να φεύγουν.
Το Πάσχα γιορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια όπως και απ’ όλη τη χριστιανοσύνη. Η νηστεία ξεκινούσε από
την Καθαρά Δευτέρα και πολλοί κρατούσαν και «τριήμερο» (ασιτία τριών ημερών).
«Άι-Γιώργης»
Σηματοδοτούσε την έναρξη της ανόδου στα βουνά. Γι’ αυτό οι δύο Άγιοι, Άι-Δημήτρης και Άι-Γιώργης,
θεωρούνταν ορόσημο στους Σαρακατσάνους. Τον Άι-Γιώργη πάντοτε ψήνοντας αρνί. Αν ο χειμώνας ήταν
όψιμος και συναντούσαν χιόνια στα βουνά κατασκήνωναν προσωρινά χαμηλότερα (ξανξιό). Το καραβάνι
ξεκινούσε και μπροστά πορεύονταν η πιο πρόσφατη νύφη. Ακολουθούσαν τα γυναικόπαιδα, τα οποία δεν
ανέβαιναν πότε στο άλογο. Ξεκινούσαν πάντα νωρίτερα, πριν τελειώσουν το άρμεγμα οι άνδρες γιατί θα
τους προλάβαιναν στη συνέχεια.
Υπάρχουν πολλές άλλες εορτές και κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως τα Καλογιάννεια προς τιμήν του Αγίου
Ιωάννη, του Προδρόμου (Κλώδωνας) και την υψώματη (Γκουρμπάνια) που ήταν τάματα σε άγιο και
τηρούνταν κάθε χρόνο με σφαγή αρνιού. Πολλά γκουρμπάνια γίνονταν του Άϊ-Λιά.
Η λέξη «φθινόπωρο» είναι αρχαία ελληνική και σημαίνει την εποχή όπου τελειώνουν τα φρούτα ή αυτήν
που έρχεται μετά τα φρούτα (Μετόπωρον). Αποτελεί, λοιπόν, μια περίοδο όπου επικρατούν διττά
συναισθήματα, απ ́τη μια η μελαγχολία, λόγω του γεγονότος ότι πλησιάζει χειμώνας («χειμόπωρο»,
«χυνόπωρο», «μοθόπωρο», «ψιμόπωρο», «στερνοκαίρι») κι απ ́την άλλη η αισιοδοξία για τη συγκομιδή
και την ετοιμότητα για το ξεχειμώνιασμα.
Έτσι, λοιπόν, για τους Σαρακατσάνους το εορταστικό ορόσημο του Αγίου Δημητρίου αποτελούσε,
κυριολεκτικά, την ‘πύλη’ που θα τους οδηγούσε αναγκαστικά προς τα πεδινά, τα λεγόμενα «χειμαδιά».
Στις αρχές κάθε Οκτώβρη, μόλις άρχιζαν τα πρωτοβρόχια, ξεκινούσαν οι ετοιμασίας της στάνης για το
γυρισμό τους στα χαμηλώματα. Αποχαιρετούσαν με λύπη τα αγαπημένα τους βουνά και τα ελατόπλεχτα
κονάκια τους και εκφορτίζονταν μ’ όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη μεγάλη στράτα τους. Κατ’ αρχάς,
συγκέντρωναν τα ζωντανά τους, τα μετρούσαν προσεχτικά, σαμάρωναν τα άλογα τους, μάζευαν και
φόρτωναν όλα τα σύνεργά τους.
Πριν ξεκινήσουν, φρόντιζαν, επίσης, να κρεμάσουν φυλαχτά στα ζώα τους και να τα ‘ξαρματώσουν’,
δηλαδή να τους βγάλουν τα κυπροκούδουνα, αφήνοντας μόνο λιγοστά μικρά κουδούνια. Κι αυτό γιατί ο
κάμπος ‘δε σηκώνει χοντροκούδουνα’. Το ξεκίνημα τους γινόταν λίγο πριν φέξει ή όπως, χαρακτηριστικά
έλεγαν, στο «θαμπό ξεκίνημα». Κυρίως για να κόψουν δρόμο ή κατά τους αρχιτσελιγκάδες «να φάνε τη
στράτα».
Κατόπιν, αφού είχαν φύγει πρώτα τα κοπάδια, ύστερα από μέρες ξεκινούσαν και τη «κονάκια», δηλαδή
τα γυναικόπαιδα. Περπατούσαν ακούραστοι, αδιάκοπα για τον προορισμό τους, ενώ σταματούσαν μόνο
τα βράδια για να ξαποστάσουν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το χινόπωρο η στράτα για τα χειμαδιά
γινόταν με πολύ γρηγορότερους ρυθμούς απ’ ότι αυτή για τα βουνά.
Έτσι, για τον ίδιο δρόμο, που έκαναν την άνοιξη εικοσιπέντε μέρες, το χινόπωρο έκαναν μόνο δέκα
μέρες για να ξανακατάβουν στα ίδια χειμαδιά.
Αναφερόμενοι στην επιλογή αυτής της χρονικής περιόδου θα πρέπει να τονίσουμε ότι για τους νομάδες
κτηνοτρόφους στην Ελλάδα αυτή η καλοκαιριάτικη αναλαμπή του φθινοπώρου που επικρατεί ως το
τέλος Οκτώβρη αποτελούσε πάντα τον καταλληλότερο καιρό για να κατεβαίνουν τα κοπάδια τους απ’ τα
βουνά στα χειμαδιά. Στην περίπτωση αυτή, η παρουσία ενός αγίου, που περπατούσε και αυτός καβάλα σε
άλογο και που η εκκλησιαστική μνήμη του έπεφτε ακριβώς στις μέρες αυτές, τους έδινε την ευκαιρία να
ορίσουν τη γιορτή του σαν χρονολογία ξεκινήματος, εξασφαλίζοντας έτσι το θάρρος και το σθένος που
τους χρειαζόταν για το δρόμο τους. Προσθέτουμε ότι το ίδιο συνέβαινε και με τον Άι-Γιώργη όταν
ανέβαιναν στα βουνά.
Γενικότερα, αναφέρεται ότι με τον Άι-Δημήτρη ρυθμίζονταν τα περισσότερα απ’ τα χειμερινά
«ξεκινήματα» σε διάφορους τομείς της ελληνικής κοινωνίας όπως: γεωργία, οικογένεια, εμπόριο κ.α.
Έτσι, τόσο η κτηνοτροφική επίδραση, που το οικονομικό βάρος της ήταν παλιότερα πολύ σημαντικότερο,
όσο και το ίδιο το κύρος της γιορτής του αγίου, που κι οι εκκλησίες στο όνομα του και τα βαφτιστικά
ονόματα το ενίσχυσαν, οδήγησαν στο γεγονός η μέρα αυτή να αποτελεί ορόσημο αλλά και διάβαση προς
το εξάμηνο του χειμώνα.
Τελευταίος μήνας του φθινοπώρου, ο Νοέμβριος, είναι και ο βασικός προάγγελος του χειμώνα που
έπεται. Οι πολλαπλές δουλειές, τόσο γεωργικές όσο και κτηνοτροφικές, που έχουν απομείνει στο
Νοέμβριο, αλλά και οι ετοιμασίες για τις μεγάλες γιορτές που έρχονταν του έχουν δώσει ποικίλα λαϊκά
ονόματα. Χαρακτηριστικά, τον αποκαλούν: ‘Βροχάρη’ για τι πολλές του βροχές, ‘Νιαστή’ για τα
τελευταία νεάσματα (οργώματα) της γης, ‘Παχνιστή’ για το κλείσιμο των ζώων στο παχνί, ‘Χαμένο’ για
τον πολύ μικρό χρόνο δουλειάς που αφήνει η μέρα του, αλλά και ‘Αντριά ή Αγιαντριά’ απ 'τη γιορτή του
Αγίου Ανδρέα στο τέλος του (30/11).
Αυτήν την περίοδο συνηθίζονταν μεταξύ των γυναικών και τα «νυχτέρια». Με αυτόν τον τρόπο
αξιοποιούσαν τον περισσό χρόνο τους, σχετικά, μικρής μέρας του Νοέμβρη. Αυτά, κατά γενική
ομολογία, αποτέλεσαν τους μικρούς εκείνους πολιτιστικούς κύκλους, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά
στη διάσωση της πλούσιας λαϊκής μας φιλολογίας μέσα απ ́την ανταλλαγή μεταξύ γενεών: τραγουδιών,
μύθων, παραμυθιών και διδαγμάτων τόσο για τεχνικά ζητήματα που αφορούσαν τις εργασίες τους όσο
και για θέματα της προσωπικής τους ζωής.
Μια απ ́τις σημαντικότερες γιορτές του Νοεμβρίου είναι τα «Εισόδια της Θεοτόκου» στις 21 του μηνός.
Τονίζεται ότι στην ελληνική λαϊκή λατρεία η γιορτή αυτή είναι απ ́τις αγαπημένες της Παναγιάς, κυρίως,
για τον εποχικό της χαρακτήρα, γεωργικό και προχειμωνιάτικο. Απ ́τα τροπάρια της αποκαλείται «Αγία
των Αγίων», ενώ παράλληλα προμηνύουν το χιόνι. Πολλοί παρερμηνεύουν τα «Εισόδια» με την είσοδο
στο χειμώνα ή με την τελική «σοδειά» του χρόνου. Γι’ αυτό το λόγο, η Παναγιά θεωρείται και η
προστάτρια της παραγωγής.
Στις 8 Νοεμβρίου το εκκλησιαστικό εορτολόγιο σημειώνει την «Σύναξη των Αρχιστράτηγων Μιχαήλ και
Γαβριήλ και των λοιπών ασώματων Δυνάμεων». Η σύναξη αυτή αναφέρεται στην πρώτη συγκέντρωση
του «σώματος» των αγγέλων, όταν ύστερα απ ́την προστασία του Εωσφόρου και την πτώση των αγγέλων
του, ο πιστός αρχάγγελος Μιχαήλ συγκράτησε τους υπόλοιπους.
Ο Γαβριήλ είναι ο κατ’ εξοχήν αγγελιοφόρος, ενώ ο Μιχαήλ, ο στρατηγός των ουράνιων ταγμάτων, που
έπειτα, γίνεται και άγγελος ψυχοπομπός, δηλαδή ο εκτελεστής των αμετάκλητων διαταγών του θεού.
Ποικίλες λαϊκές ονομασίες της γιορτής είναι «των Ταξιαρχών», «των Αρχαγγέλων ή τ ́Αρχαγγέλου»,
«τ’Άι-Στράτηγου».
Γενικά, οι άγγελοι με τις καλόβουλες φυσιογνομίες τους, όπως απεικονίζονταν στην εκκλησιαστική
αγιογραφία, ήταν πάντα σεβαστοί και καλόδεχτοι για τους ανθρώπους με το αίσθημα αναμονής και καλής
αγγελίας αλλά και των ευεργετικών τους δυνάμεων απ’ το θεό. Επηρεασμένη απ’αυτά τα τέλεια όντα, η
λαϊκή μας μούσα εξήρε τα όμορφα χαρακτηριστικά γυναικών και ανδρών χρησιμοποιώντας κοσμητικά
επίθετα όπως «αγγελόμορφη», «αγγελοστόλιστη», «αγγελούστο».
Η λατρεία της Αγίας Αικατερίνης, στις 25 Νοεμβρίου, είναι μια απ ́τις πιο δημοφιλείς γιορτές, η οποία,
μάλιστα, είναι ευρέως διαδεδομένη τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Θα πρέπει να αναφέρουμε,
επίσης, ότι την Αγία επικαλούνται, ιδιαίτερα, τα ανύπαντρα κορίτσια για την καλή τους τύχη και την
παντρειά τους. Έτσι, έπαιρναν κομμάτι απ’τον άρτο, τον οποίο είχαν πάει στην εκκλησία την παραμονή
της γιορτής, και το έβαζαν κάτω απ ́το μαξιλάρι της για να της αποκαλύψει η Αγία αυτόν που θα
παντρευτούν.
Στις 26 του μηνός, έπεται η γιορτή του Αγίου Στυλιανού. Το όνομα του αγίου, προερχόμενο από τη λέξη
«στύλος», έδωσε αφορμή να θεωρηθεί ο άγιος «στύλος» της προστασίας και της υγείας, ιδιαίτερα, των
άρρωστων παιδιών αλλά και στηρικτής της εγκυμοσύνης των αδύναμων γυναικών. Κατ’ επέκταση, οι
νοικοκυρές σέβονταν πολύ τη γιορτή αυτή και δεν έκαναν καμία δουλειά στη διάρκεια της. Επίσης,
φρόντιζαν στα ασθενικά παιδιά να δίνουν το όνομα «Στυλιανός» για να στυλώσουν κι εκείνα αλλά και
τα’ αδέρφια τους.
Η πρώτη χειμωνιάτικη γιορτή στη λαϊκή μας μετεωρολογία είναι του Αγίου Ανδρέα στις 30 Νοεμβρίου.
Απ ’την ημέρα του, όπως χαρακτηριστικά, λένε: «αντριεύει το κρύο». Γι’ αυτό και οι Σαρακατσάνοι έδιναν
το όνομα του αγίου στον χειμωνιάτικο Νοέμβρη, αποκαλώντας τον «μήνα τ’Αντριός ή Αντριά».